Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

14. «Τις Τρίτες έκανε γιόγκα»

Προηγούμενα:

Έμενε στον 3ο όροφο μιας πολυκατοικίας απ΄αυτές του ’50, με τα ψηλά ταβάνια και τις γύψινες περικοκλάδες –μύριζε το σπίτι της φράουλα και καπνό, με το που μπήκαμε μας χτύπησε ένα άρρωστο φως από τα ανοιχτά πατζούρια. Είχαμε αρχίσει να χαϊδευόμαστε από το ασανσέρ –δεν είπαμε πολλά, για την ακρίβεια δεν είπαμε τίποτα, μόνο μουγκρίζαμε και κυλιόμασταν προσπαθώντας να ξεφορτωθούμε τα ρούχα μας πάνω στη φλοκάτη και στον τριθέσιο καναπέ –μέχρι να φτάσουμε στο κρεβάτι είχε περάσει πάνω από μια ώρα…
Βιαζόταν, λες και μας κυνηγούσαν –γελούσε πολύ και με κοίταζε συνέχεια στα μάτια –τότε κατάλαβα ότι ήταν ίδια η Μαρία Σνάιντερ, κι εγώ ήμουνα ερωτευμένος με τη Μαρία Σνάιντερ, μ΄ αυτή και με τη Ναστάζια Κίνσκι, τέλος πάντων, είχα σιχτιρίσει μέχρι και τον Μάρλον Μπράντο που κάποτε έπινα νερό στ΄ όνομά του για εκείνη τη μαλακία τη σκηνή στο Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, γιατί, εντάξει ρε τύπε –δεν μπορεί να έχεις καταντήσει μπουχέσας με το βρακί να κρέμεται και να θέλεις να μαγαρίσεις το λουλούδι, γαμώ τα ταλέντα σου μέσα δηλαδή… Αυτή ήταν η αιτία για τον πρώτο μου καυγά με τη Τζούλια, αλλά ας μην βιαζόμαστε.
Για την ώρα, όλο το σκηνικό παρέμενε μυθικό –γιατί ταιριάζαμε στο σεξ, καμιά αμηχανία, κανένα γόνατο κατά λάθος στο πλευρό, κανένας αγκώνας σε άβολη θέση –η πρώτη φορά που πηδηχτήκαμε ήταν τόσο άνετη σα να ήμασταν χρόνια ζευγάρι. Ψέματα –κανένα ζευγάρι χρόνων δεν πηδιόταν με τέτοια μανία…

Μετά έγινε η φάση κάμποσο ονειρική γιατί ήρθε η κατάρρευση, μισοκοιμόμασταν αγκαλιασμένοι χωρίς να σταματήσουμε το σεξ –ίσως αυτό να ήταν το κάνω έρωτα που λένε και στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας…

Κάμποσες συρμάτινες ακτίνες ήλιου με κάρφωσαν στα μάτια και ξύπνησα, πονούσα παντού και το κεφάλι μου ήταν σκέτο σιδηρουργείο, η Τζούλια κοιμόταν πάνω μου –ακινητοποιημένος με τον ήλιο κατάματα, μανίκι αδερφέ μου… Τότε άρχισαν να με παίρνουν τα άγχη, τι ώρα να είχε πάει, που ήταν ο Αντώνης, τι έπαιζε μ΄αυτό το σπίτι, μήπως υπήρχε κάνα κατοικίδιο, έτοιμο να μου ροκανίσει τα δάχτυλα των ποδιών; Ταχυπαλμία…
Την έσπρωξα δίπλα, όσο πιο μαλακά μπορούσα –μου πήρε κάνα τέταρτο που έμοιαζε τρίωρο αλλά τελικά σηκώθηκα. Ο κλασικός βρικόλακας που περιδιαβαίνει τα δωμάτια ωραίων κοιμωμένων –η ιστορία της ζωής μου. Αλλά όχι με τη Τζούλια…
«Ετοιμάζεσαι να την κοπανήσεις πριν φτιάξεις πρωινό;» μου ψιθύρισε.
Γύρισα και την είδα να ξυπνάει πιο όμορφη από τη φαντασία. Έλιωσα κάπως.
«Έλεγα να πάω…» μουρμούρισα χωρίς να ξέρω τη συνέχεια.
«Δεν πας πουθενά. Ακόμα», μου ξεκαθάρισε.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι, ανατρίχιασε καθώς βγήκε γυμνή από τις κουβέρτες, έψαξε να φορέσει κάτι και μου θύμισε ότι κι εγώ σε λίγο θα τουρτούριζα.
«Πρωινό λοιπόν…» είπε χαμογελαστά.
«Έχω έναν πονοκέφαλο..» παραπονέθηκα.
«Αρχίσαμε τις δικαιολογίες για να αποφύγουμε το σεξ;» ξεκαρδίστηκε.
Τι ήταν αυτή; Τι ήθελε μαζί μου;
«Παίζουν τίποτα ασπιρίνες; Αν είναι να το ξανακάνουμε πρέπει να χαπακωθώ», της εξήγησα.
«Μπάνιο όπως βγαίνεις αριστερά, στο ντουλαπάκι του καθρέφτη. Ετοιμάσου και σε περιμένω στην κουζίνα», είπε καθώς εξαφανιζόταν παλεύοντας να φορέσει μια κολεγιακή κι (επιτέλους) ένα βρακί.
Έμεινα μόνος, ντύθηκα –έτρεξα στην τουαλέτα, κατέβασα δυο ασπιρίνες με νερό κατευθείαν από τη βρύση, ανακάλυψα ότι βρωμούσε το στόμα μου κι έτριψα λίγη οδοντόκρεμα αποφεύγοντας επιμελώς να κοιταχτώ στον καθρέφτη. Έστρωσα τα μαλλιά μου με νερό, το ξανασκέφτηκα –πέταξα τα ρούχα μου, έκανα ένα γρήγορο ντους και βγήκα έτοιμος να αντιμετωπίσω τα πάντα.

Στην κουζίνα με περίμενε μια κούπα με αχνιστό καφέ συν κάποια μπισκότα και μαρμελάδα –ένιωσα το στομάχι μου ν΄ ανακατεύεται γιατί ήταν αδύνατο να ρίξω μέσα του ξηρά τροφή πριν τον δεύτερο καφέ και το πέμπτο τσιγάρο. Το όλο σκηνικό μου θύμισε φάσης Λίας μονίμως σε κουζίνες κατέληγα, με άσχημα αποτελέσματα…
Κάθισε δίπλα μου και με κοίταξε χαμογελαστή –ίσως κι αμήχανη.
«Λοιπόν;» ρώτησε.
«Λοιπόν… Ελπίζω να μην το μετάνιωσες…» ψιθύρισα κομπλαρισμένος.
«Ξέρω ΄γω; Εσύ;»
Γέλασα.
«Ήταν ωραία», συνέχισε. «Πες μου τώρα, αλήθεια, τι σκέφτεσαι;»
«Τι σκέφτομαι…» έξυσα το κεφάλι μου. «Σκέφτομαι οτι είσαι πολύ όμορφη και απορώ τι δουλειά έχεις μαζί μου…»
«Αυτό σκέφτεσαι για μένα;» με κοίταξε αινιγματικά.
«Έπρεπε να σκέφτομαι κάτι άλλο;» απόρησα.
«Κάποιοι θα σκέφτονταν ότι είμαι μια πουτάνα που πάει εύκολα με τον πρώτο τυχόντα…» είπε.
«Είμαι εγώ ο πρώτος τυχόντας;» διαμαρτυρήθηκα δήθεν οργισμένος.
Γέλασε.
«Όσο κι εγώ είμαι πουτάνα», απάντησε.
«Εντάξει –το λύσαμε λοιπόν», αποφάσισα.
«Σίγουρα;» με κοίταξε μ΄ εκείνα τα δολοφονικά πράσινα μάτια.
Άναψα μια Καμήλα και της την έδωσα. Άναψα και μια για μένα.
«Άκου, Τζούλια…» ξεκίνησα αποφασιστικά. «Οι πουτάνες είναι εργαζόμενες γυναίκες τις οποίες σέβομαι απολύτως, άρα ο χαρακτηρισμός δεν είναι προσβλητικός για μένα… Από την άλλη, υπάρχουν κάτι πουτάνες που δεν τις σέβομαι καθόλου –και είναι όσες παντρεύονται γιατί ερωτεύτηκαν ένα πορτοφόλι ή μια κοινωνική θέση ή κάτι σχετικό… Είσαι τέτοια; Αν κρίνω από το μαλάκα που διάλεξες να πηδηχτείς –μάλλον το αντίθετο θα έλεγα…»
Κάπνισε σκεφτική.
«Έχεις προοπτικές, αλλά θέλεις δουλειά ακόμα», είπε στο τέλος.
Ζορίστηκα λίγο.
«Τι σημαίνει αυτό τώρα;» τη ρώτησα.
«Έχουμε καιρό…» απάντησε.
«Έχουμε ε;» χαμογέλασα. Και το άφησα να περάσει γιατί αυτό που με ένοιαζε ήταν να είμαι μαζί της. Μαλακία μου ίσως…
«Πάμε μέσα;» μου έδειξε το κεντρικό δωμάτιο.
Σηκώθηκα –πήγαμε. Είχαν ανάψει και τα καλοριφέρ, καθίσαμε στον επίμαχο καναπέ και την αγκάλιασα. Τραβήχτηκε.
«Πάω να κάνω ένα μπάνιο κι έρχομαι», μου είπε. «Βάλε μουσική αν θες».

Έμεινα μόνος στο δωμάτιο, στη μια άκρη του ήταν ένα στερεοφωνικό και δίπλα –χύμα στο πάτωμα –κάμποσοι δίσκοι. Άρχισα να τους ψάχνω κάμποσο φοβισμένος –τι θα έκανα αν έπεφτα σε κάναν Πάριο ή τίποτα Μαρκόπουλο ας πούμε; Εντάξει –όχι κι έτσι… Δεν είχε καινούργια πράγματα αλλά βρήκα κάμποσο Τιμ Μπάκλεϊ, το κλασικό των Κινγκ Γκρίμσον, Άιρον Παντόφλα το γνωστό και, δυστυχώς, δυο των Μπιτ Χλόυντ…
Με πέτυχε να σκαλίζω τους δίσκους της –φορούσε ένα σετάκι φαρδιές πιτζάμες που την έκαναν να μοιάζει πιτσιρίκα.
«Πώς σου φαίνονται;» ρώτησε.
«Έχεις προοπτικές, αλλά θέλεις δουλειά ακόμα», είπα.
«Άντε ρε χαζέ….» έκανε και ήρθε πίσω μου να μ΄ αγκαλιάσει.
Βρεθήκαμε ξανά στη φλοκάτη, παιδεύτηκα λίγο να ξεκουμπώσω τη πυτζάμα της και να πετάξω τα δικά μου ρούχα.
«Να μη βάλω τίποτα να παίζει;» τη ρώτησα.
«Δεν έβαλες;» μου χαμογέλασε και με φίλησε.
Χάθηκα…

Τελικά τον έβαλα το δίσκο, μετά από κάμποση ώρα ενώ εκείνη κάπνιζε γυμνή στη φλοκάτη –και ήρθε ο Πολ Μπάτερφιλντ με τη Μπλουζ Μπάντα του να μας πει ότι θέλει ν΄ αφήσει πίσω το μυαλό του, να πάει να ψωνίσει μια ταφόπλακα και ν΄ ανακηρύξει τον εαυτό του νεκρό, ωραία πράγματα…
«Πρέπει να περάσω από τη σχολή, να δω τι γίνεται με το μαλάκα που έχασα χτες βράδυ», της είπα.
«Ναι –κι εγώ έχω κάτι δουλίτσες…» μουρμούρισε.
Σηκώθηκα σλόου μόσιον. Εκείνη άρχισε να ντύνεται.
«Είχαμε πει…» έκανα μαζεμένα.
«Ναι;»
«Για σινεμά…»
«Ε, αφού το είπαμε…»
«Να περάσω…»
Ήρθε κοντά και με αγκάλιασε.
«Κοίτα –να το ξεκαθαρίσουμε. Δε γαμιέμαι με τον πρώτο τυχόντα…»
«Δεν το είχαμε ξεκαθαρίσει αυτό;» απόρησα.
«Μεσημέρι πού θα φας;»
«Δεν ξέρω –στη σχολή μου;»
«Πάμε για πίτσα; Και μετά πάμε σινεμά…»
«Μετά το μεσημεριανό; Στην παιδική θα πάμε;» απόρησα.
«Ρε χαζέ –είναι κιόλας 2 η ώρα…» ξεκαρδίστηκε.
Αυτό τώρα πού το ήξερε;

Έφτασα στη σχολή πρώτος εγώ και η μηχανή ήρθε μετά από κάνα τέταρτο –πραγματικά ιπτάμενος. Όση την κλείδωνα, σφύριζα κάποιο τραγούδι που κανένας δεν είχε γράψει κι έτσι δεν ήξερα τα λόγια του. Αλλά ήξερα πολύ καλά τι έλεγε…
Και τότε έφαγα μια γερή στην πλάτη –γύρισα, βρέθηκα περικυκλωμένος.
«Πού ήσουνα ρε μαλακισμένο;» με ρώτησε η Βιβή, έτοιμη να μου σκάσει και δεύτερη.
«Εντάξει –τη γλίτωσα. Τον Αντώνη τον έχει δει κανένας;» ρώτησα.
«Δεν ήταν μαζί σου;»
Σκατά…

Το προηγούμενο βράδυ είχανε πιάσει τον Παπ στην Ομόνοια και το Γιώργο το Βασιλιά έξω από το Πολυτεχνείο. Αυτούς τους ξέραμε γιατί έτυχε να τους δουν άλλοι δικοί μας που τη σκαπούλαραν. Και όλοι στη σχολή έψαχναν τους γνωστούς τους. Στράβωσα άγρια –αν είχαν μαζέψει 2 ή 3 μίνιμουμ από Πάντειο που ήταν εκτός κέντρου, τι είχε γίνει με τις σχολές του κέντρου; Πόσους θα έψαχνε η Τζούλια από τη δική της σχολή; Η Τζούλια… Τι να έκανε τώρα; Τρίτο έτος –αρχίδια ρε φίλε –πώς να τα βάλεις με τους τριτοετείς;
«Θα έρθεις;» με σκούντησε ο Πάρης.
«Πού;» έκανα αγουροξυπνημένος.
«Στο σπίτι του Αντώνη ρε μαλάκα –τι έχεις πάθει πια;» τσίτωσε η Βιβή.

Πήγαμε, χτυπήσαμε –τίποτα. Εκείνη την ώρα πέρναγε η Μαρία, είχε κλειδί, ανοίξαμε –φυσικά και δεν υπήρχε ψυχή στο σπίτι. Κλεισούρα, τσιγαρίλα κι άπλυτα πιάτα –τα σημάδια του Αντώνη αλλά χωρίς τον Αντώνη. Τρέξαμε στο περίπτερο, πήραμε Ελευθεροτυπία μπας και έγραφε τίποτα ονόματα συλληφθέντων –έγραφε, αλλά δεν ξέραμε κανέναν απ΄ αυτούς…

«Πάμε για μάσα;» είπε ο Πάρης.
«Πάμε», είπα και τότε θυμήθηκα… «Όχι, πρέπει να την κάνω –έχω…»
Το  έκοψα, αλλά όχι αρκετά γρήγορα.
«Τι τρέχει με σένα ρε ηλίθιο; Πολύ μυστήριος δεν μας το παίζεις;» με πλεύρισε η Βιβή.
«Εγώ;»
«Εσύ. Και κατά πρώτον, πού ήσουνα μέχρι τώρα;»
«Πού ήμουνα;»
«Με ρωτάς;»
Χαμογέλασα κι έκανα να φύγω. Η Βιβή με έπιασε από το μανίκι –φρέναρα.
«Πες», απαίτησε.
«Μαρία Σνάιντερ».
«Αυτή με το Ταγκό
«Ολόιδια».
«Α –κι εγώ νόμισα ότι πήδηξες καμιά με βούτυρο…»
«Άντε να χαθείς χυδαία…» έσπασα καρπό και της ξέφυγα.
«Πρόσεχε ρε μαλακισμένο», μου σφύριξε.
«Τι πράγμα;» απόρησα.
«Δε μ΄ αρέσουν οι παρέες σου».
«Και πού τις ξέρεις;»
«Δεν τις ξέρω, γι΄αυτό δε μ΄ αρέσουν…»
Της πέταξα ένα φιλί στον αέρα και βρέθηκα Συγγρού τρεχάτος με τη μηχανή να με ακολουθεί λαχανιασμένη. Εντάξει –είχαμε ραντεβού για φαγητό, αλλά πού διάβολο ήταν το ραντεβού;

Έφτασα σπίτι της –παιδεύτηκα κάμποσο με τα κουδούνια, τελικά διάλεξα αυτό που δεν είχε όνομα και το χτύπησα. Τίποτα… Άρχισα να κόβω βόλτες. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα της πολυκατοικίας, βγήκε μια κυρία με σκυλάκι στο λαιμό, χώθηκα πίσω της. Ανέβηκα στον όροφό της, χτύπησα κουδούνι –τίποτα. Αισθάνθηκα ολίγον μαλάκας.
Έφυγα σφαίρα για το Χημείο –απ΄ ότι θυμόμουν εκεί στεγαζόταν και το Φυσικό, πάρκαρα απέξω και ανέβηκα τα σκαλιά σαν κοτόπουλο χωρίς κεφάλι. Μέσα γινόταν η γνωστή χάβρα. Έπιασα τοίχο, άναψα μια Καμήλα και βάλθηκα να χαζεύω τον κόσμο που πηγαινοερχόταν. Τι σκατά έκανα εκεί πέρα; Μετά τη χτεσινή νύχτα ποιος θα ερχόταν για μάθημα εκτός απ΄ αυτούς που δε με ενδιέφεραν; Άφησα την Καμήλα να καεί και ξαναβγήκα στη συννεφιά. Τότε με έπιασε ένας τρόμος –φαντάσου να ερχόταν η Τζούλια και να με έβλεπε… Ο παρανοϊκός που σε ψάχνει παντού –όχι ρε πούστη μου… Έτρεξα στη μηχανή, έβαλα μπροστά, πήγα να πατήσω κάτι παιδιά στη φούρια μου και τότε την άκουσα να με φωνάζει. Άσπρισα από τρόμο και κοκκίνισα από ευτυχία. Ταυτόχρονα.
Την είδα να ανεβαίνει τη Σόλωνος παρέα με 5-6 άτομα, έφυγε μπροστά τους και ήρθε να με βρει.
«Τι κάνεις εδώ;» μου χαμογέλασε.
«Είχαμε …» έκοψα απότομα γιατί φοβόμουν να πω τη λέξη.
«Ραντεβού», με συμπλήρωσε. «Και σαν ηλίθια δε σου είπα πού θα βρεθούμε…»
Χαμογέλασα –τι άλλο να έκανα;
«Σου είπα να πάμε για πίτσα και θεώρησα ότι ξέρεις πού…» συνέχισε εκείνη.
«Ναι –δεν ξέρω, είμαι από χωριό…» της θύμισα.
«Αλήθεια, σε ποια σχολή είσαι;»
«Πάντειο».
Γέλασε.
«Εσείς που ξέρετε τα πάντα λοιπόν…»
«Εκτός από τις πιτσαρίες», είπα.
Εκείνη τη στιγμή μας πλησίασε η υπόλοιπη παρέα της. Τρεις κοπέλες που θα τις πέρναγα άνετα για Κνίτισσες λόγω ντυσίματος και δυο αγόρια με υφάκι είμαι αλλού και τζιν μπουφάν. Κοντοστάθηκαν. Εγώ σαν αγγούρι καβάλα στην ακίνητη μηχανή, η Τζούλια δίπλα μου με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο ντεπόζιτο.
«Να σου συστήσω –Λένα, Μίνα, Άννα και ο Βασίλης με το Γιάννη», έκανε δείχνοντας κάθε φορά το σωστό άτομο.
«Χάρηκα», είπα χωρίς να το εννοώ.
«Πάμε;» πρότεινε γενικά η Τζούλια και μετά γύρισε στους υπόλοιπους. «Θα βρεθούμε Καζαλόμα», είπε.
Ανέβηκε πίσω μου στη μηχανή. Ξεκίνησα.
«Πού πάμε;»
«Θα σου πω».

Η πιτσαρία ήταν γεμάτη φοιτητές –έδιναν κουπόνια από τις σχολές –και πιο απρόσωπη από αίθουσα αναμονής υπεραστικών λεωφορείων. Βρήκαμε ένα τραπέζι με μπόλικες άδειες θέσεις και καθίσαμε, οι άλλοι δεν είχαν φτάσει ακόμα. Ένιωθα κάπως άβολα, υπολόγιζα ότι θα τρώγαμε μόνοι μας, όχι με το μισό Φυσικό παρέα (ή ότι κέρατο ήταν αυτοί που περιμέναμε).
«Τι να σου φέρω;» με ρώτησε.
«Ότι πάρεις κι εσύ», είπα αφηρημένα.
Δεν είχα και πολλή όρεξη για φαγητό τελικά…
Κάπνισα μισό τσιγάρο μέχρι να επιστρέψει κουβαλώντας 2 πίτσες και 2 μπύρες.
«Τα ποτά τα πληρώνετε –έτσι;» έκανα.
«Εντάξει –κερνάς τα επόμενα», με καθησύχασε.
Έπιασε ένα κομμάτι πίτσα με χαρτοπετσέτα, πήγα να κάνω το ίδιο και τότε ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να ονομάσω ούτε ένα συστατικό αυτού του πράγματος που με παραφύλαγε στον τσίγκινο δίσκο.
«Γεια σου μωρό –πότε θα μου πάρεις τελικά εκείνη την πίπα που λέγαμε;»
Πετάχτηκα. Ένας μαλλιάς είχε χώσει τη μούρη του μπροστά στη Τζούλια και της χαμογελούσε –εμένα με είχε φτυσμένο.
 «Όταν αποφασίσεις να πλυθείς», του απάντησε η Τζούλια μασουλώντας το κομμάτι της.
«Πφφφ, μια ζωή μικροαστή… Τόσο εκτός μόδας», γέλασε ο μαλλιάς.
Έβλεπα το ξεβαμμένο με χλωρίνη μπλουζάκι του και το στενό τζιν του, χαμογέλασα.
«Ενώ ο χιπισμός είναι μέσα στη μόδα», σχολίασα.
Γύρισε απότομα να με κοιτάξει, το μούσι του κουνήθηκε.
«Ποιο είναι το άτομο;» ρώτησε.
«Ποιο άτομο; Βλέπεις εσύ κανένα άτομο;» του χώθηκα.
«Τι θέλει ρε Τζούλια το παιδί;» γύρισε προς το μέρος της.
«Εντάξει –είναι φίλος μου», είπε σιγά η Τζούλια σκύβοντας το κεφάλι.
«Να προσέχεις τις παρέες σου μωρό», έκανε ο τύπος κι απομακρύνθηκε τινάζοντας τη μαλλούρα του στον αέρα.

Κοίταξα τη Τζούλια που παράτησε το μισοφαγωμένο κομμάτι πίτσας και άναψε τσιγάρο. Με κοίταξε κι εκείνη με σοβαρό ύφος.
«Πώς σου φαίνομαι;» με ρώτησε.
«Δηλαδή;»
«Σου μοιάζω με κάποια;»
Γέλασα.
«Ναι –με τη Μαρία Σνάιντερ».
Έμεινε κάπως ξερή.
«Τι πράγμα;»
«Μοιάζεις με τη Μαρία Σνάιντερ –κακό είναι;»
«Πώς σου ήρθε αυτό;»
Έξυσα τη φαβορίτα μου κι άναψα μια Καμήλα.
«Εσύ με ρώτησες», έκανα μπερδεμένος.
«Ναι, αλλά δεν εννοούσα αυτό… Εννοούσα αν σου μοιάζω με καμιά γυναικούλα που θέλει υποστήριξη. Άκου με τη Μαρία Σνάιντερ…» φύσηξε τον καπνό θυμωμένα.
Ο αέρας μύριζε καυγά κι εγώ είχα δυο επιλογές –σε άλλη περίπτωση θα το τραβούσα μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε, αλλά τώρα….
«Σε πείραξε που τη χώθηκα στο χίπη ή που σου είπα ότι μοιάζεις με τη Σνάιντερ;» ρώτησα.
«Και τα δυο…»
«Εντάξει –ας το πάμε από τα εύκολα… Θεωρώ ότι η Μαρία Σνάιντερ είναι μια από τις ομορφότερες γυναίκες που έχω δει στη ζωή μου…»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Άρα, μου έκανες κομπλιμέντο…»
«Όχι –είπα την αλήθεια….»
«Δε μοιάζω με καμία –εντάξει;»
«Δε μοιάζεις με καμία –πάμε παρακάτω…»
«Και δεν έχω ανάγκη υπεράσπισης…»
Έσβησα το τσιγάρο νευρικά.
«Άκου κάτι –από εκεί που έρχομαι, έχω συνηθίσει αλλιώς… Δεν είμαστε μόνοι, είμαστε παρέα…»
«Τι θα πει αυτό; Ότι μαζευόσαστε και πλακώνετε στο ξύλο όποιον πάει να πειράξει τις κοπέλες σας;»
«Όποιον πάει να μας πειράξει γενικώς. Όποιον μας κοιτάξει επίμονα. Όποιον μας μιλήσει χωρίς να θέλουμε. Οποιονδήποτε…»
«Και με ρώτησες εμένα αν θέλω να είναι έτσι;»
Σήκωσα το ποτήρι της μπύρας, ήταν άδειο –δεν είχα διάθεση να το ξαναγεμίσω.
«Όχι δε σε ρώτησα και ξέρεις γιατί; Επειδή ότι κι αν μου έλεγες εγώ πάλι το ίδιο θα έκανα».
«Άρα με γράφεις…»
«Σε γράφω επειδή σε υπερασπίζομαι;»
«Χωρίς τη θέλησή μου…»
«Χωρίς τη θέλησή σου –εντάξει. Άρα θα πρέπει να έρχεται ο κάθε παπάρας, να σου λέει μαλακίες κι εγώ να γελάω από δίπλα; Ή να κοιτάζω τριγύρω σε στυλ ωραίος καιρός σήμερα
Έσκυψε πάνω από το τραπέζι, τα μαλλιά της έπεσαν στα μάτια της, τα τίναξε πίσω και με κοίταξε.
«Τι θέλεις; Θέλεις να είμαστε μαζί;»
«Όχι –με έχεις εδώ με το ζόρι, επειδή κρατάς όμηρο το αδερφάκι μου», γέλασα.
«Απάντα κανονικά».
«Φυσικά και θέλω…»
«Τότε πρέπει να με καταλαβαίνεις…»
«Μόνο εγώ;»
«Τι θα πει αυτό;»
«Μόνο εγώ θα πρέπει να σε καταλαβαίνω;»
«Όταν αφορά την προσωπική μου ζωή –ναι».
«Είχα την εντύπωση ότι όταν κάποιοι είναι μαζί, η προσωπική ζωή είναι πληθυντικός…» είπα.
«Δεν πάει έτσι… Μπορούμε να είμαστε μαζί όσο κι εγώ μπορώ να είμαι μόνη μου. Δε θα γίνουμε ποτέ ένα πράγμα –αυτό είναι ισοπέδωση…»
«Μάλιστα…» μουρμούρισα σπρώχνοντας την πίτσα μακριά μου.
«Μάλιστα; Τι θα πει πάλι αυτό;»
«Μάλιστα ότι πείτε… Θα είμαστε μαζί κι ο καθένας μόνος του. Όταν έχεις όρεξη θα ρίχνεις σήμα να περνάω να πηδιόμαστε, όταν θέλεις παρέα θα με ειδοποιείς να πηγαίνουμε και καμιά βόλτα… Τα λέω καλά;»
«Όχι…»
«Εντάξει –πες τα εσύ τότε…»
«Δε βγαίνει άκρη», είπε θυμωμένα.
«Αυτό λέω κι εγώ…» έκανα όσο σηκωνόμουν. «Λοιπόν σου χρωστάω ένα κέρασμα μπύρες…»
Με κοίταζε καθώς έβαζα το στρατιωτικό μπουφάν μου κι εκείνη την ώρα διάλεξε η υπόλοιπη παρέα της να μπουκάρει στο μαγαζί. Ήρθαν στο τραπέζι μας όσο κοιταζόμασταν παγωμένα.
«Πού πας; Τώρα φεύγεις;» με ρώτησε μια από τις κοπέλες.
«Ναι –έτυχε κάτι…» μουρμούρισα.
«Πάμε έξω να σου πω…» είπε η Τζούλια και φόρεσε το μπουφάν της.
Βγήκε –την ακολούθησα. Πήγαμε στη μηχανή. Γύρισα να την κοιτάξω.
«Δε θ΄ ανέβεις;» με ρώτησε.
«Τι ήθελες να μου πεις;»
«Ανέβα…»
Ανέβηκα, αλλά δεν έβαλα μπροστά.
Ήρθε πίσω μου.
«Κάνε χώρο –δε χωράω», μου είπε.
Της έκανα χώρο, ανέβηκε πίσω μου.
«Άντε ξεκίνα…»
«Πού πάμε;»
«Σινεμά δεν είχαμε πει;»
Σήκωσα τους ώμους και ξεκίνησα τη μηχανή. Ο κινηματογράφος σώζει ζωές τελικά…

Φτάσαμε στην ΕΛΛΗ αμίλητοι, πάρκαρα, κατεβήκαμε –είχε ουρά στο ταμείο, στηθήκαμε χωρίς να ακουμπάνε ο ένας τον άλλο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά δηλαδή.
Στο πλάι της ουράς ήταν η Καρέζη με τον Καζάκο –εκείνος φόραγε ένα στρατιωτικό μπουφάν σαν το δικό μου, εκείνη ήταν ντυμένη γκράντε, εντελώς φαμ φατάλ. Τους χάζευα όσο περιμέναμε και, με κάποιο μυστήριο τρόπο, έμοιαζαν να μην πατάνε στη γη –αιωρούμενοι και χαμογελαστοί. Γύρισα στη Τζούλια, τους είχε δει κι αυτή αλλά δεν είπε τίποτα οπότε το άφησα να περάσει.
Πλήρωσα τα εισιτήρια και είπα τη μαλακία μου.
«Πατσίσαμε τις μπύρες νομίζω».
Εκείνη δεν με κοίταξε καν.

Μπήκαμε στο μπαρ του κινηματογράφου –είχαμε κάποια ώρα μέχρι ν΄ αρχίσει η ταινία.
«Παράτησες τους δικούς σου», παρατήρησα.
«Δεν είναι δικοί μου –φίλοι είναι», είπε.
«Ότι πεις…»
«Κόφτο- έτσι;»
Την κοίταξα –εκείνη προτίμησε να ασχοληθεί με τις αφίσες στους γύρω τοίχους.
«Τι πάει στραβά;» τη ρώτησα.
«Είσαι πολύ επεκτατικός, δε σέβεσαι τον προσωπικό μου χώρο».
«Απλά δεν τα πάω καλά με τα όρια», διευκρίνισα.
«Κοίτα –από τις εμπειρίες που έχω στο θέμα των σχέσεων… Ποτέ δεν πάει καλά όταν οι άνθρωποι κολλάνε ο ένας πάνω στον άλλο».
«Έχεις εμπειρίες ε;»
«Γιατί –εσύ δεν έχεις;»
Σηκώθηκα, πήγα στο μπαρ, πήρα δυο Στολίσναγια τόνικ, ξαναγύρισα δίπλα της.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε.
«Δοκίμασε –αν δεν σου αρέσει παίρνουμε κάτι άλλο…»
Ήπιε, της άρεσε μάλλον, άναψε τσιγάρο.
«Εντάξει;»
«Τι εντάξει;»
«Με το ποτό».
«Εντάξει».
«Αυτό ακριβώς… Δοκιμάζουμε κι αν δεν μας αρέσει, παίρνουμε κάτι άλλο…» συνόψισα.
Γέλασε ανόρεχτα.
«Υπήρχε λοιπόν κάποιος συμβολισμός στη βότκα…»
«Στολίσναγια –και ο συμβολισμός περιλάμβανε και το τόνικ», γέλασα με τη σειρά μου.
«Συνέχισε…» με παρότρυνε.
«Είπες για εμπειρία στις σχέσεις –εγώ δεν ξέρω τι είναι αυτό το πράγμα. Δεν έχεις καμιά σχέση με την όποια κοπέλα ήμουν πριν από σένα και δεν έχω σχέση με αυτούς που ήσουν πριν… Εμπειρία… Εδώ μηχανή αλλάζεις και ξεχνάς ότι ήξερες από την προηγούμενη αν δε θες να σαβουριαστείς…» σταμάτησα, δεν είχα κάτι άλλο να πω.
«Καλά λοιπόν… Ακόμα κι έτσι…»
«Δηλαδή;»
«Μόνος σου το είπες. Κάθε καινούργια σχέση δεν έχει σχέση με την προηγούμενη…»
Γελάσαμε και οι δυο με το αστειάκι.
«Άρα, θα πρέπει να με καταλάβεις και να φέρεσαι διαφορετικά απ΄ότι με τις προηγούμενες…» συνέχισε.
«Εκεί είχαμε μείνει στην πιτσαρία. Πρέπει να σε καταλάβω –εντάξει. Εσύ τι πρέπει να κάνεις;» της χώθηκα.
«Αρχίζει η ταινία…» είπε.
Τελειώσαμε τα ποτά μας και μπήκαμε στη μισοσκότεινη αίθουσα. Βολευτήκαμε, εκείνη αγκάλισε το μπράτσο μου και έριξε το κεφάλι της στον ώμο μου. Ήταν μια πολύ όμορφη ταινία –ένα παραμύθι που χρειαζόμασταν νομίζω…

Το βράδυ εκείνο κοιμήθηκα σπίτι της –μετά την ταινία περάσαμε από την πλατεία για κόψιμο κίνησης, εκείνη κολλημένη στην πλάτη μου καθώς μανουβράριζα τη μηχανή ανάμεσα σε παρκαρισμένους μπάτσους –μύριζε στάχτη και βερνίκι από αρβύλες ο αέρας.
«Όλα πεθαμένα ρε γαμώτο…» είχε ψιθυρίσει στο αυτί μου.
«Κι ο θάνατος μέσα στη ζωή είναι», είχα απαντήσει χαζά.
Το σεξ μεταξύ μας ήταν κάπως αλλιώτικο εκείνο το βράδυ –έμοιαζε με περπάτημα βαθειά μέσα στο δάσος, εκεί που κανένα πουλί δεν πετάει, κανένα ψάρι δεν κολυμπά, χανόμασταν και ξαναβρισκόμασταν για να χαθούμε πάλι και κάποια στιγμή εκείνη αναστέναξε κι εγώ την πήρα αγκαλιά- μετά μας πήρε ένας ύπνος και «μπορείς να πεις ότι αυτοί οι δρόμοι είναι ποτάμια, μπορείς να πεις ότι τα ποτάμια είναι δρόμοι, μπορεί να σκεφτείς ότι ονειρεύεσαι φίλε, αλλά κανένας ύπνος δεν πάει τόσο βαθειά»….

 Την ονειρεύτηκα γυμνή στην αγκαλιά μου και ξύπνησα και ήταν γυμνή στην αγκαλιά μου. Είχα σχέση τελικά…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στον Peter Hammill

Τετάρτη, Ιουλίου 12, 2017

13. «Μίσος και πόλεμος»

Προηγούμενα:

Κοίτα πώς έχουν τα πράγματα… Να πάρουμε την ιστορία από την αρχή. Όταν βγάζαμε αυτιά, πιτσιρίκια Γυμνασίου ακόμα -μουσική δεν υπήρχε. Στο ράδιο έπαιζε «Τ΄άσπρα τα χεράκια σου τα γιασεμάκια σου» κι έβγαινε ο Μπονάτσος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με βαμμένο μάτι, «Εγώ είμαι ο Κάιν/ σε σκότωσα αδερφέ μου», έβγαινε ένας Πολυχρονιάδης, «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη γη μας/ δε θα σου βάλουμε αγκάθινο στεφάνι, δε θα πονέσεις/ έχουμε ακόμα και στο θάνατο ανέσεις» -αυτά ακούγαμε κι οι γέροι βρίζανε –νομίζαμε ότι κάτι κάναμε, κατάλαβες;
Είχαμε κάτι πάνινες τσάντες και γράφαμε Doors «Theyve got the guns but weve got the numbers», ξεφτιλίκια πράγματα –χίπικα –αλλά τι να κάνεις; Εμένα μου άρεσε εκείνος ο εξαϋλωμένος ο Πήτερ Χάμιλ με τους Βαν ντερ Γκρααφ, «Είναι ένα σπίτι χωρίς πόρτα/ κι εγώ ζω εκεί μέσα», -αυτό μάλιστα!
Είχε τότε ένα δισκάδικο στη γειτονιά, ο τύπος έπαιρνε δίσκους μεταχειρισμένους από την Αμερικάνικη Βάση κι έγραφε κασέτες, παραγγελία –πήγα μια μέρα, παράγγειλα μια ενενηντάρα, από τη μια πλευρά το Word Record των Van der Graaf («έπρεπε να λέγεται Worst Record», είχε γράψει στο Ποπ & Ροκ ο Πητ Κωνσταντέας αλλά στα παπάρια μου). Έψαχνα τι να βάλω από την άλλη πλευρά της κασέτας –έπεσα σ΄ένα σάουντρακ ονόματι That Summer, ιδέα δεν είχα. Αλλά κάτι είχα ακούσει περί New Wave και τα σχετικά –είπα στον τύπο να το γράψει κι αυτό.
Όταν το άκουσα, ξημέρωσε από τη δύση. Εύκολα πήγα λίγο πιο πίσω, έπεσα πάνω στο πανκ, Sex Pistols –είχαν ήδη διαλυθεί, είχε πεθάνει ο Σιντ, έφτασα αργοπορημένος ως συνήθως, αλλά δεν είχε σημασία. Κάπως έτσι ξεκίνησε…

Καπάκι ξεκίνησαν κι οι συναυλίες –είχε να έρθει συγκρότημα στην Ελλάδα από την εποχή των Στόουνς λίγο πριν τη χούντα και ήρθαν οι Police –εντάξει, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο αλλά για μας ήταν τα πάντα. Νιώσαμε σαν τους βουνίσιους που βλέπουν πρώτη φορά στη ζωή τους θάλασσα. Μέτα ήρθε ο Γκάλαχερ, μετά έγινε το Τριήμερο στο Σπόρτινγκ και οι Birthday Party μας σημάδεψαν με ένα πυρωμένο σίδερο μίσους όπως κάνανε στα κοπάδια οι καουμπόηδες των ταινιών. Πολύ ξύλο όμως…
Σε κάθε συναυλία τη στήνανε απέξω οι μπάτσοι, κάνανε διπλή σειρά και βαράγανε –ενίοτε μπουκάρανε και μέσα -δακρυγόνα, μάνικες, ωραία πράγματα…

Στην αναμπουμπούλα πετάχτηκαν και τα δικά μας συγκροτήματα –κάθε γειτονιά κι ένα γκρουπάκι, πέρναγες το καλοκαίρι από το δρόμο και νόμιζες ότι σου βάλανε μουσική υπόκρουση –της αγίας πρόβας γινόταν παντού. Τα δικά μας συγκροτήματα δεν έπαιζαν καλά -έπαιζαν όμως δυνατά –μας κορόιδευαν οι ροκάδες οι σεβάσμιοι, αλλά όταν είσαι 16 χρονών θέλεις να παίρνει φωτιά η σκηνή, όχι να βλέπεις τον κιθαρίστα, αγγούρι όρθιο, να σολάρει για κάνα μισάωρο –αν ήταν έτσι θα πήγαινες στο κατηχητικό ή στην συμφωνική ξέρω ΄γω…
Τα καλά τα μαγαζιά των λαδέμπορων δεν δέχονταν στις αρχές τα δικά μας συγκροτήματα -παίζανε λοιπόν σε συνοικιακά μαγαζιά σαν την Paranoid, μετά ανοίχτηκαν στη Σοφίτα και την Αρετούσα, γίναμε θαμώνες Πλάκας, βρήκαμε κι άλλους σαν κι εμάς από διαφορετικές συνοικίες –νιώσαμε πολλοί κι ας μην ήμασταν ούτε διακόσιοι. Πηγαίναμε σκόρπια διαδήλωση με παπιά και μηχανάκια τρικάβαλα όταν έπαιζαν οι Stress -σ΄ εκείνα τα μέρη μάθαμε τους Ανυπόφορους, τους Ex Humans, το Λάμπρο τον RR, τους Villa 21, τους Clown κι άλλους πολλούς. Μια ωραία μέρα περάσανε το νόμο για τις τουριστικές περιοχές και την ηχορύπανση, μας κλείσανε τα στέκια και μας σκούπισαν οι μπάτσοι έξω από την Πλάκα.

Εντάξει, μπορείς να αλλάξεις τη ροή αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις το ρεύμα –έγινε ο Πήγασος, μαζευτήκαμε στα Εξάρχεια, δυναμώσαμε αντί να διαλύσουμε. Βλέπεις, είχε το θεατράκι στου Στρέφη, είχε την πλατεία, από κάτω τα Προπύλαια και η Κοραή, από δίπλα οι σχολές –Πολυτεχνείο, Νομική, Χημείο, ΑΣΟΕΕ… Γύρεψαν να μας σκουπίσουν από το δωματιάκι και μας σκόρπισαν στο σαλόνι τους, αυτό έπαθαν.
Τους πήρε λίγο να το καταλάβουν κι όταν μας ένιωσαν στο πετσί τους, ξαμόλησαν τους πρασινοφρουρούς που τους έλεγαν Αγανακτισμένους Πολίτες, γιατί ο σοσιαλιστής ο Παπαντρέας πρόσεχε το προφίλ του –έρχονταν οι λαϊκατζήδες έξω από τις συναυλίες και ρίχνανε ξύλο με καδρόνια γιατί κάναμε κατάχρηση της ελευθερίας που μας χάρισαν και δεν εκτιμούσαμε ότι μπορούσαμε πλέον να τραγουδήσουμε ότι θέλουμε, δηλαδή από Μίκη Μάους, μέχρι Μπακαλάκο, Μικρούτσικο, Μαρκόπουλο –άνετα… Δεν εκτιμούσαμε οι αχάριστοι ότι μπορούσαμε πλέον όποτε θέλαμε να κάνουμε την επαναστατική μας γυμναστική και να βολτάρουμε «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»…

Χρειαζόμασταν αναμόρφωση…

Από κοντά και οι τιμημένοι Κνίτες και οι οικοδόμοι του Κόμματος που κάνανε κουμάντο στις Σχολές. Ήμασταν ελεύθεροι, μπορούσαμε να πούμε και να κάνουμε ότι θέλουμε, αρκεί να παραμέναμε εσώκλειστοι και να μην ενοχλούμε τους γείτονες. Ελευθερία… Άκου τώρα… Σεπτέμβρης με το που άνοιγαν οι Σχολές, βγήκαν οι αφίσες για συναυλία στην ΑΣΟΕΕ –South, Γενιά του Χάους κι άλλοι πολλοί. Είχα ξεκινήσει να πάω με την Αλέκα γιατί γκρίνιαζε στη Σχολή ότι κανένας δεν τη βγάζει βόλτα και ήμασταν όλοι μαλάκες που βαριόμασταν να κουνηθούμε –έτυχε να είμαι στην παρέα, ήξερα για τη συναυλία, θα πήγαινα, της πρότεινα –δέχτηκε.
Ήμασταν λοιπόν στημένοι έξω από την ΑΣΟΕΕ, κοιτάζαμε τα σκαλάκια αλλά η πύλη κλειδωμένη, τύπου «Εδώ Πολυτεχνείο».
«Δεν πάμε για καμιά μπύρα;» είχε προτείνει η Αλέκα.
Είχα αρνηθεί. Πρώτον ήθελα να δω τη συναυλία και δεύτερον δεν ήθελα να ξεμοναχιαστώ με την Αλέκα. Άλλωστε ήταν όλοι εκεί. Οι Εξαρχειώτες, ο Άλκης…
Στο δίωρο πάνω είχε βγει ένας πάνκης να μας ανακοινώσει ότι η Πανσπουδαστική δεν επιτρέπει τη συναυλία στην ΑΣΟΕΕ και μεταφερόμαστε στο Πολυτεχνείο. Είχαμε ξεκινήσει με τα πόδια –σιγά την απόσταση –αλλά στη διαδρομή κάναμε μερικές στάσεις, για ανεφοδιασμό, για να ψήσω την Αλέκα ότι η συναυλία θα ήταν καλή και έπρεπε να τη δούμε κι όχι να την πέσουμε σε τίποτα μαγαζιά για τα περαιτέρω (αυτά τα περαιτέρω ήθελα να αποφύγω), τέλος πάντων…
Όταν φτάσαμε στο Πολυτεχνείο γινόταν κόλαση. Οι Πανσπουδαστικάριοι είχαν κλειδώσει την πύλη της Στουρνάρη και πέταγαν από μέσα πέτρες, μπουκάλια, νεράντζια… Απέξω οι πάνκηδες απαντούσαν, ντου πάνω στο ντου, φτάνανε έξω από την πύλη, έριχναν μολότωφ και κάνανε πίσω –μια οικογενειακή ατμόσφαιρα. Ήταν και κάτι μαλακιστήρια πίσω από τα κάγκελα που είχαν ξηλώσει τους πυροσβεστήρες και έριχναν στους απέξω.
«Πάμε να φύγουμε τώρα», είχε φρικάρει η Αλέκα.
Συμφώνησα –τι να κάναμε; Να παίζαμε πετροπόλεμο με τα ΚΝΑΤ; Συναυλία δε φαινόταν… Είχα κινηθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο –είδα κάμποσους να κατεβάζουν τη βιτρίνα του Παπασωτηρίου, ήξερα ότι κάποια στιγμή θα πλάκωναν οι μπάτσοι και θα άρπαζαν τους άσχετους, γιατί όσοι σπάνε την κοπανάνε αγκαλιά με ότι βρουν πίσω από τη βιτρίνα. Είχα χάσει και την Αλέκα –πήγε η βλαμμένη και πέρασε ανάμεσα στους πάνκηδες και τους Πανσπουδαστικάριους, έφτασα πλατεία, γύρισα πίσω –την έψαχνα. Σε κάποια φάση με σκούντηξε ένα άσπρο κορίτσι, δεν είχα δώσει σημασία γιατί έψαχνα την Αλέκα, μαύρο μαλλί, μαύρο δέρμα, μαύρη μπλούζα, μαύρο τζιν –αλλά ήταν η Αλέκα, την είχαν πλακώσει μ΄ ένα πυροσβεστήρα και την είχαν κάνει σαν αρνητικό φωτογραφίας. Είχε πέσει γέλιο μπόλικο. Την επόμενη μέρα το γέλιο συνεχίστηκε με τους τίτλους από τις κωλοφυλλάδες «Οι πανκς τα σπάνε», «Νύχτα τρόμου και αναρχίας στην Αθήνα» και άλλα τέτοια αντικειμενικά. Δεν θυμόμουν να είχα ξαναδιαβάσει για πάνκηδες σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας –η παρέα κορόιδευε αλλά εγώ όχι και τόσο.
Δεν είχαν έρθει μπάτσοι στις φασαρίες του Πολυτεχνείου κι αυτό σήμαινε ότι ετοιμάζονταν για άγριο ξύλο –απλώς, σαν τις μαλακισμένες γκόμενες έκαναν ναζάκια για να τους πεθυμήσουν οι νομοταγείς πολίτες. Βάλε και την αβάντα από τις φυλλάδες…

Το γεγονός είναι ότι έπηξε από λίγο-λίγο η περιοχή στους μπάτσους. Μέχρι και στον Πήγασο άρχισαν τα ντου, μας μάζευαν για εξακρίβωση, μας πήγαιναν στο διπλανό Τμήμα, μας κράταγαν μέχρι το πρωί και μας άφηναν αφού είχαμε χαραμίσει το βράδυ μας. Έτσι –για σπάσιμο, οι καργιόληδες.

Μετά κατέβηκαν στην πλατεία –αράζανε τις κλούβες, μια στη Στουρνάρη, μια στη Θεμιστοκλέους, ξαμολάγανε και κάποιους με πολιτικά στους πεζόδρομους κι αρχίζανε το πρόγραμμα. Γκλοπ να χτυπάνε στους τοίχους των πολυκατοικιών, επελάσεις τύπου ήρθαν οι Ούννοι, ξύλο ανελέητο, κυνηγητό στου Στρέφη και μάζεμα. Τους πήγαιναν στην Ασφάλεια, τους βαράγανε όλη νύχτα και το πρωί τους άφηναν για να τους ξαναπιάσουν την επόμενη. Από Σεπτέμβη που είχε γίνει ο ντόρος στο Πολυτεχνείο μέχρι τα τέλη του χρόνου –δεν ησύχασαν οι σιχαμένοι…

Τώρα λοιπόν, μετά το Λεπέν, πέρασαν σε άλλη πίστα –είχαν και έξτρα κανονάκια τα καινούργια πρωτοσέλιδα των κωλοφυλλάδων… Στην αρχή την έπεσαν στα γραφεία της Ρήξης, κάποια εκδήλωση γινόταν εκεί –μαζεύτηκε πολύς κόσμος, από πίσω και τα ΜΑΤ, έβγαινε ο κόσμος, έριχνε πέτρες και ξανάμπαινε –έκανε κονέ ο Καραμπελιάς με τους μπάτσους, την κοπάνησαν οι Ρηξάδες και μετά μπήκαν τα ΜΑΤ μέσα και μάζεψαν τους υπόλοιπους, ένας σκασμός συλλήψεις… Πιάσανε και τον Καραμπελιά, τον πήγαν στην Ασφάλεια και τον άφησαν τσάκα-τσάκα, έγραψε μια σύλληψη στο ενεργητικό του ο μέγας αγωνιστής.

Ήταν απόγευμα, ψωφόκρυο, κι εμείς μαζεμένοι μέσα στου Βαστάζου, κοιτάζαμε από το βρόμικο τζάμι τη Σχολή αλλά δε λέγαμε να κουνήσουμε. Πάρης, Βιβή, Μάνος –είχαμε στρώσει ένα τούβλο ονόματι Διοικητικό Δίκαιο, σελίδες 1.827 χώρια τα παροράματα και έπεφτε το δούλεμα σύννεφο γιατί σα μαλάκες το πήραμε επιλογή –στο διπλανό τραπέζι ο Κύπριος με τους δυο Γιώργους και κάτι Αγωνίτισσες πίνανε ανάλυση περί Τσαουσέσκου και μελετούσαν δυο καραφάκια ούζο 12.
«Για λέγε τώρα…» έσκυψα προς τον Πάρη.
«Τι να πω…» μουρμούρισε.
«Για την ξανθιά ρε μαλάκα», τον σκούντησα.
«Δεν κατάλαβες ποια ήταν;» απόρησε ο Πάρης.
«Ήταν κάποια διάσημη;» απόρησα με τη σειρά μου.
«Η Βουγιουκλάκη;» χώθηκε ο Μάνος.
«Όχι –η Καρέζη που τα άφησε στο φυσικό τους», τον γείωσε ο Πάρης.
«Λέγε ρε πούστη –μας έσκασες», φούντωσε η Βιβή.
Ο Πάρης χτύπησε το άφιλτρο στο πακέτο του και το άναψε ανάποδα –φόρος τιμής στους παλιούς κομμουνιστές, ας πούμε… Μετά μας σφύριξε ένα όνομα που δεν μου έλεγε τίποτα απολύτως –κάποια δημοσιογράφος –η Βιβή σφύριξε με θαυμασμό.
«Έλα ρε συ…»
Ο Πάρης άραξε πίσω στην ψάθινη καρέκλα με ύφος.
«Παρακάτω…» ζήτησα.
«Όταν έφτασαν οι μπάτσοι έξω από την ΕΠΕΝ κι ο κόσμος άρχισε να τρέχει, εκείνη απλώς έβγαλε τη δημοσιογραφική της ταυτότητα και καθάρισε. Μόνο υπόκλιση που δεν της έκανε ο αρχι-μπάτσος… Μετά πήγαμε στο άλλο ντου, στην ΕΝΕΚ –κι εκεί τα ίδια. Α ναι –ρώτησε για σένα…» με κοίταξε χαμογελώντας.
«Κι εγώ ρώτησα γι΄ αυτήν, άρα είμαστε πάτσι», του είπα.
«Τι έγινε μαλακισμένο; Σε γούσταρε και το έπαιξες σκληρός;» με κορόιδεψε η Βιβή.
«Ποιον γούσταρε –σύνελθε…» κούμπωσα. «Κι εσύ, συνέχισε», έκανα στον Πάρη.
«Εντάξει, μετά το νταβαντούρι φύγαμε, είχε να πάει σ΄ένα μαγαζί και με πήρε μαζί της…»
«Έλα ρε τεκνό…» σφύριξε η Βιβή.
«Παίζει την άλλη φορά που θα τη δεις να καλέσεις κι εμάς;» ζήτησε ο Μάνος.
«Ήταν διάφοροι εκεί πέρα –οι περισσότεροι Ελευθεροτυπία και κάμποσοι Έθνος –δημοσιογράφοι δηλαδή… Τράβηξε μέχρι αργά και στο τέλος…» έσβησε αργά το τσιγάρο ο Πάρης.
«Στο τέλος;» ρώτησε ο Μάνος.
«Ξέχασα να σας πω, εκεί πέρα γνώρισα και τη Ρένα…»
«Ρένα;»
Ο Πάρης τράβηξε μια Ελευθεροτυπία από ένα άδειο τραπέζι στα δεξιά μας, ξεφύλλισε και μας έδειξε ένα άρθρο στις μέσα σελίδες.
«Αυτή;» απόρησε η Βιβή.
«Ναι…» παραδέχτηκε σεμνά ο Πάρης.
«Αυτή είναι συμμαθήτρια της γιαγιάς μου», είπε η Βιβή.
«Κόψε κάτι…» ζήτησε ο Πάρης.
«Εντάξει –όχι συμμαθήτρια… Ήταν δυο τάξεις μικρότερη», διόρθωσε η Βιβή.
Ο Πάρης μάγκωσε κάπως. Η Βιβή τον πήρε γραμμή.
«Σε πήδηξε το πουρό ρε μαλάκα;» ξεκαρδίστηκε.
«Γιατί η άλλη…» έκανε ο Πάρης.
«Η άλλη ρε ηλίθιε είναι θεία, αυτή είναι θείτσα…» του εξήγησε η Βιβή.
«Τι ξέρεις εσύ βλαμμένη…» ξεκίνησε ο Πάρης, αλλά τον έκοψα.
Δεν είχα όρεξη για διπλωματικά επεισόδια. Άσε που εκείνη την ώρα μπήκε κι ο Αντώνης, βαρύς σαν κιβώτιο σε τελωνείο κι εξίσου παρατημένος. Μας είδε, κοντοστάθηκε. Του έκανα νόημα να πλησιάσει –τράβηξε μια καρέκλα, κάθισε δίπλα στον Πάρη και του τράκαρε τσιγάρο.
«Πώς πάει;» μουρμούρισε.
«Όπως πάει –έτσι έρχεται», τον γείωσε η Βιβή. «Και τελικά τι έγινε; Πού χάθηκες τόσες μέρες;» ρώτησε τον Πάρη.
«Ε να…»
«Στο Κάραβελ δεν ήσουν πάντως», είπε η Βιβή.
«Όχι…»
«Πού ήσουν;»
«Είχε μια εκδήλωση στην Ένωση Συντακτών Ξένου Τύπου…»
«Είσαι μαλάκας παιδάκι μου;» του χώθηκε η Βιβή.
Ο Αντώνης με τράβηξε από το μανίκι.
«Πάμε δίπλα να σου πω», μου σφύριξε.

Καθίσαμε σ΄ένα τραπέζι δίπλα στο ψυγείο του μαγαζιού –κάτι μπύρες παρατημένες από το προηγούμενο καλοκαίρι μάς χαιρέτησαν νοσταλγικά.
«Λέγε», του ζήτησα.
«Φιλαράκι, τα έχω κάνει σκατά…» κλαψούρισε.
«Πες μου κάτι που δεν ξέρω», σχολίασα.
«Κοίτα –αυτό που είπα τις προάλλες…»
«Χέσε μας ρε Αντώνη, προχώρα στο παρασύνθημα», τον έκοψα.
«Θέλω μια χάρη…»
«Τώρα μιλάς», χαμογέλασα.
«Τι δηλαδή -ότι μόνο για χάρες;»
«Τώρα σ΄ έχασα πάλι», τον γείωσα.
«Έχω να βρω έναν τύπο σήμερα και θέλω να πάμε παρέα».
«Τι τύπο;»
«Έναν….»
«Άι γουέτινγκ φορ μάι μαν φάση;»
«Κάπως έτσι…»
«Κι εμένα τι με θέλεις; Να κρατάω φανάρι;»
«Θα κουβαλάω φράγκα…»
«Κι αν σου την πέσουν να στα φάνε, να μοιραστούμε το ξύλο…»
Έστρωσε τα μαλλιά του αμίλητος.
«Ρε φίλε, βαρέθηκα…» του ξεκαθάρισα.
Δε μίλησε.
«Με τη Μαρία τι γίνεται;»
«Γάμησέ με τώρα και μ΄ αυτή…»
«Της το ξέκοψες πάει να πει;»
«Όχι αλλά…»
«Είδες λοιπόν που είσαι αρχίδι;»
Έσκυψε πάλι το κεφάλι, μου τράκαρε μια Καμήλα και μαλακίστηκε με το ζίπο για ώρα πολλή.
«Εντάξει ρε παπάρα –πότε φεύγουμε;» τον ρώτησα αρπάζοντάς του τον αναπτήρα.
Χαμογέλασε.
«Είσαι ξηγημένος», είπε.
«Μαλάκας είμαι –προχώρα παρακάτω…»
«Σε καμιά ώρα…»
«Εντάξει –ραντεβού στο προαύλιο, στη μηχανή. Έφευγες;» ρώτησα καθώς σηκωνόμουν.
Είχα γίνει Ζέπελιν –λίγο ακόμα και θα τον πλάκωνα τον πούστη…

Πήγα και ξανακάθισα με τους υπόλοιπους.
«Τι τρέχει μ΄ αυτόν;» με ρώτησε η Βιβή.
«Τι να τρέχει –τίποτα δεν τρέχει», σήκωσα τους ώμους.
«Ακούγονται διάφορα…» παρατήρησε.
«Εμένα ν΄ ακούς», την έκοψα.
Πήγε να μιλήσει αλλά το μετάνιωσε –ήταν ξύπνιο παιδί η Βιβή.
«Ήθελα να σου πω πριν φύγεις…» με έπιασε από το χέρι ο Πάρης.
«Δεν πάω πουθενά…» μουρμούρισα αχρείαστα.
«Πριν φύγεις προηγουμένως…»
«Εντάξει –πες».
«Η…»
«Η ξανθιά;»
«Ναι. Θέλει να κάνει ένα άρθρο –θα πάρει συνεντεύξεις…»
«Και τι με νοιάζει εμένα;»
«Μου είπε να της τηλεφωνήσεις».
«Εντάξει…»
Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί και μου το έδωσε. Κοίταξα –τα γράμματά της, πλαγιαστά με μυτερές άκρες σα νύχια αρπακτικού. Δίπλωσα το χαρτί, το κράτησα στη χούφτα μου. Ο Πάρης δεν μπορούσε να κρύψει την ενόχλησή του –προτιμούσε χίλιες φορές την ξανθιά, αλλά ήταν θολωμένος και δεν ένιωθε το πόσο τυχερός είχε σταθεί που η ξανθιά δεν ασχολήθηκε μαζί του.
Σηκώθηκα, τους χαιρέτησα και βγήκα από του Βαστάζου με αργά βήματα –έκανε ψόφο έξω, κουμπώθηκα και στον πρώτο σκουπιδοτενεκέ σούταρα το τηλέφωνο της ξανθιάς με ραβέρσα μετά από προσποίηση. Δε μπήκε…

Ο Αντώνης με περίμενε δίπλα στη μηχανή, καθισμένος σ΄ένα πεζούλι με το κεφάλι σκυφτό.
«Δηλαδή ρε τύπε, θέλεις να μου πεις ότι θα πάμε πλατεία μέσα στο χαμό για να κάνεις ντηλ;» τον ρώτησα λες και δεν είχαμε διακόψει την κουβέντα πριν από ώρα.
«Ποιο χαμό;» απόρησε.
«Πού ζεις εσύ; Μέχρι και όνομα του έχουν δώσει –ΑΡΕΤΗ κι έτσι… Κάνουν συνέχεια σκούπα…»
«Άστους να κάνουν…»
«Δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει, αλλά είσαι μαλάκας», σχολίασα ξεκλειδώνοντας τη μηχανή.
«Πες μας κάτι καινούργιο», σήκωσε τους ώμους.
Φύγαμε απρόθυμοι να μπλέξουμε αλλά σίγουροι ότι την έχουμε πατήσει εκ των προτέρων.

Άφησα τη μηχανή στο στενάκι της Γραβιάς, για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο –πήραμε την ανηφόρα με τα πόδια, ο Αντώνης έτρεχε σχεδόν.
«Κόψε λίγο», του ζήτησα.
«Έχουμε αργήσει», είπε.
«Αφού έτσι κι αλλιώς θα περιμένουμε…» απάντησα στον αέρα.
Η Μπενάκη ήταν πιο άδεια από Κυριακή του Αυγούστου. Είχε πέσει και το σκοτάδι, απειλητικές σκιές ξεκόλλαγαν από τις εξώπορτες των κτιρίων –Αρπύιες, Ερινύες, τα πλοκάμια του Μεγάλου Κθούλου –μια παρέα ήμασταν όλοι.
Όσο πλησιάζαμε την πλατεία δυνάμωναν οι φωνές, ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι αλλά ο Αντώνης δεν καταλάβαινε Χριστό. Σε κάποια φάση είδα τύπους με καδρόνια να πετάγονται από έναν πεζόδρομο, τον βούτηξα και τον έχωσα στο βαθούλωμα που έκανε η εξώπορτα μιας πολυκατοικίας.
«Τι έπαθες;» έκανε αγριεμένος.
Του έδειξα τους τραμπούκους. Περνούσαν από το απέναντι πεζοδρόμιο –κοντοστάθηκαν για να κατεβάσουν τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου και έφυγαν τρέχοντας.
«Τι είναι αυτοί;»
«Δικοί μας δεν είναι πάντως…»
Συνεχίσαμε το δρόμο μας. Η πλατεία ήταν ποντικοπαγίδα –ΜΑΤ παραταγμένα έξω από τη Μαρονίτα,  κλούβες παρκαρισμένες τριγύρω, φασαρία στα στενά… Το παίξαμε αδιάφοροι σε στυλ Μια ωραία πεταλούδα.
«Αγοράκια –κάντε τη γρήγορα, τελειώσανε οι καραμέλες», μας σφύριξε ένας μπάτσος καθώς περνάγαμε μπροστά από τα ΜΑΤ.
«Σοφή κουβέντα…» παρατήρησα.
Ο Αντώνης ούτε που με άκουγε. Εγώ πάλι, είχα ψιλοχεστεί έως και χοντρο… Θα μας λιώνανε εδώ μέσα, ήμουνα σίγουρος.
«Εκεί», με τράβηξε από το μανίκι ο Αντώνης.
Τι εκεί;
Και τότε τους είδα. Αραχτούς στις καρέκλες του κλειστού ΤΣΑΦ κι από τους πεζόδρομους να ρέουν τα στερημένα πρεζόνια –πολύ Καλκούτα η κατάσταση… Κοίταξα γύρω τους παραταγμένους μπάτσους, κοίταξα μπροστά τους ντήλερς αραχτούς –τι όμορφη νύχτα για εμπόριο…
Φτάσαμε μπροστά σ΄ένα γλίτση που δεν έκανε καν τον κόπο να μας κοιτάξει –ο Αντώνης άλλαζε πόδι αμήχανος όσο εγώ τσέκαρα περιμετρικά.
«Τι θες;» ρώτησε ο γλίτσης –στο γενικό.
«Σε είχα πάρει τηλέφωνο…» μουρμούρισε ο Αντώνης.
«Εντάξει…» είπε ο γλίτσης χωρίς να δείχνει ότι θυμόταν κάτι. «Κι αυτός ποιος είναι;»
Εμένα εννοούσε μάλλον.
«Η σχέση, το νταλαβεράκι του…» απάντησα.
Σήκωσε τα μάτια και με έκοψε αργά.
«Είσαι έξυπνος;» με ρώτησε.
«Όχι –πούστης», του απάντησα.
«Διώχτον», σφύριξε στον Αντώνη.
«Ίσα ρε καμπούρη», στράβωσα.
Κι αμέσως το μετάνιωσα, δεν είχα έρθει για κάτι τέτοιο αλλά όταν βγαίνεις να περπατήσεις και σου ζητάνε χαρτοσημασμένη άδεια και παράβολο για το κάθε βήμα –κάπου τα παίρνεις άσχημα…
«Τι είπε το μουνάκι;» πετάχτηκε ένας ανθυπογλίτσης και μας πλεύρισε –κάτι άστραψε στο δεξί του χέρι, έκανα δυο βήματα πίσω κι ο γλίτσης σηκώθηκε.
«Τι είπες ρε;» τσίριξε.
Τα ΜΑΤ κουνήθηκαν –κάποιοι έτρεξαν μέσα από την πλατεία προς το μέρος μας.
«Φύγε», φώναξα στον Αντώνη κι έτρεξα προς Σπύρου Τρικούπη –μαλακία μου γιατί κι εκεί είχε ΜΑΤ -ποντικοπαγίδα…
Γύρισα πίσω, τα πρεζάκια ανέβαιναν προς Στρέφη, οι ντήλερ κοντοστέκονταν αδιάφοροι, ο Αντώνης έφευγε προς Στουρνάρη. Έκανα να τον ακολουθήσω αλλά βγήκαν κάποιοι με πολιτικά και γκλοπ από το μπατσοκαφενείο, μου έκοψαν το δρόμο.
Έστριψα και πέρασα μέσα από την πλατεία, τα ΜΑΤ είχαν σκορπίσει και κυνηγάγανε κόσμο –κατέβηκα τη Μπενάκη, σφαίρα. Απορούσα κιόλας πώς δεν έπεσα πάνω σε καμιά διμοιρία. Ακούμπησα σ΄ένα ΚΑΦΑΟ για να ξελαχανιάσω, κοίταξα τριγύρω –οι φωνές δυνάμωναν αλλά κόσμο δεν έβλεπα. Είδα όμως μια αφίσα κολλημένη κι ανακάλυψα ότι ήμασταν γκράντε μαλάκες γιατί σήμερα γινόταν διαδήλωση διαμαρτυρίας για την αποφυλάκιση όσων είχαν πιάσει στη Ρήξη.  
Ήμουν κοντά στη μηχανή πλέον –τι έπρεπε να κάνω; Να την πάρω και να ψάξω τον Αντώνη ή να πάω με τα πόδια; Αποφάσισα το δεύτερο γιατί η μηχανή είναι βάρος άμα σε μπλοκάρουν οι μπάτσοι. Ή θα τους πατήσεις ή θα σε πατήσουν…

Τράβηξα για Πατησίων μέσα από τα στενά, αν δεν πετύχαινα εκεί τον Αντώνη θα το πήγαινα όλο κάτω, από Στουρνάρη μέχρι πλατεία. Παπάρια…
Στα 200 μέτρα ανακάλυψα από πού έρχονταν οι φωνές –τουμπαρισμένοι κάδοι απορριμμάτων κι από πίσω 5-6 παιδιά πετάγανε πέτρες στους μπάτσους. Άλλαξα δρόμο, έπεσα πάνω σε κάτι τραμπούκους –ένας απ΄ αυτούς με είδε, έκανε νόημα στους υπόλοιπους, έστριψα κι άρχισα να τρέχω. Τα πάντα κλειστά –πέτυχα μόνο ένα άνοιγμα προς Ακαδημίας και βγήκα στο μεγάλο δρόμο, όσο να πεις, είσαι πιο σίγουρος κάτω από τα φώτα…

Η Ακαδημίας είχε βομβαρδιστεί κανονικά –σπασμένες βιτρίνες, αυτοκίνητα που κάπνιζαν αρειμανίως, σπασμένα γυαλιά στο οδόστρωμα… Κοντοστάθηκα μπερδεμένος, τι σκατά έκανα εδώ πέρα; Η μηχανή μου ήταν δυο στενά πίσω, ο Αντώνης χαμένος –πείναγα κιόλας, μήπως να χτύπαγα κάνα σουβλάκι; Γέλασα μάλλον αλλά μου κόπηκε στα σίγουρα όταν είδα κάτι παιδιά να έρχονται τρέχοντας από τη μεριά της Ομόνοιας. Πίσω τους λάμψεις και καπνοί –σε λίγο οι λάμψεις ήταν παντού γιατί άρχισαν να βγαίνουν ΜΑΤ από τους γύρω δρόμους, δακρυγόνα, σκατά, πού ήταν κρυμμένοι όλοι τους;
Τα παιδιά που έρχονταν τρέχοντας δεν ήταν πάνω από 20 κι όλο λιγόστευαν γιατί πετάγονταν μπάτσοι από τα στενά και τα μάζευαν –όταν έφτασαν δίπλα μου είχανε μείνει 5 ή 6.
«Τρέχα», μου φώναξε ένας αδύνατος με καρό πουκάμισο.
Έτρεξα μαζί τους. Πηγαίναμε προς τις στάσεις των λεωφορείων αλλά σε λίγο είδαμε τα ΜΑΤ να παρατάσσονται μπροστά μας –σταματήσαμε.
«Τον ήπιαμε», λέω σε έναν διπλανό.
Τότε φεύγει ένα δακρυγόνο και σκάει στα πόδια μας, το βουτάει μια κοπέλα και τους το πετάει πίσω –ούρλιαξε γιατί κάηκαν τα χέρια της.
«Πάμε τοίχο», φώναξε κάποιος.
«Δεν θα κάτσω να με πιάσουν», φώναξε κάποιος άλλος.
Οι μπάτσοι μας είχαν στα 100 μέτρα, μπρος-πίσω.
Μπήκαμε στο στενάκι δίπλα στην ΕΛΛΗ.
«Είναι ανοιχτά», ούρλιαξε ένα παιδί, δείχνοντας την πόρτα μιας πολυκατοικίας.
Κι όχι μόνο αυτό –ήταν ένας γέρος στην πόρτα και μας έκανε νόημα να μπούμε μέσα –μπήκαμε τρέχοντας, ανεβήκαμε μια σκάλα όσο ο γέρος κλείδωνε πίσω μας.

Στον πρώτο όροφο χωθήκαμε σε μια ανοιχτή πόρτα –τότε κατάλαβα ότι ήταν τα γραφεία της ΕΔΑ. Είχε κόσμο μέσα, κάθονταν στο πάτωμα ή σε καρέκλες πίσω από τραπέζια και μιλούσαν μεταξύ τους, δε μας έδωσαν σημασία.
Ανέβηκε πίσω μας ο γέρος που μου φάνηκε κάπως γνωστός.
«Καθίστε εδώ μέχρι να φύγουν», μας είπε χαμογελαστός.
«Ευχαριστούμε κύριε Γλέζο», ψέλλισε ένα παιδί και τότε κατάλαβα ποιος ήταν.
«Θέλετε κάτι; Ένα νερό; Κάτι να φάτε;» ρώτησε.
«Νερό», ζήτησαν κάνα δυο παιδιά.
«Κατουρήθηκα», είπε η κοπέλα που είχα δει πριν να πετάει πίσω το δακρυγόνο.
Γυρίσαμε και την κοιτάξαμε –ήταν ήρεμη αλλά κάμποσο αμήχανη.
Ο γέρος την πήρε από το χέρι και χάθηκαν στα μέσα δωμάτια –εγώ σωριάστηκα δίπλα σε μια μπαλκονόπορτα. Απέξω ακούγονταν θόρυβοι κι εκρήξεις. Άναψα μια Καμήλα, έψαξα τριγύρω για τασάκι –δε βρήκα εύκαιρο.
Σηκώθηκα με κόπο, άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και βγήκα έξω. Το κρύο με επανέφερε –κοίταξα κάτω, τα ΜΑΤ είχαν πατήσει το στενό και κοίταζαν προς τα πάνω.
«Κατεβείτε κάτω πουστράκια», φώναζαν.
«Σε 10 λεπτά θα ανέβουμε», προειδοποιούσαν.
Είδα μια γλάστρα δίπλα μου –έκανα να την αρπάξω και να τους τη σκάσω στα κεφάλια αλλά κρατήθηκα. Ήμασταν σε γραφείο κόμματος, δε θα τολμούσαν να ανέβουν αλλά δεν υπήρχε λόγος να τους δώσω πάτημα…
Και τότε είδα 2-3 απ΄ αυτούς να κατεβάζουν με τα γκλοπ τη τζαμαρία στο ισόγειο, έσκυψα –ήταν τα γραφεία του ΚΟΔΗΣΟ –πήγαινα στοίχημα ότι αύριο θα το φόρτωναν σε μας κι αυτό οι φυλλάδες.
«Τι κάνουν τα γουρούνια;» ακούστηκε μια φωνή δίπλα μου.
Πετάχτηκα. Για πρώτη φορά είχα τη δυνατότητα να τη δω πιο προσεκτικά –μακρύ κατάμαυρο μαλλί όλο μπούκλες, πράσινα μάτια, έμοιαζε πιτσιρίκα αλλά δεν ήταν και τόσο… Φορούσε ένα κοντό δερμάτινο μπουφάν, κοντή κοτλέ μαύρη φούστα και ψηλές μπότες –μάλλον φορούσε και κάποιο χοντρό καλσόν πριν κατουρηθεί κι αναγκαστεί να το πετάξει μαζί με το βρακί της.
«Γαμιέστε ρεεε…» τσίριξε κρεμασμένη στο μπαλκόνι.
Ένας μπάτσος από κάτω της έκανε κωλοδάχτυλο.
«Βάλτο στη μάνα σου αρχίδι», του απάντησε.
Την τράβηξα πίσω.
«Εντάξει –ηρέμησε», της είπα σιγά.
Με κοίταξε, έκανε να με σπρώξει αλλά το μετάνιωσε, έπεσαν τα χέρια της στα πλευρά και χάθηκε το βλέμμα της στο τίποτα.
Την έβαλα να καθίσει μακριά από τα κάγκελα του μπαλκονιού, τράβηξα δυο Καμήλες, τις άναψα και της έδωσα τη μία.
«Φτηνά τη γλιτώσαμε», είπα.
Δε μίλησε. Φοβήθηκα ότι θα μου πάθαινε καμιά υστερία κι άντε μετά να βγάλεις άκρη…
«Πώς σε λένε;» τη ρώτησα.
«Τζούλια», είπε σιγά.
«Είσαι σε κάποια σχολή;»
«Στο Φυσικό…»
«Φυσικά…» συμπλήρωσα κάνοντας ηλίθιο χιούμορ στο οποίο δεν έδωσε την παραμικρή σημασία.
Υπολόγιζα ότι είχε πάθει κάποιο σοκ, απ΄ότι είχα διαβάσει, πρέπει να βοηθάς να ξεκολλήσει το μυαλό τους, να τους γυρίζεις πίσω στην καθημερινότητα.
«Έτος;» συνέχισα.
«Τρίτο».
Καλά την είχα κόψει για μεγαλύτερη… Και για πολύ ζόρικη γκόμενα επίσης…
Έσβησε το τσιγάρο στο μωσαϊκό του μπαλκονιού κι άρχισε να τρέμει από το κρύο, γύρισα προς το μέρος της και της κούμπωσα το μπουφάν –σκατά, μόνο για φιγούρα ήταν… Έβγαλα το δικό μου το αμπέχονο και της το έριξα σαν κουβέρτα. Με κοίταξε –ντράπηκα.
«Ευχαριστώ», είπε.
«Μήπως να πάμε μέσα;» πρότεινα.
«Όχι –δεν θέλω να μπω εκεί μέσα…»
«Γιατί;»
Με ξανακοίταξε. Κάπως άγρια αυτή τη φορά.
«Εσύ δεν κάνεις τίποτα άλλο εκτός από το να ρωτάς;» μου χώθηκε.
«Ναι –φτιάχνω και τσολιαδάκια και τα πουλάω στην Ακρόπολη», είπα απότομα.
Γύρισε το κεφάλι της αλλού –σκατά τα κάναμε, ως συνήθως…

Σηκώθηκα και πήγα μέχρι τα κάγκελα, κοίταξα κάτω, οι μπάτσοι είχαν φύγει. Βολτάρισα μέχρι την άλλη άκρη, κοίταξα στην Ακαδημίας –ακόμα τίγκα. Είχαν έρθει και κάτι Πυροσβεστικές, κάτι σκουπιδιάρικα –καθάριζαν τα ίχνη.
Ο λαιμός μου πονούσε από τα τσιγάρα και τα δακρυγόνα –οχτακόσα κιλά βαρύς ήταν ο αέρας εκεί έξω. Άρχισα και να κρυώνω, ο κλασικός μαλάκας ιππότης της συφοράς.
Γύρισα προς το μέρος της. Εξακολουθούσε να παρακολουθεί ανέκφραστη κάποια ταινία που παιζόταν στο πουθενά.
«Λοιπόν Τζούλια», ξεκίνησα την αγόρευση, «εδώ έξω τζάμπα μας τρώει το κρύο κι οι μπάτσοι είναι ακόμα στην Ακαδημίας, δε μας βλέπω να ξεμπερδεύουμε πριν ξημερώσει. Νομίζω ότι πρέπει να πάμε κατά μέσα, να δούμε πώς θα βολευτούμε γιατί θα μας βρουν κασάτους με το ξημέρωμα και, εγώ τουλάχιστον, δεν τρώγομαι… Τι λες κι εσύ;»
Με κοίταξε απορημένη σα να με έβλεπε πρώτη φορά.
«Έλα δίπλα μου», είπε.
Πήγα και σωριάστηκα.
«Πάρε με αγκαλιά», είπε.
Την τράβηξα κοντά μου αμήχανα.
«Πιο σφιχτά», είπε.
Την έσφιξα και τότε γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος μου και με φίλησε –κανονικό φιλί με γλώσσες κι απ΄ όλα. Υπέροχα. Απελπισμένα –λες και θα μας παίρνανε σε καμιά ώρα για το απόσπασμα. Μετά έγειρε το κεφάλι της στο στήθος μου κι αποκοιμήθηκε –άκουγα τη στρωτή ανάσα της όσο ψόφαγα από το κωλόκρυο.
Έκανα μια προσπάθεια να σκεπαστώ κι εγώ λιγάκι με το αμπέχονό μου –τζάμπα κόπος –αλλά το σώμα της με ζέσταινε. Μείναμε εκεί, τα μαλλιά της γαργαλούσαν το λαιμό μου όμως δε με πείραζε –σκεφτόμουν ότι δεν φορούσε τίποτα κάτω από τη φούστα και κάπως έτσι πρέπει να με πήρε ένας ύπνος άθλιος, σαν ταινία του Αγγελόπουλου –είδα τον Αντώνη να τον σέρνουν από τα μαλλιά όσο εκείνος έκλαιγε κι ένας γλίτσης πρεζέμπορος σκάλιζε τα δόντια μου με μια οδοντογλυφίδα πριν του τη φτύσει στα μούτρα, πετάχτηκα…
Με χάιδευε στο πρόσωπο.
«Έλα, δεν είναι τίποτα –κάτι ονειρεύτηκες…» μου ψιθύριζε.
«Συγνώμη», είπα.
«Δεν πειράζει –όλοι στα ίδια είμαστε», χαμογέλασε και με φίλησε στα χείλη.
«Σε ξύπνησα…» έκανα χαζά.
«Καλύτερα…» μου χαμογέλασε. «Σου έχω πάρει το μπουφάν, θα πάθαινες τίποτα από το κρύο…»
Συνέχισα να την κρατάω κοντά μου και τότε θυμήθηκα.
«Τα χέρια σου…» είπα.
«Λες για το δακρυγόνο…»
Πήρα τα χέρια της στα δικά μου, γύρισα τις παλάμες της προς τα πάνω για να τις δω –είχε δυο φουσκάλες στο δεξί χέρι και μια στο αριστερό.
«Τώρα που το λες, άρχισαν να τσούζουν», χαμογέλασε.
«Δεν έπρεπε να πω τίποτα λοιπόν», κορόιδεψα.
Γέλασε πάλι κι έγινε ακόμα πιο όμορφη.
«Πάμε μέσα να δούμε τι θα γίνει…» της είπα και τη σήκωσα.
Κοντοστάθηκε.
«Τι πρόβλημα έχεις;» απόρησα.
«Να μωρέ –ντρέπομαι…»
«Τι πράγμα;»
«Κατουρήθηκα –το ξέχασες;»
«Εντάξει –και τι έγινε;» απόρησα.
Με κοίταξε. Σοβάρεψε.
«Δεν κατουρήθηκα από φόβο», μου είπε σιγά.
Την κοίταξα κι εγώ –κατάλαβα.
«Γράψτους στ΄ αρχίδια σου –έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι θα κοιμούνται», προσπάθησα να την καθησυχάσω.
«Στ’ αρχίδια μου ε;» γέλασε.
«Τρόπος του λέγειν…» δικαιολογήθηκα.
«Ας πάμε μέσα», είπε.

Μπήκαμε. Το σκηνικό είχε αλλάξει –δεν υπήρχε πια κόσμος στα τραπέζια, κάποιοι κοιμόντουσαν διπλωμένοι σα μωρά και δυο παιδιά μιλούσαν σιγά, πίνοντας καφέ ή κάτι τέτοιο.
Πλησιάσαμε.
«Πού ήσασταν εσείς;» ρώτησε το ένα παιδί. Φόραγε γυαλιά και είχε αχτένιστα μαλλιά –αφάνα.
«Οι μπάτσοι σπάσανε το ΚΟΔΗΣΟ από κάτω», είπε η Τζούλια.
«Κλασικά…» έκανε το άλλο παιδί.
«Καφέ θέλετε;» ρώτησε ο γυαλάκιας.
Θέλαμε. Στριμωχτήκαμε δίπλα τους –ήπιαμε σιγά, ξεφτιλίσαμε τις τελευταίες Καμήλες του πακέτου μου. Έμαθα ότι όλοι τους ήταν στη διαδήλωση –τους είχαν κόψει στην Ομόνοια και τους σκόρπισαν στους γύρω δρόμους, έκαναν συλλήψεις στο σωρό, κάποτε ανασυντάχθηκε ο κόσμος κι αρχίσανε να στήνουν οδοφράγματα…
«Και τελικά;»
«Μας έστειλαν τους τραμπούκους από τα στενά», είπε ο γυαλάκιας.
Έσκυψα το κεφάλι. Η Αθήνα καιγόταν κι εγώ έκανα πλάτες στον Αντώνη να αγοράσει σταφ. Πού να ήταν ο Αντώνης;
«Πρέπει να φύγω», πετάχτηκα μέχρι το ταβάνι.
«Δεν υπάρχει περίπτωση –είναι ακόμα απέξω», μου είπε το άλλο παιδί.
Πήγα στο τζάμι, κόλλησα τα μούτρα μου, είχε δίκιο. Ξαναγύρισα, άρχισα να κόβω βόλτες –ήξερα ότι δεν υπήρχε ελπίδα να βρω τον Αντώνη τώρα πια… Έπρεπε τουλάχιστον να περάσω από το σπίτι του, να δω αν είχε γυρίσει, να ησυχάσω. Εντάξει –κι αν δεν ήταν; Ανακάτεψα τα μαλλιά μου, ψάχτηκα για τσιγάρα…
Η Τζούλια με έπιασε από το χέρι και με τράβηξε κοντά της.
«Πρόβλημα;» ρώτησε.
Κούνησα το κεφάλι.
«Θα μάθεις αύριο…» μου είπε τρυφερά.
«Ποιος περιμένει μέχρι αύριο;» αναρωτήθηκα.
«Εσύ κι εγώ και όλοι μας…»
Την κοίταξα –είχε δίκιο και μου άρεσε πολύ. Που ήταν δίπλα μου, που είχε δίκιο που… όλα.
«Κοπέλα;» με ρώτησε σιγά.
«Εγώ;» μπερδεύτηκα.
«Κοπέλα έχεις χάσει;»
«Όχι –ένα φίλο μου…»
Χαμογέλασε.
«Εσύ;» ρώτησα.
«Εγώ –τι;»
«Κοπέλα;» χαμογέλασα.
«Όχι –ούτε κοπέλα, ούτε αγόρι…»
«Ωραία», είπα αν και δεν κατάλαβα και πολλά.
«Φεύγουν», φώναξε ο γυαλάκιας.
Τρέξαμε στα παράθυρα –κάποιοι από τους κοιμισμένους πετάχτηκαν και γύρισαν πλευρό. Είχε κίνηση στην Ακαδημίας –οι κλούβες φόρτωναν κι αποχωρούσαν –καραβάνι.
Πήγα λίγο στην τουαλέτα του ορόφου, έριξα νερό στα μούτρα μου, κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη –μια αθλιότητα. Πρέπει να ήταν μεγάλο το σοκ που πέρασε η Τζούλια για να φτάσει να με γουστάρει. Τι να γουστάρει δηλαδή; Φως-φανάρι, η κοπέλα έψαχνε κάπου να κρατηθεί, βρήκε τον πρώτο τυχόντα, στοίχημα ότι τώρα θα μάζευε τα πράγματά της και θα έφευγε –ούτε καν που θα με θυμόταν. Χαμογέλασα με οίκτο στο μαλάκα του καθρέφτη –κοίτα φάτσα που θες και γκόμενα…

Βγήκα αργά. Με περίμενε.
«Πού χάθηκες;»
«Τουαλέτα».
«Φεύγουμε;»
Τι άλλο να κάναμε;
«Πάω σπίτι –μένω εδώ κοντά, Μαυρομιχάλη», μου είπε.
«Έχω αφήσει τη μηχανή εδώ πιο κάτω…» έκανα αμήχανα.
«Εντάξει», είπε.
Τι εντάξει;

Κατεβήκαμε τις σκάλες, βγήκαμε με προφυλάξεις, όλα ήταν ήσυχα –ξημέρωνε. Στην Ακαδημίας δεν κυκλοφορούσε ψυχή, πιάστηκε από το μπράτσο μου κι εγώ ένιωσα ελαφρύς σα σύννεφο στη λιακάδα. Περάσαμε έξω από την ΕΛΛΗ, έπαιζε την Παρέα των Λύκων, κοντοστάθηκα μηχανικά.
«Δεν το έχω δει», μου είπε.
«Θέλεις να το δούμε;» ρώτησα.
«Ναι».
«Αύριο».
«Εννοείς σήμερα;»
Χαμογέλασα. Το αύριο είναι σήμερα…
Ανεβαίνοντας τη Μπενάκη πήρε το μάτι μου κάτι περίεργους, σφίχτηκα, εκείνη δεν τους πρόσεξε. Περάσαμε σε απόσταση, βρήκα τη μηχανή μέσα στην υγρασία.
«Πάμε…» είπα γενικά, καθώς την ξεκλείδωνα.
«Σπίτι μου», με συμπλήρωσε.
Σπίτι της…
«Μένεις μόνη;»
«Τώρα –ναι…»
Δε με ενδιέφερε να ρωτήσω για πριν. Για μετά –για οτιδήποτε. Οδηγούσα στη Σόλωνος, έχοντας την πιο όμορφη κοπέλα της γειτονιάς σφιγμένη πάνω μου.

Θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα…

Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους The Clash

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι