Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2017

16. «Ναυτία»


Οι μέρες περνούσαν, η μία μετά την άλλη κι έπειτα όλα άλλαξαν και οι μέρες περνούσαν η άλλη μετά τη μία –σωστός ο τοίχος… Απέναντι από την πολυκατοικία που έμενε η Τζούλια, κάθε φορά που πήγαινα να πάρω τη μηχανή, εκεί…

Τώρα τελευταία, μάλιστα, η μηχανή και το σπίτι της Τζούλιας ήταν κάμποσο μονοθέσια –πήγαινα μόνος για φαγητό, κατηφόριζα στην πλατεία για κόψιμο κίνησης και μπύρα στα όρθια, πέρναγα από σπίτι Τζούλιας για φρεσκάρισμα, έρημος κατέληγα Πήγασο για σκότωμα ώρας και κοιμόμουν εξίσου μόνος γιατί τα κορίτσια κάπου είχαν πάει, κοριτσοπαρέα δε σε παίρνει…
Ήξερα που πήγαιναν.

Εκείνο τον καιρό η πρεζαγορά της Κυψέλης απέκτησε ανταγωνισμό, είχαν κατέβει κάτι περίεργοι από Περιστέρι μεριά και πούλαγαν με την οκά, αρχίσανε και οι τραβηχτικές –πήγαιναν τα καραβάνια από την πλατεία στον Τοξότη και φόρτωναν για να φέρουν σε συγγενείς και φίλους. Η Τζούλια ήταν φιλική προς την πρέζα αλλά μην τρελαθούμε κιόλας, η Άννα είχε τσίχλα στον εγκέφαλο. Αφού το κάνει ο Τζάγκερ κι ο Σιδηρόπουλος γιατί όχι κι εμείς –τέτοια φάση. Άκουγε το Η ή το Heroin καπάκι με το Waiting for my man κι αρρώσταινε -κάθε φορά που άρχιζε τις φιλοσοφίες της απώλειας μού ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι –της κόλλαγα στη μούρη την ιστορία εκείνη από τη Βαβέλ που είχε τίτλο «Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίδα» κι άλλαζα δωμάτιο. Μαλακία μου αλλά είμαι μαλάκας γενικώς –τρέχει τίποτα;
Τρέχει.

Η Τζούλια με την Άννα στο Περιστέρι σκαρφαλώνουν στα νταμάρια, νύχτες με αθέατα φεγγάρια κι εγώ να μένω πίσω ανίκανος κι ανύπαρκτος. Αυτό τρέχει. Πάει μήνας τώρα, μπορεί και περισσότερο. Θέλεις και το χειρότερο; Το σπίτι της Τζούλιας γίνεται λαϊκό υπνωτήριο συχνά-πυκνά, γιατί οι Περιστεριώτες όταν φτιαχτούν δεν μπορούν να πάρουν τα πόδια τους, είναι και δυο αρχίδια με θηριώδεις Καβασάκι Ζ που οι δικές μου τους λιγουρεύονται.
«Ωραίος γκόμενος ο Γιάννης», λέει η Τζούλια.
«Χάρισμά σου –εγώ προτιμώ τον Αργύρη», σιγοντάρει η Άννα.
Είμαι κι εγώ εδώ, γαμώ το στανιό μου…
«Θα είχες πρόβλημα αν έκανα τίποτα;» με ρωτάει η Τζούλια.
«Κάνε δουλειά σου», ρίχνω τρία κιλά σύννεφο και πάω ν΄ αλλάξω το δίσκο στο πικάπ που πάλιωσε στα μισά του πρώτου τραγουδιού.

Κάνει ψωφόκρυο, η ώρα δεν περνάει και ξεροσταλιάζω στα φλιπέρια της πλατείας –δεν έχω όρεξη να ταΐσω τα μασίνια, δεν έχω όρεξη να ταϊστώ εγώ, δεν έχω όρεξη για τίποτα. Πριν καμιά ώρα ήρθαν οι λεγάμενοι στο σπίτι της Τζούλιας φορτωμένοι –την κοπάνησα για κάποιο ραντεβού με τα παιδιά της σχολής, παπάρια ραντεβού, έχω να δω τους άλλους κοντά ένα μήνα… Όσο ακριβώς έχω να πατήσω στη σχολή. Ξέρω ότι σήμερα το βράδυ η Άννα θα την πέσει στον Αργύρη, δεν ξέρω τι θα κάνει η Τζούλια, αλλά φαντάζομαι τα χειρότερα. Και είμαι σίγουρος ότι αυτό που θα γίνει, θα είναι τελικά χειρότερο απ΄ότι φαντάζομαι.  
«Ή παίξε ή παίξτον παραδίπλα», με σκουντάει ένας πάνκης ψιλόλιγνος.
Τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι έχουμε βρεθεί σ΄ένα σκασμό συναυλίες, κάνω στο πλάι, θέλω να του πω κάτι, σηκώνομαι και φεύγω τσαντισμένος.
Όχι μαζί του.

Έχω καβαλήσει τη μηχανή κυνηγημένος από χίλιους διαβόλους, το κρύο περονιάζει από στήθος σε πλάτη γιατί, σα μαλάκας, δεν έχω κλείσει το φερμουάρ του μπουφάν –μέχρι να φτάσω στους Στύλους δεν ξέρω που πάω, είμαι αριστερά για Βουλιαγμένης, τελευταία στιγμή πιάνω μεσαία, τερματισμένος στη Συγγρού μέχρι να χωθώ πίσω από το ΦΙΞ. Είναι εκεί, στο Νέο Κόσμο, ένα μπαράκι που το λένε Μπαράκι (το παίδεψαν πολύ το όνομα κατά πώς φαίνεται) παρκάρω απέξω. Στέκι Ρηγάδων αλλά πάνε και κάμποσοι δικοί μου, μπαίνω μέσα και είναι χαμάμ από την κάπνα, κοντοστέκομαι μην κουτουλήσω σε κάνα αδέσποτο ντουβάρι.
Και βλέπω αυτό το αναπάντεχα αναμενόμενο σετάκι σε ένα τραπέζι βάθος-κήπος, Βιβή, Μάνος, Αντώνης, Μαρία –θα χαμογελούσα αν δεν είχα ξεχάσει πώς γίνεται. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι με βλέπουν κι αυτοί –φωνές, αγκαλιές, φιλιά, χαθήκαμε ρε παιδιά, πώς παν’ τα κέφια, πιάσε ένα καρτούτσο, κάπελα –τέτοια κατάσταση.
Κάθομαι περιτριγυρισμένος σαν ορφανό που μάζεψαν από τους πέντε δρόμους ευγενικοί πλούσιοι, με κερνάνε ξηροκάρπια, μόνο παντόφλες δε μου έχουν φέρει να ξεκουράσω τα πόδια μου.
«Πες τι γίνεται με την περίπτωσή σου μη σε γαμήσω ρε μαλακισμένο», λέει στο τέλος η στοργική Βιβή.
Χαμογελάω –είναι ωραίο να είσαι με τους φίλους σου.
Ανάβω τσιγάρο –το καθυστερώ όσο μπορώ.
«Σκατά», λέω στο τέλος.
«Πες μας κάτι που δεν ξέρουμε», γελάει ο Αντώνης.
Κι έτσι τους λέω την ιστορία, προσπαθώντας να περιορίσω τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
«Αυτό είναι όλο;» γελάει πάλι ο Αντώνης. «Δικά μας παιδιά –πάμε από κει, ψιθυρίζω δυο φωνήεντα και χάνονται επιτόπου στο βάθος του συννεφιασμένου ορίζοντα».
«Δανείζω και Μάνο για κάνα μήνα μπας και ηρεμήσει αυτή η Άννα…» προτείνει η Βιβή βαθυστόχαστα.
Ο Μάνος την κοιτάζει δήθεν θιγμένος.
«Εντάξει –για καμιά βδομάδα, έχουμε κι εμείς ανάγκες», διορθώνει η Βιβή.
Χαμογελάω –έτσι γίνεται λοιπόν…
«Σκατά», ξαναλέω.
«Ε, φάτα ρε πουλάκι μου…» κάνει η Βιβή απηυδισμένη.
«Εννοώ ότι δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω με τη Τζούλια, όλα αυτά έχουν γούστο –αλλά εγώ δεν έχω…»
«Εντάξει –να σου βρούμε μια καλή κοπέλα», προτείνει ο Μάνος.
«Είσαι χαζός ρε μωρό μου;» του χώνεται η Βιβή.
«Σωστά», λέει ο Αντώνης.
Η Μαρία δε λέει τίποτα.
«Καρφωμένα τα δόντια στη λαμαρίνα, φιλαράκι;» σκύβει συνωμοτικά προς το μέρος μου ο Αντώνης.
«Οξυγονοκόλληση», παραδέχομαι.
«Ας πιούμε λοιπόν», προτείνει η Μαρία.
Κι αυτό κάνουμε. Αφήνουμε τα κυριλίκια με τις Στολίσναγια και πέφτουμε στη φτήνια, γραμμή κάνουν τα τριάρια τα Μεταξά, vomo ante portas

Όταν πάμε να σηκωθούμε, ανακαλύπτουμε ότι κάποιος μας έχει φορτώσει μ΄ένα τσουβάλι πέτρες τον καθένα και πρέπει να τις μεταφέρουμε υποχρεωτικά αφού το μαγαζί κλείνει. Στο πεζοδρόμιο έχει έρθει ένα ψιλόβροχο να κάνει παρέα στο ψωφόκρυο –μασέλες που χτυπάνε σε ρυθμό φοξ τροτ, γιακάδες που σηκώνονται…
«Άστη εδώ τη ρημάδα, δυο βήματα είναι το σπίτι μου», λέει η Βιβή.
Κοιτάζω τη μηχανή, δε μου πάει να την παρατήσω.
«Εντάξει…» ψελλίζω.
Κι ανεβαίνω στη σέλα, γίνομαι επιτόπου μούσκεμα μέχρι μέσα από σώβρακο, θα βλαστημούσα αν δεν είχε παγώσει η γλώσσα μου.

Δεν παίρνω χαμπάρι πώς φτάνουμε στο σπίτι της Βιβής κι απορώ ειλικρινά που δεν έχω μαζέψει καμιά εικοσαριά σαβούρδες, αλλά καταφέρνω να παρκάρω ολόκληρος –κι εγώ και η μηχανή. Μέσα στο σπίτι παίζονται μουσικές καρέκλες με γαμοσταυρίδια για υπόκρουση. Όποιος προλαβαίνει καβατζάρει κρεβάτι, καναπέ και οι υπόλοιποι βολεύομαι στο πάτωμα, κολλητά στο σβηστό καλοριφέρ. Τουρτουρίζω βρεμένος αλλά δεν έχει σημασία γιατί όλα αυτά τα νιώθει κάποιος άλλος άνθρωπος, του οποίου τη ζωή παρακολουθώ σε οθόνη τηλεόρασης και τη βαριέμαι κιόλας –πολύ μελό αδερφάκι μου… Πέφτω σε κώμα.
Και κάτι πέφτει πάνω μου, από την αφή καταλαβαίνω ότι πρόκειται περί κουβέρτας, ακούω μια φωνή από την τηλεόραση ακούω τη Βιβή να μουρμουρίζει «θα κοκαλώσεις ρε μαλάκα», τι δουλειά έχει η Βιβή στην τηλεόραση; Μην ασχολείσαι…

Ένα πέτρινο κύμα σκάει στο μέτωπό μου, τραβιέται πίσω απλώς για να πάρει φόρα και με ξαναχτυπάει. Αλλάζω θέση, καμιά βελτίωση. Ποιος πούστης παίζει μαζί μου; Ανοίγω τα μάτια για ν΄ανακαλύψω ότι το κύμα δεν έρχεται απέξω, αλλά μέσα από το κεφάλι μου. Δε βλέπω καλά, δεν ακούω τίποτα πέρα από τη βουή του κύματος και το στομάχι μου είναι ένας κόμπος από καραβόσκοινα που ψάχνει να βγει έξω.
«Σκατά», μουρμουρίζω, μάλλον, και ψάχνομαι για καμιά εξυπηρετική Καμήλα. Κάτι βρίσκω στην τσέπη του μπουφάν μου, ανάβω και στην πρώτη ρουφηξιά ο κόμπος από το στομάχι σκαρφαλώνει στο λαιμό.
Κατρακυλάω μέχρι την τουαλέτα, χώνω το κεφάλι στη λεκάνη, παθαίνω κάτι περιποιημένους σπασμούς αλλά δε βγάζω τίποτα –μηδέν από μηδέν, μηδέν –όταν βαριέμαι να κρέμομαι ανάποδα, στήνομαι στα πόδια μου. Ένας αποκρουστικός μαλάκας με χαζεύει μέσα από τον καθρέφτη. Και κάποιος άλλος μαλάκας κοπανάει την πόρτα –ανοίγω, πέφτω πάνω στον Αντώνη.
«Την πουτσίσαμε φιλαράκι –μεσημέριασε…» μου λέει.
Σηκώνω αδιάφορα τους ώμους καθώς βγαίνω και μετά θυμάμαι ότι ο Αντώνης είναι εργαζόμενος, κανονικός, με ωράριο. Ο ταχυδρόμος που χτυπάει πάντα δυο φορές, πριν τον πάρει στο κυνήγι ο σκύλος του σπιτιού.
«Πάρτους και πες ότι είσαι άρρωστος», μουρμουρίζω.
«Τους έχω πάρει τόσες φορές, που πρέπει πλέον να δηλώσω ανίατος», λέει καθώς μου κοπανάει την πόρτα της τουαλέτας στα μούτρα.

Στην μικρή κουζίνα του διαμερίσματος η Βιβή βράζει νερό για νες και είναι αυτή η πιο ελπιδοφόρα κίνηση της καινούργιας μέρας –έξω από τη μπαλκονόπορτα ο ήλιος ήδη μαχαιρώνει. Κοιτάζω το ρολόι μου –δωδεκάμισι. Στο μέσα δωμάτιο οι εναπομείναντες λειτουργούν ακόμα με μηχανική υποστήριξη.
«Πώς είσαι;» με ρωτάει με γυρισμένη την πλάτη.
«Λίγο μετά το θάνατο», απαντάω.
«Νεκρική ακαμψία;»
«Όχι –στα καζάνια της κόλασης».
Γελάει όσο φτιάχνει καφέδες.
Κάθομαι. Από την τουαλέτα ακούμε τον Αντώνη να ξερνάει σε στυλ υπερπαραγωγή.
 «Κι αυτός καλά είναι», της κάνω νόημα.
Κάθεται.
«Παρακάτω τι γίνεται;» με ρωτάει.
Ανάβουμε τσιγάρα που θα πάνε άκλαυτα.
«Δεν ξέρω… Θα πάω σπίτι της».
«Κι άμα είναι ο άλλος;»
«Θα του πετάξω τ΄άντερα έξω…»
«Σιγά ρε σκληρέ άντρα…»
«Εντάξει… Θα πάρω δυο σώβρακα για δικαιολογία και θα φύγω».
«Τώρα μιλάς καλά».
«Και θα τον περιμένω από κάτω να του πετάξω τ΄άντερα έξω…»
Γελάει χαραμίζοντας μια ολόκληρη τζούρα.
«Και τι θα κερδίσεις με αυτό; Απλά θα έχουν κάτι να κοροϊδεύουν τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Γιατί το βλέπω πιθανό και τη γκόμενα να σου πήδηξε και να σε σαπίσει στο ξύλο, στην κατάσταση που είσαι τώρα…»
«Έχεις δίκιο. Λες να του κάψω τη μηχανή;»
Ξεκαρδίζεται.
«Πόσων χρονών είπαμε ότι είσαι; Το Δημοτικό το τελείωσες; Ρε μαλάκα, με τέτοια μυαλά περιμένεις να κρατήσεις γυναίκα;»
«Ότι δηλαδή τώρα την έχω και την κρατάω…»
«Δεν έχει σημασία. Χάσεις-κερδίσεις το θέμα είναι να μην παίζεις…»
«Να μην παίζω…»
«Να ρε βούρλο. Ποια θα σε πάρει στα σοβαρά όταν δει ότι παίζεις;»
Το βουλώνω σκεπτικός. Προβληματίζομαι. Αν έριχνα ένα χέσιμο μήπως αισθανόμουν καλύτερα; Γιατί από εμετό δε με κόβω ικανό… Και πώς θα είναι η τουαλέτα μετά τον Αντώνη;
«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει η Βιβή.
«Αυτά που μου είπες», χαμογελάω.

Το θέμα είναι ότι μετά τον καφέ μού βγαίνει όλη η νύστα. Κι επίσης οι άλλοι αρχίζουν να σηκώνονται. Δράττομαι της ευκαιρίας, που λένε οι μορφωμένοι, και χώνομαι στο κρεβάτι –μουρμουρίζω ένα «θα ξαπλώσω λίγο γιατί δεν…» και μετά ξεραίνομαι.
Όταν ξυπνάω έχει πάρει να σβήνει ο σιχαμένος ο ήλιος –το κεφάλι μου δεν πονάει, το στομάχι δε με ενοχλεί αλλά νιώθω σα να με πέρασε οδοστρωτήρας. Μόνο η Βιβή με το Μάνο έχουν μείνει, τους ακούω να τρώνε στην κουζίνα, πετάγομαι αλαφιασμένος.
«Πρέπει να φύγω», λέω.
«Κάτσε να φας κάτι».
«Πρέπει να φύγω».

Πρέπει να δω τι έγινε, πρέπει να τη δω, πρέπει να φύγω, πρέπει να φτάσω γρήγορα –η μηχανή δεν παίρνει και με ξεσκίζει στις ανάποδες, βλαστημάω, αρχίζω να ιδρώνω, η μηχανή μπούκωσε…
Την πάω σπρώχνοντας στο δρόμο κι όταν αρχίζουν να γυρίζουν οι ρόδες σηκώνομαι στους μαρσπιέδες και βάζω την πρώτη σκαστή –η μηχανή κλωτσάει άσχημα, κρατιέμαι -φύγαμε.
Ο δρόμος δεν είναι φίλος μου και τα φανάρια έχουν βαλθεί να μου διαλύσουν το νευρικό σύστημα, βλέπω τα αυτοκίνητα σαν κατολίσθηση, τους πεζούς σαν άμμο που τρίβει στα μάτια μου, βλέπω ότι δε βλέπω καθόλου καλά…
Όμως τα καταφέρνω. Παρκάρω δίπλα στο γαμιόλη τον τοίχο, τραβάω το κλειδί πριν σβήσει η μηχανή, ετοιμάζομαι να τρέξω αλλά φρενάρω. Ήσυχα, ήρεμα, πάρε το χρόνο σου… Μην μπεις μέσα σ΄αυτή την κατάσταση...
Ανάβω μια Καμήλα, ακουμπάω στον τοίχο και μετράω ανάποδα από το 100, κάπου στο 60 κόβω, ανασαίνω βαθιά, είναι ώρα; Έχω ακόμα μισή Καμήλα άκαυτη, κοιταζόμαστε –δε θα με παρεξηγήσει. Την πετάω στον αέρα και την σουτάρω ψιλοκρεμαστά, μετά την παρακολουθώ να σκάσει στο δρόμο, μέσα σε μια λακκούβα –άψογος…
Περνάω απέναντι.

Μισοσκόταδο προς το δε βλέπω τίποτα, τσιγαρίλα ανακατεμένη με κλεισούρα, κοντοστέκομαι στην πόρτα για να συνηθίσουν τα μάτια μου. Καταφέρνω να δω ένα πτώμα στον καναπέ σκεπασμένο με ένα βουνό κουβέρτες –εντάξει, αυτή είναι η Άννα. Περνάω δίπλα της στις μύτες, μην την ξυπνήσω και τη χάσουμε από πελάτη –στην κρεβατοκάμαρα βρίσκω τη Τζούλια, βλέπω τα μαλλιά της πάνω από την κουβέρτα και τίποτα άλλο, είναι γυρισμένη προς τον τοίχο. Ακουμπάω στην πόρτα αμίλητος.
«Έλα να ξαπλώσεις», την ακούω να ψιθυρίζει.
«Εγώ είμαι», της λέω ηλίθια –γιατί φοβάμαι μη με πέρασε για κάποιον άλλο.
Δε μιλάει.
Βγάζω τα ρούχα μου, στριμώχνομαι δίπλα της, έρχεται και χώνεται στην αγκαλιά μου –το πρόσωπό της στο στήθος μου, φοράει μόνο μια κοντομάνικη και εσώρουχο. Την κρατάω με ξύλινα χέρια.
«Πού ήσουν;»
Δε μιλάω.
«Μου έλειψες».
Θέλω να της πω… Δε λέω κουβέντα.
«Νυστάζεις;» τη ρωτάω τελικά.
«Δεν ξέρω», μουρμουρίζει και μετά νιώθω την αναπνοή της σταθερή, ήρεμη να χτυπάει στο στήθος μου.
Κλείνω τα μάτια, σκέφτομαι ότι όλα είναι καλά –δηλαδή δε θα με παρατήσει, με θέλει ακόμα, αλλά είναι όλα καλά; Τι έγινε; Φοβάμαι να τη ρωτήσω.
Και τότε τη νιώθω να τραντάζεται, ένα τρέμουλο που ξεκινάει από τους ώμους και σκάει πάνω μου, νιώθω ήδη την υγρασία. Τη σπρώχνω λίγο πίσω.
«Κλαις;» η κλασική ερώτηση του μαλάκα.
Η σωστή απάντηση είναι: όχι –κατουρήθηκα με το που σε είδα…
Αλλά η Τζούλια δεν απαντάει τίποτα. Κολλάει περισσότερο πάνω μου, πιέζει το σώμα της στο δικό μου, θα φώναζα από ενόχληση αν δεν ήμουν, για κάποιο αρρωστημένο λόγο, πανευτυχής.
«Πες μου τι έγινε…»
«Δεν έπρεπε να φύγεις…»
Κουμπώνω αλλά προσπαθώ να το κρύψω.
«Ήρθαν… και γίναμε…»
«Παρακάτω…» λέω προσπαθώντας να μη δείξω πόσο σπασμένος είμαι.
Δε μιλάει. Συνεχίζει να με σφίγγει, τα πόδια της μπερδεύονται με τα δικά μου. Και η όλη φάση αρχίζει να γίνεται ερεθιστική.
«Κάποια στιγμή έχασα επαφή με το περιβάλλον…. όταν συνήλθα τον βρήκα πάνω μου…»
Πετάγομαι –τραβιέμαι πίσω, την κοιτάζω κατάματα. Προσπαθεί να γυρίσει το κεφάλι της από την άλλη πλευρά, αλλά τώρα είμαι εγώ αυτός που τη σφίγγω.
«Δεν ήθελα να κάνουμε τίποτα…»
«Και;»
Δε μιλάει…
«Δηλαδή σε βρήκε ντάγκλα και σε πήδηξε;»
Δε μιλάει…
Πετάγομαι από το κρεβάτι, ψάχνω τα τσιγάρα μου –το μετανιώνω πριν ανάψω, τώρα ψάχνω τα ρούχα μου.
«Ντύνεσαι;»
Τώρα είναι η σειρά μου να μουγκαθώ.
«Θα φύγεις;»
Την κοιτάζω –είναι διαλυμένη.
«Θα γυρίσω».
«Πού θα πας;»
«Σε πήδηξε χωρίς τη θέλησή σου –αυτό δεν μου είπες;»
«Ναι αλλά…»
Κοντοστέκομαι.
«Ίσως να φταίω εγώ –ήμουν πολύ άνετη μαζί του, μπορεί και να τον φλέρταρα δεν ξέρω…»
Ανάβω τσιγάρο –έχω μια δουλειά εδώ πέρα να τελειώσω, πριν τελειώσω τη δουλειά μαζί του.
«Κοίτα –εσύ μπορεί να του έκανες και στριπτίζ, δε μου λέει κάτι αυτό…»
«Δεν θέλω να πας –μείνε μαζί μου».
«Ο τύπος έχει τελειώσει αλλά δεν το ξέρει…»
Γελάει, την κοιτάζω απορημένος. Τι είναι αυτό τώρα; Αρχές υστερίας;
«Έχει τελειώσει και το ξέρει», μου λέει.
«Μέσα σου;»
Το ανάβω τελικά το γαμημένο το τσιγάρο, κάθομαι στο πάτωμα. Δεν την κοιτάζω κι εκείνη έχει χώσει το κεφάλι μέσα στην κουβέρτα.
«Σε χρειάζομαι τώρα…» λέει πνιχτά.
«Εδώ είμαι…»
«Μη φύγεις».
Κοιτάζω την καύτρα του τσιγάρου, μοιάζει κάπως πεθαμένη, τραβάω μια γερή για να την ξαναζωντανέψω. Μετά σβήνω το τσιγάρο στην παλάμη μου –δε νιώθω τίποτα.
Από το μέσα δωμάτιο ακούω την Άννα να ροχαλίζει. Χαμογελάω.
«Η Άννα;»
Βγάζει το κεφάλι της από την κουβέρτα.
«Τι;»
«Η Άννα, όλα καλά;»
«Ναι –εκείνη τουλάχιστον το ήθελε…»
«Εσύ;»
Με κοιτάζει πραγματικά απορημένη.
«Τι εγώ;»
«Δεν το ήθελες;»
«Γιατί γίνεσαι μαλάκας τώρα;» ρωτάει έτοιμη να βάλει τα κλάματα πάλι.
«Δε γίνομαι –πάντα ήμουν…» ψιθυρίζω.
Σηκώνομαι.
«Πού πας;»
«Για κατούρημα».
«Θα ξανάρθεις;»
«Αν δε με ρουφήξει η λεκάνη…»
Δε γελάει.

Τα πόδια μου ακουμπάνε ξυπόλυτα το παγωμένο μωσαϊκό αλλά η δροσιά που νιώθω είναι πρόσκαιρη, τα πόδια μου καίνε και στα δάχτυλά των χεριών μου νιώθω το αίμα να βελονιάζει. Παίρνω ανάσα, το αίμα φουσκώνει στις φλέβες μου, ζαλίζομαι, κοπανάω σ΄έναν τοίχο –ισιώνω κάπως. Στο δεξί συρτάρι της κουζίνας έχει η Τζούλια ένα μαχαίρι απ΄αυτά που χρησιμοποιούν οι χασάπηδες για να ξεκοιλιάζουν κατσίκια –πολλές φορές αναρωτήθηκα τι το ήθελε, τώρα καταλαβαίνω.
Το βρίσκω, σφίγγω τη λαβή, στρίβω για το δωμάτιο που κοιμάται η Άννα. Περνάω δίπλα της, χώνομαι στην τουαλέτα, κόβω το δεξί μου χέρι στο μπράτσο και πάνω από τον καρπό, κόβω το δεξί μου πόδι στη γάμπα –κάθομαι στη μπανιέρα και χαζεύω το αίμα να τρέχει, όταν το βλέπω να σταματάει πιέζω με τα δάχτυλά μου να βγει περισσότερο. Αλαφρώνω.
Για λίγο. Μετά πάλι το αίμα φουσκώνει, εκεί που κόπηκα οι πληγές παίρνουν να ξεραίνονται –κόβω παραδίπλα, ησυχάζω πάλι. Όταν βεβαιώνομαι ότι βγήκε κάμποσο άγριο αίμα από μέσα μου –και το ξέρω γιατί νιώθω καλά, δεν χτυπάνε πια τα μηνίγγια μου, δεν φουσκώνουν άλλο οι φλέβες –πέφτω στα τέσσερα και καθαρίζω το πάτωμα με χαρτί τουαλέτας.
Μου παίρνει κάμποση ώρα αλλά κάνω καλή δουλειά –μέχρι κάτι τρίχες που έχουν πέσει όσο χτενίζονταν τα κορίτσια εδώ μέσα, μέχρι κι αυτές έχω μαζέψει –ρίχνω τα χαρτιά στη λεκάνη, τραβάω το καζανάκι.
Όλα εντάξει.

Γυρίζω πίσω στο κρεβάτι, η Τζούλια τρέμει, την παίρνω αγκαλιά και κρατιέμαι να μην τραβηχτώ όσο πιέζεται πάνω μου, πρέπει να πάω αυτά τα ρούχα που φοράω για πλύσιμο σύντομα.
«Δε θα βγάλεις τα ρούχα σου;»
«Όχι –κρυώνω λίγο…»
«Εσύ πού ήσουν;»
«Με τα παιδιά από τη σχολή. Κοιμηθήκαμε παρέα».
«Πού;»
«Στης Βιβής».
«Όλα καλά;»
«Όλα καλά».
Κλείνω τα μάτια. Βλέπω την εικόνα του, καρό πουκάμισο καουμπόικο, φράντζα, λιγδιασμένο μαλλί, ψηλός –ίσως λίγο περισσότερο από μένα –κοκαλιάρης με σημάδια από την ακμή. Τα μάτια του θολά, δεν έχουμε κουβεντιάσει ιδιαίτερα αλλά θυμάμαι ότι μιλάει αργά, αφήνει τις προτάσεις στη μέση, σα να κολλάει το μυαλό του κι αυτό το πουλάει για υφάκι.
Πώς θα του κάνω ζημιά χωρίς να το πάρει είδηση η Τζούλια; Με παίρνει ο ύπνος όσο το σκέφτομαι…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Χ

2 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

CaptainHarlock είπε...

Τελικά «τα πράγματα ήτανε πάντοτε δύσκολα, δε δυσκόλεψαν τώρα ξαφνικά». Πάλι ο σωστός ο Μεγάλος. Να σου πω τη (μαύρη) αλήθεια δεν την περίμενα την Τζούλια σε τέτοιο στυλ. Θέλω να πω, όταν, στο «Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων», οι φίλοι μας κρυφοκοιτάζουν την Άλεξ στο μπάνιο και παίρνουν γραμμή ότι τρυπιέται, εντάξει, κάπως είχε ήδη πάει το μυαλό μου εκεί. Συνήθως, η πρέζα τότε έλκυε ανθρώπους με ευαισθησίες, πιο ιδιαίτερους, πιο ανθρώπινους. Εντάξει, όχι μόνον τέτοιους, σε καμία περίπτωση. Αλλά τώρα είναι αλλιώς, κάπως αλλιώς τέλος πάντων. Μπορεί να λέω και βλακείες βέβαια, αλλά ξόδεψα κάμποσες ώρες σήμερα στον «ουρανό» ενός τράκτορα, να μοντάρω αεροτομές και τα ρέστα, είχε και δυο καντάρια κρύο σπέσιαλ, οπότε μη δίνεις σημασία.
Νομίζω στο είχα γράψει και πρωτύτερα, δεν τη συμπάθησα και πολύ την Τζούλια. Σα να μου φαίνεται πως πλατσουρίζει στα ρηχά, αλλά, συνάμα, πουλάει στυλάκι, «εγώ κάνω μακροβούτι πέντε λεύγες και σε όποιον γουστάρει». Ενώ η Άλεξ μου έβγαλε κάτι διαφορετικό. Είχα κι εγώ μια «Άλεξ» κάποτε, πριν δυο χιλιάδες χρόνια (και βάλε). Αλλά τούτη δεν είχε καβάτζα. Το πήγε μέχρι τέρμα στην καταστροφή της, με πυροτεχνήματα (που λες κι εσύ) κι άνευ. Όχι, δε μιλώ για θάνατο. Υπάρχουν αυτοτιμωρίες χειρότερες κι από αυτόν. Ας ονομάσουμε τη «δική μου» «Τζο» (έτσι της άρεσε να τη φωνάζω). Με γυρνάς πολλά χρόνια πίσω. Αλλά (μάλλον) το έχω ανάγκη.
Έχω να σου γράψω και για το αφιέρωμα που έγινε στον Μεγάλο. Φυσικά και δεν πήγα. Με στεναχώρησε αυτό που έγινε, έτσι όπως έγινε. Αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα. Θα επικεντρωθώ εκτενώς το σαββατοκύριακο, που θα ξελασκάρω.
Υ.Γ. Ελπίζω η σκηνή που ο φίλος μας κόβεται, αυτοτιμωρείται αγρίως, για να μην κόψει κεφάλια κι οπίσθια, να είναι μυθοπλασία. Αλλά πάλι μάλλον βλακείες λέω… Να προσέχεις τον εαυτό σου, σου στέλνω δύναμη.

The Motorcycle boy είπε...

Αν αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε τη μυθοπλασία από τα πραγματικά γεγονότα -την πατήσαμε φίλε...
Πάντως, ο γενικός κανόνας είναι οτι η πραγματικότητα υπήρξε μονίμως τρομακτικότερη από τη φαντασία -έτσι και η βάση αυτής της ιστορίας.

Τζούλια, Άλεξ, Τζο... "ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα", που λέει και το ανέκδοτο.
Η πρέζα ήταν μόδα το ΄80, ζούσαμε το Velvet όνειρό μας σε πιο βλάχικη εκδοχή -κάπως έτσι.

Υ.Γ.: "Στη Βέρα... σε κάποια Βέρα τέλος πάντων", το είχε πει ο Μεγάλος, τι να λέμε εμείς;

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι