Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2016

7. «Το μόνο που θέλαμε ήταν τα πάντα»


«Ακούστε –δηλώνω ένοχος μισανθρωπίας/ Κρεμάστε με, θα το εκτιμήσω ιδιαιτέρως…» Ο δίσκος γυρίζει στο πικάπ, ο Νίκολας Έντουαρντ Κέιβ (Νικ για εχθρούς και φίλους) ασχολείται με Μύγες Χωρίς Φτερά κι εγώ έχω ανοίξει το παράθυρο για να μη ντουμανιάσουμε. Όλα είναι καλά όταν έχεις καλή παρέα –χτες βράδυ είδα το Out of the blue στην ΕΛΛΗ και βγήκα από το σινεμά άρρωστος με τη Λίντα Μανζ, μετά κατέβηκα Πλάκα για να τσεκάρω τα κλειστά κλαμπ (κάποιο πογκρόμ εκεί πέρα, τίποτα δεν αφήσανε πέρα από τα τηγανητά κολοκύθια με τζατζίκι) και σε λίγο πρέπει να γυρίσω το δίσκο στη δεύτερη πλευρά, να κλείσω και το παράθυρο –κάνει κρύο εκεί έξω.  Έχω ακούσει για ένα μαγαζί κοντά στην πλατεία, Πήγασος το όνομα, δίπλα στο κωλάδικο της περιοχής –τα σπάνε κάθε βράδυ, λέει -ποιος καργιόλης το λέει; Δεν έχει σημασία –θα περάσω να κόψω κίνηση…
Στο απέναντι σπίτι, στον πρώτο όροφο, μια πιτσιρίκα απλώνει κιλότες και σουτιέν –ωραία πράγματα, την έχω πάρει γραμμή την πιτσιρίκα –μετακόμισε πρόσφατα με τους γονείς της, καλή είναι, ξανθό μαλλί, κολλητά μπλουζάκια, αλλά βούρλο. Με ρώταγε τις προάλλες αν ξέρω ποιο λεωφορείο πάει στην παραλία γιατί είχε ραντεβού για μπόουλινγκ, άκου μπόουλινγκ… Να φορέσουμε και τίποτα πατίνια, να γυρνάει και η ντισκόμπαλα, να γίνουμε Μπαρμπαρέλα –άσε μας ρε νιάνιαρο. Όχι ότι είχε ασχοληθεί μαζί μου η κοπέλα δηλαδή κι όχι ότι αν ασχολιόταν θα με χάλαγε –γενικά μιλάμε… Για μοναξιά λόγω παραίτησης –κατάλαβες; Δε θέλω κανέναν, δε με θέλει κανένας και γι΄αυτό δεν κάνω τίποτα. Μόνο γυρνάω τους δίσκους τούμπα σαν ψήστης σε σουβλατζίδικο και ψάχνω να βρω πώς θα ξεχωρίσω το αύριο από το σήμερα, όταν τίποτα δεν αλλάζει και τίποτα δε γίνεται…

Έχει συννεφιά στο δρόμο για τη σχολή, το πάει για ψιλόβροχο. Οδηγώ τη μηχανή σα να πηγαίνω στον οδοντίατρο, δε θέλω να πάω, πώς το λένε, «όχι, δε με συγκινεί/ ακόμα κι αν την έχω δει την ταινία/ δεν θέλω να πιάσω το σφυγμό σου/ δεν θέλω να πάω στο Τσέλσι», ο Έλβις είναι Βασιλιάς ρε καργιόληδες! Ο καινούργιος Έλβις…
Το γεγονός είναι ότι δεν θέλω να τη δω, δε θέλω να πέσω πάνω της, αλλά είναι η μέρα της γενικής συνέλευσης, δε χάνονται αυτά.

 Το καφενείο του Βαστάζου είναι γεμάτο Κνίτες, στο καφενείο του Πανάγου έχουν αράξει οι Πασπίτες –όποιος έρχεται νωρίς βρίσκει θέση κι έτσι εμείς με τους Αγωνίτες ξεμένουμε στο γρασίδι, δίπλα στο άγαλμα, με κίνδυνο να πάθουμε κόψιμο αφού το χορτάρι είναι μουσκίδι.
Πλεύρισα τους δικούς μου -ο Παπ, η Μαρία, η Αλέκα, η Βιβή και κάμποσοι ακόμα –ο Πάρης που με χαιρέτησε λες και ήμασταν κολλητοί από το νηπιαγωγείο κι ο μαλάκας ο Μάκης πρώτη μούρη στο Καβούρι. Τράβηξα τον Παπ παράμερα.
«Τι θέλει αυτός ο μαλάκας εδώ;»
Χαμογέλασε.
«Στηρίζει…» ψιθύρισε κοπανώντας ένα τσιγάρο στο νύχι του.
«Αυτός είναι κομματόσκυλο ρε…»
«Ναι, αλλά χωρίς αφεντικό».
«Και τι ρόλο βαράμε εμείς; Μπόγιας ή Φιλοζωική Αμαρουσίου;»
Με χτύπησε στην πλάτη.
«Τι προτείνεις δηλαδή; Να του πούμε ότι επειδή ήταν σε κόμμα και μιλάει σα ντουντούκα δε χωράει ανάμεσά μας;»
Το σκέφτηκα –είχε δίκιο. Αλλά και πάλι…
«Εξακολουθεί να μη μου κολλάει», διαπίστωσα.
«Άμα δεν κολλάει θα πέσει από μόνος του», με καθησύχασε ο Παπ και την έκανε.
Έξυσα το κεφάλι μου σκεπτικός και κάπως έτσι με πέτυχε ο Χωρικός.
«Τι έγινε ρε κωλοπαίδι; Γαμήσαμε;» ρώτησε.
«Γαμηθήκαμε», τον γείωσα και σκοτείνιασα.
Ο Πάρης μίλαγε με τη Βιβή και μου έκαναν νόημα –πήγα κοντά τους γιατί δεν είχα όρεξη να συνεχίσω αυτή την κουβέντα.
«Για έλα κι από μας αγόρι μου –στήνουμε μια φράξια και θέλουμε τη βοήθειά σου», γέλασε ο Πάρης.
«Μαλάκες Κνίτες…» μούγκρισε η Βιβή δείχνοντάς τον. «Θέλει να σου πει ότι λέμε να χτυπήσουμε καμιά μπύρα αν είσαι μέσα».
«Μέσα», συμφώνησα.
«Ωραία…» χάρηκε η Βιβή. «Θα πας να φέρεις από το περίπτερο;»
«Γιατί εγώ;»
«Επειδή είσαι ο μικρότερος –έλα τελείωνε…» διέταξε η Βιβή.
Βλαστήμησα, συμφώνησα κι έφυγα. Στο δρόμο ψάχτηκα για λεφτά –είχα.

Ο περιπτεράς μού έβαλε τα κουτάκια σε μια πλαστική σακούλα και πήρα το δρόμο της επιστροφής –στην καγκελόπορτα τράκαρα με τη Μαργαρίτα.
«Επ, τι κάνεις;» με πλεύρισε.
«Περιμένω να χωρίσεις για να σε παντρευτώ», είπα μουτρωμένα άνευ λόγου.
Γέλασε.
«Ελπίζω να μη σου δημιουργήσαμε πρόβλημα με τους φίλους μου τα ζώα, τις προάλλες», συνέχισα.
«Όχι καλέ… Μια χαρά παιδιά ήταν».
«Ναι, αλλά ήταν και δυο τρομάρες μαζί…»
Γέλασε πάλι. Μα τι αστείος που είμαι ο πούστης
«Θα πας συνέλευση;» με ρώτησε.
«Ναι –εσύ;»
«Δεν ξέρω ακόμα…»
«Δεν έρχεσαι μαζί μας; Έχουμε και μπύρες», πρότεινα σηκώνοντας τη σακούλα.
«Ξέρω ‘γω;» σήκωσε τους ώμους.
«Έλα μωρέ –τι το σκέφτεσαι;» είπα και ξεκίνησα χωρίς να την περιμένω.
Με ακολούθησε –βρήκαμε τους υπόλοιπους να λιάζονται.
«Για μπύρες σε στείλαμε με γυναίκα γύρισες…» παρατήρησε η Βιβή.
«Σκέτος καρδιοκατακτητής αυτό το παιδί», κορόιδεψε ο Πάρης.
«Το γελάς;» έκανε η Μαργαρίτα και με έπιασε αγκαζέ συνεχίζοντας την πλάκα.
Κούμπωσα –δε με παρατάτε ήσυχο όλοι σας;
Και η κατάσταση χειροτέρεψε γιατί είδα από απέναντι την Άσπα να καταφθάνει παρέα με το Βασιλιά –πήγαν κι έκατσαν σε ένα παγκάκι μακριά μας, ο Βασιλιάς με χαιρέτησε, η Άσπα ούτε που με κοίταξε.
Μοίρασα τις μπύρες –η Μαργαρίτα φυσικά δεν πήρε –και αράξαμε σε κύκλο που όλο μεγάλωνε, γινόταν μια φασαρία ατελείωτη γιατί ο Πάρης έλεγε κάτι ιστορίες από την ΚΝΕ, έκανε πονηρά υπονοούμενα στη Μαρία και έβαζε πάγο στην Αλέκα που τον καλόβλεπε απροκάλυπτα. Κάπου εκεί είδαμε τα πλήθη να εισβάλλουν στο εσωτερικό της σχολής και καταλάβαμε ότι άρχιζε η συνέλευση οπότε στείλαμε την Αλέκα να φέρει καινούργιες μπύρες.

«Ωραία είσαστε εδώ», μου ψιθύρισε κάποια στιγμή η Μαργαρίτα.
«Τι θα πει είσαστε;» απόρησα. «Είμαστε –κι εσύ εδώ είσαι».
Με κοίταξε κάπως σκεφτική ή θλιμμένη –δεν τα καλοξεχωρίζω αυτά.
«Πρέπει να φύγω σε λίγο», είπε.
«Κάτσε μέχρι να φύγεις», πρότεινα.
«Ποιον κοροϊδεύω;» αναρωτήθηκε.
«Ελπίζω όχι τον εαυτό σου», της ξέκοψα.
«Τώρα –εσύ μπορεί να θέλεις να με βοηθήσεις σε κάτι…» έκανε σκεπτικά.
«Ή μπορεί και να θέλω να στην πέσω», πρόσθεσα κακόκεφα.
«Αλήθεια;» με κοίταξε πολύ σοβαρά.
«Αν αυτό τονώσει την αυτοπεποίθησή σου, γιατί όχι;» ξέφυγα πούστικα.
«Είσαι λίγο κακός», είπε.
«Μαλάκας είμαι –μη φοβάσαι τις λέξεις…» της ξεκαθάρισα και της γύρισα την πλάτη.

Τότε ακούσαμε μια φασαρία ακατάστατη σα να κύλαγε βράχος σε κλιμακοστάσιο πολυκατοικίας, σταματήσαμε ότι κάναμε (όχι οτι κάναμε και τίποτα δηλαδή) κι αρχίσαμε να ψαχνόμαστε. Από την πλαϊνή πύλη έμπαιναν κάμποσοι αγριεμένοι –τσακώνονταν με όποιον έπεφτε πάνω τους, σπρώχνανε κάτι τραπεζάκια κομματικών οργανώσεων, δυο-τρεις μάλιστα είχανε μπει σ΄ένα παρτέρι (μάλλον κατά λάθος) και ποδοπατούσαν κάτι ζουμπούλια (μάλλον από πρόθεση).
«Τι σκατά είναι αυτοί οι βρωμιάρηδες;» κούμπωσε η Βιβή.
«Ήρθαν τα ΚΝΑΤ», είπε ένας τυπάκος με ψυχεδελικό μπλουζάκι από πίσω μας.
Σφίχτηκα κάπως γιατί τώρα που πλησίαζαν τους έβλεπα καλύτερα και ήταν όλοι τους τριαντάρηδες και βάλε –λαχαναγορίτες, οικοδόμοι, κάτι τέτοιο. Όση σχέση είχα εγώ με την κηπουρική άλλη τόση είχαν κι αυτοί με πανεπιστήμιο.

Όλο το γρασίδι σηκώθηκε αυτόματα –γίναμε μια ομάδα με τους Αγωνίτες και περιμέναμε.
«Μην κάνετε τίποτα, μη δίνετε αφορμή», φώναξε ένας χοντρούλης με μπλουζάκι πόλο, προφανώς ο Αρχιαγωνίτης. Τα ΚΝΑΤ μπήκαν στη σχολή από την κύρια είσοδο και εξαφανίστηκαν.
«Πάμε μέσα», είπα.
«Όχι ακόμα», με κράτησε ο Παπ.
Η Μαργαρίτα δίπλα μου καθόταν στα καρφιά (πράγμα περίεργο αφού είχε εδώ και ώρα σηκωθεί όρθια), της έπιασα το μπράτσο και ήρθε λίγο πιο κοντά για να πάρει κουράγιο. Μάλλον.
«Καλύτερα να φύγεις», της είπα.
«Καλύτερα να μείνω», μου απάντησε.
Κι έτσι αμίλητοι όλοι μας περιμέναμε την ώρα να περάσει και η ώρα πέρασε –από την πίσω πλευρά της σχολής εμφανίστηκε η παρέα του Μαρκήσιου εμφανώς αργοπορημένη αλλά και μεγαλοπρεπώς αδιάφορη, τους έβλεπες και νόμιζες ότι φεύγουν κι ας ήξερες ότι μόλις ήρθαν.

Μπήκαμε στο μεγάλο αμφιθέατρο κουμπωμένοι σα σκαντζόχοιροι και πέσαμε σε μια χάβρα ανυπόφορη. Ένα κάποιο προεδρείο στην έδρα τσακωνόταν με τους εκπροσώπους των παρατάξεων, ένας άμοιρος ομιλητής κράταγε το μικρόφωνο γεμάτος απορία αφού δεν ακουγόταν, τα έδρανα ήταν συννεφιασμένα με ηλιοφάνεια κατά τόπους -δεν υπήρχε περίπτωση να καθίσουμε όλοι μαζί.
Ο Παπ βολεύτηκε στα μπροστινά, η παρέα του Μαρκήσιου έπιασε τα ορεινά κι εγώ με τη Μαργαρίτα, τη Βιβή και τον Πάρη χωθήκαμε στο ενδιάμεσο. Ο ομιλητής άφησε το μικρόφωνο και αποχώρησε βρίζοντας –αποχώρησε κανονικά δηλαδή, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Κάποιος αντιτουριστικός γυαλάκιας από το προεδρείο μάς σημάδεψε με μια ντουντούκα.
«Συνάδελφοι, κάντε ησυχία», σφύριξε η ντουντούκα.
Ένας ξανθός αλογοουράς δίπλα μου σήκωσε το κεφάλι του από το έδρανο.
«Κάντε ησυχία γιατί θα ξαμολήσουν τα ΚΝΑΤ», μούγκρισε κοιτάζοντας στα πλαϊνά της αίθουσας όπου είχαν παραταχθεί οι Κνίτες όρθιοι σε στάση ‘α σε πλακώσω. Μετά ξανάπεσε για ύπνο.
Τα 10 λεπτά ησυχίας που εξασφάλισε η ντουντούκα τα εκμεταλλεύτηκε ένας Πανσπουδαστικάριος με αραιά φαλάκρα –άρπαξε το μικρόφωνο και μας ανέλυσε την ταξική πάλη, τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, τους αγώνες κατά του νόμου για την τριτοβάθμια κι άλλα πολύ ενδιαφέροντα που δεν τα καταλαβαίναμε, για να καταλήξει ότι την προηγούμενη χρονιά η σχολή είχε συμμετάσχει σε 20 πορείες διαμαρτυρίας και ο σκοπός ήταν φέτος να τα πάμε καλύτερα –κουράστηκα να τον ακούω, κουράστηκα να φαντάζομαι τις πορείες, κουράστηκα πολύ.
Ο Πανσπουδαστικάριος επιτέλους τελείωσε και έδωσε τη θέση του σε έναν Πασπίτη –με το που πήρε εκείνος το μικρόφωνο, ζωντάνεψε η αίθουσα.
«ΠΑΣΟΚ σημαίνει, πουτάνα γαμημένη», ξεκίνησαν οι πιο ποδοσφαιρικοί.
«ΕΟΚ και CIA, ευτυχία», συνέχισαν οι πιο πνευματώδεις.
«Λάκη, πού στηρίζεσαι;» ρωτούσαν οι πιο ανθρωπιστές.
«Λάκη τον λένε;» με ρώτησε η Μαργαρίτα.
«Πούστη τον λένε», γέλασα.
Ωραία περνάμε…

 Η συνέλευση συνεχίστηκε εξίσου ομαλά –όταν ανέβηκε να μιλήσει ο Αγωνίτης άρχισαν τις διακοπές τα ΚΝΑΤ, στο τέλος το παιδί τούς έβρισε κι αφορμή ήθελαν αυτοί για να το κάνουν ροντέο, πέσανε να τον κατεβάσουν, πετάχτηκαν οι δικοί του να κάνουν ασπίδα να τον σώσουν, σφύριξε διάλειμμα το προεδρείο και διαλυθήκαμε ησύχως –δηλαδή βγήκαμε όλοι μαζί από την αίθουσα, στριμωχτήκαμε στο διάδρομο, τα ΚΝΑΤ έφαγαν κάτι ψιλές από όλους τους υπόλοιπους, εγώ έχασα τους δικούς μου και κατευθυνθήκαμε προς το εστιατόριο για να λύσουμε τις διαφορές μας μεταξύ γκοτζίλα και κανταϊφιού.
Έμεινα πιο πίσω γιατί δεν άντεχα την πολυκοσμία –βρήκα τον Κύπριο σ΄ένα παγκάκι να καπνίζει, κάθισα μαζί του.
«Της πουτάνας έγινεν», μου είπε.
«Προσεχώς χειρότερα», παρατήρησα. «Θα ξαναπάς;»
«Γιατί –επήγα τώρα για να ξαναπάω;» απόρησε.
Υποκλίθηκα.

Ο κόσμος είχε αδειάσει από τον κήπο της σχολής και είχε γεμίσει το εστιατόριο –ένιωθα το στομάχι μου μασίφ σαν τσιμεντοκολώνα, τα πόδια βαριά, τη διάθεση άδεια. Τι σκατά κάνω εδώ πέρα; Συνελεύσεις χωρίς λόγο ύπαρξης, γκομενοδουλειές που δεν περιλαμβάνουν ούτε γκόμενες ούτε δουλειές, φίλοι για να μην πιάνω μόνος μου τραπέζι τεσσάρων θέσεων –τι θέλω εγώ εδώ;

Σηκώθηκα και βολτάρισα άσκοπα –ξαναμπήκα στη σχολή, χάζεψα λίγο το έμβλημα, ακούμπησα στους μαρμαρένιους τοίχους, σουλατσάρισα στις σκάλες και στις κόκκινες ξεφτισμένες μοκέτες –τι θέλω εγώ εδώ;
Έφτασα στη Γραμματεία, κάποια κυρία χασμουριόταν μέσα από το κιγκλίδωμα (ευτυχώς χωρίς μπόμπιρα χαρτοφάγο αυτή τη φορά), η πόρτα του κεντρικού αμφιθεάτρου έχασκε –τώρα που είχε κάνει διάλειμμα η συνέλευση έμοιαζε η αίθουσα πιο άδεια κι από τη δυστυχία. Η ντουντούκα ήταν παρατημένη στην έδρα –πλησίασα, την επεξεργάστηκα λίγο, ενδιαφέρον εργαλείο, με το κουμπάκι της, τα αυτοκολλητάκια της ΚΝΕ, την εργονομική λαβή για να μην πιάνεται το χέρι του τσοπάνη –υπέροχη…
Πάτησα το κουμπί, η ντουντούκα στρίγκλισε –ανατρίχιασα. Έφερα το μικρόφωνο στο στόμα, τη δοκίμασα.
«Ένα, δυο, ένα, δυο, χι…»
Ωραία ακουγόμουν –σα μαλάκας με ντουντούκα.
«Έλα, με λαμβάνεις; Ρότζερ… Προς άπαντα τα περιπολικά… Εθεάθη επικίνδυνος κακοποιός αλλά μετά τον χάσαμε… άμα τον δείτε, χάστε τον κι εσείς γιατί δεν είμαστε για μπερδέματα… Ρότζερ. Με λαμβάνεις; Α ρε μαλάκα, Ρότζερ…»
Θα τη συνέχιζα την εκπομπή μέχρι να τη γαμήσω τη μπαταρία της παλιο-ντουντούκας αλλά με διέκοψε ένα γέλιο πιο κατσαρό από την περμανάντ του Ντέιβιντ Κοβερντέιλ. Πετάχτηκα στον αέρα. Κοίταξα.
Στην πόρτα στεκόταν ένα ζευγάρι πράσινα μάτια που θα έκαναν το χλοοτάπητα του ΟΑΚΑ να κοκκινήσει από τη ντροπή του. Τα μάτια πλαισιώνονταν από ανοιχτά καστανά μακριά μαλλιά και στο ενδιάμεσο υπήρχε ένα κατάλευκο πρόσωπο βγαλμένο από αφίσα του Ρόι Λιχτενσταϊν –είχα μια τέτοια στο δωμάτιό μου και ξέρω… Την κοίταζα (την κοπέλα στην πόρτα –όχι την αφίσα) και υπολόγιζα ότι αν με ρώταγε κανείς μετά από κάνα τέταρτο αν είχε καλό σώμα θα του έλεγα ότι δεν πρόλαβα να δω, την χάζευα σλόου μόσιον, σαν όνειρο ή εφιάλτη.
«Λοιπόν; Τι έγινε τελικά;» με ρώτησε όταν βαρέθηκε να περιμένει να μαζέψω το σαγόνι μου που κρεμόταν στο πάτωμα.
«Τι έγινε;» ψέλλισα.
«Με τον επικίνδυνο κακοποιό… Τον έχασες;»
«Τον έχασα», συμφώνησα σαν ηλίθιος.
«Με λένε Κασσάνδρα», είπε πλησιάζοντας.
«Πώς σε λένε;» απόρησα.
«Κασσάνδρα», ξανάπε σιγά.
«Κασσάνδρα βέβαια…» επανέλαβα αλλά από μένα δεν ακουγόταν τόσο όμορφο.
«Η συνέλευση τελείωσε;» με ρώτησε.
«Η συνέλευση…. όχι –έκαναν διάλειμμα…»
«Α, εντάξει… θ΄αργήσουν;»
Τι να της έλεγα τώρα; Ότι δεν υπήρχε συνέλευση και δεν υπήρχε σχολή και τίποτα γενικώς δεν υπήρχε πέρα από αυτήν;
«Μπα, δε νομίζω…» ψέλλισα.
«Καλά τότε. Πάω να καθίσω», είπε και μου γύρισε την πλάτη –κατάφερα τότε να βρω την απάντηση στην υποθετική ερώτηση περί του αν είχε καλό σώμα. Όνειρο. Ή εφιάλτης.

Είχα μείνει να την κοιτάζω, με τη ντουντούκα στο χέρι, όσο εκείνη βολευόταν σε ένα έδρανο κάπου στη μέση του αμφιθεάτρου –υπολόγισα ότι πήγε και κάθισε δυο σειρές πιο κάτω απ΄ότι καθόμουν εγώ πριν –τέτοιες μαλακίες σκεφτόμουν.
Πάτησα πάλι το κουμπί της ντουντούκας –πάλι στρίγκλισμα. Γύρισε και με κοίταξε.
«Τι συμβαίνει με σένα και τη ντουντούκα τελικά;» απόρησε.
«Τίποτα, απλά προσπαθώ να τη χαλάσω», παραδέχτηκα ντροπιασμένος.
Ξεκαρδίστηκε πάλι.
«Γιατί; Τι σου έκανε;»
«Τι να μου κάνει; Είναι ντουντούκα –δε φτάνει αυτό;» αναρωτήθηκα.
Ανασήκωσε τους ώμους, έψαξε την τσάντα της, έβγαλε ένα μακρόστενο πακέτο κι από μέσα διάλεξε ένα εξίσου μακρόστενο τσιγάρο με λευκό φίλτρο. Τσακίστηκα να της ανάψω –είδε την κίνησή μου και περίμενε.
Παπάρια –ο ζίπο είχε μουλαρώσει και δεν έπαιρνε με τίποτα.
«Δεν πειράζει», με διαβεβαίωσε ψάχνοντας στην τσάντα της για αναπτήρα.
«Πρώτη φορά μου συμβαίνει», έκανα χαζά.
Γέλασε.
«Έχεις πλάκα –το ξέρεις;» με ρώτησε.
«Ναι, είμαι κάπως πλακέ», έκανα.
Δε γέλασε και με το δίκιο της.
«Πρωτοετής;» με ρώτησε.
«Ναι. Κι εσύ;»
Ένευσε.
«Από Αθήνα;»
«Όχι –από την Κέρκυρα», είπε και κοίταξε προς το παράθυρο λες και περίμενε να δει τίποτα κανταδόρους.
Τότε άρχισε η εισβολή των βαρβάρων –ορδές φοιτητών άρχισαν να μπαίνουν στην αίθουσα κλωτσώντας και σφυρίζοντας, πριν καθίσουν στις θέσεις τους ξαναθυμήθηκαν τους καυγάδες και τους συνέχισαν από εκεί ακριβώς που τους είχαν σταματήσει –εγώ στεκόμουν μετέωρος σαν πετσέτα κρεμασμένη σε ένα μόνο μανταλάκι κι έτρωγα αγκωνιές, σπρωξιές –έπαιζα με το ζίπο ο οποίος βεβαίως άναψε 5 στις 5 φορές, ο καργιόλης…
Κάτι μαντράχαλοι χώθηκαν αριστερά της Κασσάνδρας κι όσο δίσταζα βρήκαν την ευκαιρία μερικές άθλιες με ινδικές φούστες να της χωθούν από δεξιά.
«Λοιπόν… τα λέμε…» ψέλλισα όταν βαρέθηκα να στέκομαι σα χάχας.
«Ναι», είπε εκείνη και μου χαμογέλασε –οπότε έχασα ξανά επαφή με την πραγματικότητα και ξανάγινα πετσέτα με ένα μανταλάκι, ευτυχώς πέρναγε εκείνη την ώρα η Βιβή που με άρπαξε και με έσυρε προς τις θέσεις μας.
«Παιδάκι μου, είσαι καθυστερημένος; Τι καθόσουν κι έκανες μέσα στη μέση;» με σκούντηξε.
Ο Πάρης από δίπλα της γέλασε.
«Τι έκανα; Ξέρω ΄γω τι έκανα;» μουρμούρισα.
Η Βιβή με κοίταξε μεταξύ αηδίας και συμπόνιας.
«Ρε Βιβή, είδα το ομορφότερο κορίτσι της ζωής μου», παραδέχτηκα τελικά.
«Ποια;» με ρώτησε.
Της έδειξα την Κασσάνδρα. Την είδε κι ο Πάρης.
«Αυτή εκεί πέρα;» στράβωσε το στόμα η Βιβή. «Λοιπόν, άνετα γινόμουν λεσβία για χάρη της».
«Κι εγώ το ίδιο», υπερθεμάτισε ο Πάρης.
«Τι ρόλο βαράει;» με ρώτησε η Βιβή.
«Πού να ξέρω;» συννέφιασα όσο σκεφτόμουν τη μαλακία μου να μην κάτσω μαζί της.

Έφτασε η ώρα του Παπ, ο οποίος βγήκε μπροστά στην έδρα, αρνήθηκε να πάρει μικρόφωνο -καθόταν και κοίταζε το αμφιθέατρο που βούιζε. Καθόταν εκεί και περίμενε, μέχρι που αρχίσαμε να φωνάζουμε οι δικοί του «σκάστε ρε μαλάκες, να τον ακούσουμε». Και σιγά-σιγά το αμφιθέατρο ησύχασε.
Είπε τότε ο Παπ ότι ένιωθε παράξενα επειδή βρισκόταν σε μια συνέλευση απολογιστική αλλά κανένας δεν είχε απολογηθεί μέχρι τώρα για το ότι τίποτα δε γινόταν και καμιά κίνηση των φοιτητικών παρατάξεων δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα. Αναρωτήθηκε κιόλας –πώς στο διάολο να λυθούν τα προβλήματα με 20 βόλτες μέχρι την πλατεία Συντάγματος; Τότε άρχισαν οι Κνίτες να φωνάζουν. Ο Παπ περίμενε να ησυχάσουν κι όταν έγινε πάλι ησυχία ξεκαθάρισε ότι τα προβλήματα λύνονται μόνο με επιθετικές ενέργειες κι όχι με σουλάτσα και επιθετικές ενέργειες είναι οι καταλήψεις σχολών, οι αποκλεισμοί κτιρίων, «μας πηδάνε από παντού κι εμείς τους κάνουμε επίσκεψη –μόνο πάστες δεν τους πηγαίνουμε», είπε.
Καινούργιο ντου από τους Κνίτες, πεταχτήκαμε κι εμείς από τα έδρανα, η ομάδα του Μαρκήσιου είχε ήδη πάρει θέσεις και μπλόκαρε τα ΚΝΑΤ στους διαδρόμους –έπεσε το σχετικό βρισίδι μετά σπρωξίματος και ο Παπ κατέβηκε από την έδρα, φωνάζοντας «μην τους αφήσουμε σε ησυχία, εδώ είναι πόλεμος –όχι σχολική εκδρομή».
Ήρθε η σειρά του Δαπίτη και ήμασταν όλοι κουρασμένοι –καθόμασταν σε επιφυλακή και περιμέναμε. Ανέβηκε λοιπόν αυτό το παιδί με το Λακόστ και τη φρεσκολουσμένη φράντζα, ξεκίνησε να μιλάει, κατέβηκαν δυο από την παρέα του Μαρκήσιου κι ένας πάνκης, τον πλεύρισαν δεξιά-αριστερά κι άρχισαν να κουνάνε κάτι γλάστρες σε στυλ θυμιατό. Ο Δαπίτης ατάραχος –είχε συνηθίσει. Οπότε ο πάνκης βγάζει κάτι προκηρύξεις της ΕΠΕΝ και τον λούζει, σα να έριχνε γαρδένιες στο Βοσκόπουλο. Φούντωσε ο Δαπίτης, ζήτησε την προστασία του προεδρείου, αλλά το προεδρείο είχε σοβαρές ασχολίες (κάπνιζαν) κι έτσι ο Δαπίτης την κοπάνησε γιατί φοβήθηκε μην εμφανιστούν τίποτα γιαούρτια.

Έξω έπαιρνε να νυχτώνει, το κεφάλι μου ήταν ίσα με ένα τάνκερ, θέλαμε όλοι να φύγουμε αλλά δεν είχαμε κουράγιο. Είχε σηκωθεί τώρα ένας Κνίτης και αγόρευε –ούτε να τον φτύσουμε δεν μας έβγαινε. Μίλαγε, μίλαγε ο τύπος –τελευταίος ομιλητής ήταν, η νύχτα δικιά του –κι εμείς σκεφτόμασταν πώς θα είναι η ζωή μετά θάνατον σ΄ένα τόπο που οι Κνίτες θα ανοίγουν το στόμα και θα βγάζουν γαλακτομπούρεκα αντί για λέξεις. Κάπου εκεί ο Κνίτης τελείωσε –ανακουφίστηκε η ομήγυρης που το αντέξαμε κι αυτό –αρχίσαμε να μαζεύουμε τα υπολείμματά μας για να ξεκουμπιστούμε.
Και τότε πετάχτηκε ο Μάκης. Ναι, ο Μάκης… Ένας Μάκης αστραφτερός, ατσαλάκωτος –σε χρώμα μαύρο του καυσαερίου.
«Συνάδελφε έχω να σου κάνω 26 ερωτήσεις», δήλωσε όλος χαρά.
Ο Κνίτης γέλασε. Ποιος ξέρει –μπορεί τελικά και οι Κνίτες να καταλάβαιναν από αστεία…
«Λοιπόν, αρχίζω…» είπε ο Μάκης.
«Σοβαρά τώρα;» κιτρίνισε ο Κνίτης.
Η αίθουσα κιτρίνισε κι αυτή.
«Εκ μέρους των Αυτόνομων, θέλω να σε ρωτήσω…» πήρε φόρα ο Μάκης.
Κάπου εκεί έκλεισα. Ήταν ή αυτό ή θα κατέβαινα να τον ξεσκίσω τον καργιόλη –έκλεισα λοιπόν, σταμάτησα ν΄ακούω, σταμάτησα να βλέπω, σηκώθηκα –κλώτσησα το έδρανο κι έφυγα από εκεί μέσα χωρίς να χαιρετήσω κανέναν. 
Πέρασα τη μεγάλη πόρτα, βγήκα στο διάδρομο, κούνησα το κεφάλι μου να ξεθολώσω και τότε με βούτηξε από το μανίκι η Άσπα.
Σταμάτησα σαστισμένος. Την κοίταξα. Τα μάτια της έσταζαν κακία.
«Είσαι πολύ μεγάλο αρχίδι», μου είπε.
«Εντάξει», συμφώνησα. Τι άλλο να έκανα;
Τράβηξα το χέρι μου και πήγα να συνεχίσω το δρόμο μου αλλά βγήκε μπροστά και μ΄έκοψε.
«Θέλεις κάτι;» απόρησα.
«Γιατί είπες στο Γιώργο ότι πηδηχτήκαμε;» ζήτησε να μάθει.
«Εγώ;»
«Ναι»
«Σε ποιο Γιώργο;»
«Το Χωρικό».
«Είπα τέτοιο πράγμα;»
«Το είπες…»
«Άσε μας ρε Άσπα βραδιάτικα», κούμπωσα –την έκανα στην άκρη και ξεκίνησα πάλι να φεύγω.
Με ξαναπρόλαβε.
«Αν το μάθει ο δικός μου…»
Εκεί κάπου θόλωσα.
«Τι να μάθει ρε κοπέλα μου; Αφού δεν κάναμε τίποτα. Και ούτε είπα κάτι…»
«Του είπες…»
Κοντοστάθηκα. Κάτι έτρεχε εδώ. Ή η Άσπα ήταν τρελή ή ο Χωρικός με έπαιζε… Σκέφτηκα.
«Τι έγινε ρε κωλοπαίδι; Γαμήσαμε;» με είχε ρώτησε.
«Γαμηθήκαμε», είχα απαντήσει.
Κατάλαβα…
Μου ήρθε ένα γέλιο απότομο σαν εμετός μετά από ούζα, διπλώθηκα στα δύο και κοπανιόμουν στο πάτωμα. Η Άσπα είχε μείνει και με κοίταζε.
«Συγνώμη ρε Άσπα…» είπα χωρίς να μπορώ να σταματήσω. «Συγνώμη».
Κι έφυγα. Στην αρχή περπατώντας, μετά τρέχοντας.

Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου, αυτό σκεφτόμουν. Και μετά θυμήθηκα την Κασσάνδρα. Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου –στα σίγουρα.


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Bauhaus

8 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Dimitris Papag είπε...

Εισαι πολύ ωραίος φίλε μου! Αναμνήσεις και καυστικά σχόλια μαζί σε ένα εκρηκτικό κείμενο!

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Κρίμα που αυτή την ιστορία δεν βλέπω να την τελειώνω...

CaptainHarlock είπε...

Υπάρχει περίπτωση να διαβάσουμε τη συνέχεια και το τέλος της ιστορίας; Κρίμα να μείνει ημιτελές κάτι πραγματικά αξιόλογο, ενώ, παράλληλα, τα σούπερ-μάρκετ βιβλίων βρίθουν από ιλουστρασιόν αηδίες. Προσωπικά, ό,τι μου αρέσει, το εκτυπώνω. Θεωρώ πως είναι το καλύτερο σου διήγημα, μιας και διαθέτει ένα πλήρως αυτόνομο ύφος, δίχως να χάνει τις λογοτεχνικές του επιρροές. Κάνε έναν "κόπο", λοιπόν, κι αν βρεις χρόνο και δημιουργική διάθεση ολοκλήρωσε το.

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια φίλε -και, ειλικρινά, με έβαλες στον πειρασμό να το ξανασκεφτώ. Το πρόβλημα είναι οτι η συγκεκριμένη ιστορία είναι πολύ προσωπική και δυσκολεύομαι να την κρύψω με μυθοπλασία. Και γι΄αυτό μάλλον έχει αυτόνομο ύφος, όπως λες. Δεν ξέρω πολλά, αυτό που ξέρω είναι οτι όταν άρχισα να τα ξαναθυμάμαι, θυμήθηκα και γιατί ήθελα να τα ξεχάσω.

Ocellus είπε...

Κι εγώ θα συμφωνήσω με τους υπόλοιπους, περιμένω τη συνέχεια. "Να ξεχαστούμε, αλλά να μην ξεχάσουμε", που λέει κι ο Νικολαΐδης. Μήπως ξεχνιούνται κάποια πράγματα;

The Motorcycle boy είπε...

Δεν ξεχνιούνται τα γαμημένα... Εντάξει ρε σεις -να ηρεμήσω λίγο από τη δουλειά και το ξαναπιάνω.

CaptainHarlock είπε...

Πως πάει με το "κεφάλαιο" 8; Βρήκες καθόλου χρόνο να του αφιερώσεις; Λες να είχε δίκιο τελικά ο "Ανδρέας", όταν έλεγε πως "οι καλύτεροι δεν πιστεύουν σε τίποτα και οι χειρότεροι είναι διψασμένοι για νίκες";("Απόντες", Ν. Γραμματικός) Θέλω να πιστεύω πως η εποχή των "μικροκακοποιών" έχει τελειώσει. Έχεις συνειδητοποιήσει πως αξιόλογο λογοτεχνικό τεχνούργημα, που αφορά εκείνο το κομμάτι των νεολαίων του '80, το οποίο βρισκόταν έξω από την ελλάς-ελλήνων-χριστιανών κυρίαρχη αφήγηση, δεν έχουμε κανένα. Πραγματικά κανένα. Παρότι έχουμε τόσα καλλιτεχνικά τεχνουργήματα, κυρίως μουσικά, αλλά κι αρκετά έντυπα, στο πεδίο των φανζίν, δεν έχουμε κανένα αξιόλογο λογοτέχνημα. "Τα Κουρέλια", εδώ στα καθ' ημάς της Νυφίτσας του ΘερμαΪκού, είχαν κάνει κάποιες προσπάθειες, αλλά δεν συγκρίνεται το αποτέλεσμα με το δικό σου. Σκέψου όλους αυτούς που μοιράστηκες όσα περιγράφεις κι άλλους τόσους και τόσους με παρόμοιες εμπειρίες, που δεν έχουν τη δική σου δυνατότητα αφήγησης. Πριν "φύγουμε", δεν πρέπει να αφήσουμε κάτι, πέρα από σβουνιές; Τουλάχιστον όσοι μπορούμε. Κι εσύ μπορείς. Να "μιλήσεις" και για αυτούς που δεν μπορούνε. Ας αφήσουμε λοιπόν μια "σκυτάλη", κάτι από εμάς. Μια "σκυτάλη" κι ας μη την πιάσει κανείς. Αρκεί να υπάρχει...

The Motorcycle boy είπε...

Φίλε -με τιμάς με αυτά που γράφεις, μη σου πω οτι με υπερτιμάς κιόλας. Έχουμε υλικό από το '80 και μάλιστα γραμμένο το '80, έχουμε τον Παϊζη, έχουμε τα πρώτα 2 του Τατσόπουλου, έχουμε μέχρι εκείνη τη μπούρδα του Πρωτογερέλη που εξακολουθεί να με συγκινεί.
Δε νομίζω οτι μπορώ να συγκριθώ με κανέναν από αυτούς και δεν θα το ήθελα κιόλας.
Πιστεύω οτι δεν υπάρχει κανένας λόγος ν΄αφήσουμε κάτι πίσω μας -καλύτερα να κάνουμε αυτό που είπε ο Μεγάλος, "να ξεχαστούμε αλλά να μην ξεχάσουμε"
Παραπέρα -οι καλύτεροι είναι αυτοί που ψάχνουν σε κάτι να πιστέψουν κι ας ξέρουν οτι στο τέλος θα απογοητευτούν.
Θα κάνω όντως σοβαρή προσπάθεια να το συνεχίσω γιατί, όταν κάποιος διαβάζει, εσύ πρέπει να γράφεις -το χρωστάς στο κείμενο.
Να είσαι καλά κι όλα καλά...

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι