Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2016

7. «Το μόνο που θέλαμε ήταν τα πάντα»


«Ακούστε –δηλώνω ένοχος μισανθρωπίας/ Κρεμάστε με, θα το εκτιμήσω ιδιαιτέρως…» Ο δίσκος γυρίζει στο πικάπ, ο Νίκολας Έντουαρντ Κέιβ (Νικ για εχθρούς και φίλους) ασχολείται με Μύγες Χωρίς Φτερά κι εγώ έχω ανοίξει το παράθυρο για να μη ντουμανιάσουμε. Όλα είναι καλά όταν έχεις καλή παρέα –χτες βράδυ είδα το Out of the blue στην ΕΛΛΗ και βγήκα από το σινεμά άρρωστος με τη Λίντα Μανζ, μετά κατέβηκα Πλάκα για να τσεκάρω τα κλειστά κλαμπ (κάποιο πογκρόμ εκεί πέρα, τίποτα δεν αφήσανε πέρα από τα τηγανητά κολοκύθια με τζατζίκι) και σε λίγο πρέπει να γυρίσω το δίσκο στη δεύτερη πλευρά, να κλείσω και το παράθυρο –κάνει κρύο εκεί έξω.  Έχω ακούσει για ένα μαγαζί κοντά στην πλατεία, Πήγασος το όνομα, δίπλα στο κωλάδικο της περιοχής –τα σπάνε κάθε βράδυ, λέει -ποιος καργιόλης το λέει; Δεν έχει σημασία –θα περάσω να κόψω κίνηση…
Στο απέναντι σπίτι, στον πρώτο όροφο, μια πιτσιρίκα απλώνει κιλότες και σουτιέν –ωραία πράγματα, την έχω πάρει γραμμή την πιτσιρίκα –μετακόμισε πρόσφατα με τους γονείς της, καλή είναι, ξανθό μαλλί, κολλητά μπλουζάκια, αλλά βούρλο. Με ρώταγε τις προάλλες αν ξέρω ποιο λεωφορείο πάει στην παραλία γιατί είχε ραντεβού για μπόουλινγκ, άκου μπόουλινγκ… Να φορέσουμε και τίποτα πατίνια, να γυρνάει και η ντισκόμπαλα, να γίνουμε Μπαρμπαρέλα –άσε μας ρε νιάνιαρο. Όχι ότι είχε ασχοληθεί μαζί μου η κοπέλα δηλαδή κι όχι ότι αν ασχολιόταν θα με χάλαγε –γενικά μιλάμε… Για μοναξιά λόγω παραίτησης –κατάλαβες; Δε θέλω κανέναν, δε με θέλει κανένας και γι΄αυτό δεν κάνω τίποτα. Μόνο γυρνάω τους δίσκους τούμπα σαν ψήστης σε σουβλατζίδικο και ψάχνω να βρω πώς θα ξεχωρίσω το αύριο από το σήμερα, όταν τίποτα δεν αλλάζει και τίποτα δε γίνεται…

Έχει συννεφιά στο δρόμο για τη σχολή, το πάει για ψιλόβροχο. Οδηγώ τη μηχανή σα να πηγαίνω στον οδοντίατρο, δε θέλω να πάω, πώς το λένε, «όχι, δε με συγκινεί/ ακόμα κι αν την έχω δει την ταινία/ δεν θέλω να πιάσω το σφυγμό σου/ δεν θέλω να πάω στο Τσέλσι», ο Έλβις είναι Βασιλιάς ρε καργιόληδες! Ο καινούργιος Έλβις…
Το γεγονός είναι ότι δεν θέλω να τη δω, δε θέλω να πέσω πάνω της, αλλά είναι η μέρα της γενικής συνέλευσης, δε χάνονται αυτά.

 Το καφενείο του Βαστάζου είναι γεμάτο Κνίτες, στο καφενείο του Πανάγου έχουν αράξει οι Πασπίτες –όποιος έρχεται νωρίς βρίσκει θέση κι έτσι εμείς με τους Αγωνίτες ξεμένουμε στο γρασίδι, δίπλα στο άγαλμα, με κίνδυνο να πάθουμε κόψιμο αφού το χορτάρι είναι μουσκίδι.
Πλεύρισα τους δικούς μου -ο Παπ, η Μαρία, η Αλέκα, η Βιβή και κάμποσοι ακόμα –ο Πάρης που με χαιρέτησε λες και ήμασταν κολλητοί από το νηπιαγωγείο κι ο μαλάκας ο Μάκης πρώτη μούρη στο Καβούρι. Τράβηξα τον Παπ παράμερα.
«Τι θέλει αυτός ο μαλάκας εδώ;»
Χαμογέλασε.
«Στηρίζει…» ψιθύρισε κοπανώντας ένα τσιγάρο στο νύχι του.
«Αυτός είναι κομματόσκυλο ρε…»
«Ναι, αλλά χωρίς αφεντικό».
«Και τι ρόλο βαράμε εμείς; Μπόγιας ή Φιλοζωική Αμαρουσίου;»
Με χτύπησε στην πλάτη.
«Τι προτείνεις δηλαδή; Να του πούμε ότι επειδή ήταν σε κόμμα και μιλάει σα ντουντούκα δε χωράει ανάμεσά μας;»
Το σκέφτηκα –είχε δίκιο. Αλλά και πάλι…
«Εξακολουθεί να μη μου κολλάει», διαπίστωσα.
«Άμα δεν κολλάει θα πέσει από μόνος του», με καθησύχασε ο Παπ και την έκανε.
Έξυσα το κεφάλι μου σκεπτικός και κάπως έτσι με πέτυχε ο Χωρικός.
«Τι έγινε ρε κωλοπαίδι; Γαμήσαμε;» ρώτησε.
«Γαμηθήκαμε», τον γείωσα και σκοτείνιασα.
Ο Πάρης μίλαγε με τη Βιβή και μου έκαναν νόημα –πήγα κοντά τους γιατί δεν είχα όρεξη να συνεχίσω αυτή την κουβέντα.
«Για έλα κι από μας αγόρι μου –στήνουμε μια φράξια και θέλουμε τη βοήθειά σου», γέλασε ο Πάρης.
«Μαλάκες Κνίτες…» μούγκρισε η Βιβή δείχνοντάς τον. «Θέλει να σου πει ότι λέμε να χτυπήσουμε καμιά μπύρα αν είσαι μέσα».
«Μέσα», συμφώνησα.
«Ωραία…» χάρηκε η Βιβή. «Θα πας να φέρεις από το περίπτερο;»
«Γιατί εγώ;»
«Επειδή είσαι ο μικρότερος –έλα τελείωνε…» διέταξε η Βιβή.
Βλαστήμησα, συμφώνησα κι έφυγα. Στο δρόμο ψάχτηκα για λεφτά –είχα.

Ο περιπτεράς μού έβαλε τα κουτάκια σε μια πλαστική σακούλα και πήρα το δρόμο της επιστροφής –στην καγκελόπορτα τράκαρα με τη Μαργαρίτα.
«Επ, τι κάνεις;» με πλεύρισε.
«Περιμένω να χωρίσεις για να σε παντρευτώ», είπα μουτρωμένα άνευ λόγου.
Γέλασε.
«Ελπίζω να μη σου δημιουργήσαμε πρόβλημα με τους φίλους μου τα ζώα, τις προάλλες», συνέχισα.
«Όχι καλέ… Μια χαρά παιδιά ήταν».
«Ναι, αλλά ήταν και δυο τρομάρες μαζί…»
Γέλασε πάλι. Μα τι αστείος που είμαι ο πούστης
«Θα πας συνέλευση;» με ρώτησε.
«Ναι –εσύ;»
«Δεν ξέρω ακόμα…»
«Δεν έρχεσαι μαζί μας; Έχουμε και μπύρες», πρότεινα σηκώνοντας τη σακούλα.
«Ξέρω ‘γω;» σήκωσε τους ώμους.
«Έλα μωρέ –τι το σκέφτεσαι;» είπα και ξεκίνησα χωρίς να την περιμένω.
Με ακολούθησε –βρήκαμε τους υπόλοιπους να λιάζονται.
«Για μπύρες σε στείλαμε με γυναίκα γύρισες…» παρατήρησε η Βιβή.
«Σκέτος καρδιοκατακτητής αυτό το παιδί», κορόιδεψε ο Πάρης.
«Το γελάς;» έκανε η Μαργαρίτα και με έπιασε αγκαζέ συνεχίζοντας την πλάκα.
Κούμπωσα –δε με παρατάτε ήσυχο όλοι σας;
Και η κατάσταση χειροτέρεψε γιατί είδα από απέναντι την Άσπα να καταφθάνει παρέα με το Βασιλιά –πήγαν κι έκατσαν σε ένα παγκάκι μακριά μας, ο Βασιλιάς με χαιρέτησε, η Άσπα ούτε που με κοίταξε.
Μοίρασα τις μπύρες –η Μαργαρίτα φυσικά δεν πήρε –και αράξαμε σε κύκλο που όλο μεγάλωνε, γινόταν μια φασαρία ατελείωτη γιατί ο Πάρης έλεγε κάτι ιστορίες από την ΚΝΕ, έκανε πονηρά υπονοούμενα στη Μαρία και έβαζε πάγο στην Αλέκα που τον καλόβλεπε απροκάλυπτα. Κάπου εκεί είδαμε τα πλήθη να εισβάλλουν στο εσωτερικό της σχολής και καταλάβαμε ότι άρχιζε η συνέλευση οπότε στείλαμε την Αλέκα να φέρει καινούργιες μπύρες.

«Ωραία είσαστε εδώ», μου ψιθύρισε κάποια στιγμή η Μαργαρίτα.
«Τι θα πει είσαστε;» απόρησα. «Είμαστε –κι εσύ εδώ είσαι».
Με κοίταξε κάπως σκεφτική ή θλιμμένη –δεν τα καλοξεχωρίζω αυτά.
«Πρέπει να φύγω σε λίγο», είπε.
«Κάτσε μέχρι να φύγεις», πρότεινα.
«Ποιον κοροϊδεύω;» αναρωτήθηκε.
«Ελπίζω όχι τον εαυτό σου», της ξέκοψα.
«Τώρα –εσύ μπορεί να θέλεις να με βοηθήσεις σε κάτι…» έκανε σκεπτικά.
«Ή μπορεί και να θέλω να στην πέσω», πρόσθεσα κακόκεφα.
«Αλήθεια;» με κοίταξε πολύ σοβαρά.
«Αν αυτό τονώσει την αυτοπεποίθησή σου, γιατί όχι;» ξέφυγα πούστικα.
«Είσαι λίγο κακός», είπε.
«Μαλάκας είμαι –μη φοβάσαι τις λέξεις…» της ξεκαθάρισα και της γύρισα την πλάτη.

Τότε ακούσαμε μια φασαρία ακατάστατη σα να κύλαγε βράχος σε κλιμακοστάσιο πολυκατοικίας, σταματήσαμε ότι κάναμε (όχι οτι κάναμε και τίποτα δηλαδή) κι αρχίσαμε να ψαχνόμαστε. Από την πλαϊνή πύλη έμπαιναν κάμποσοι αγριεμένοι –τσακώνονταν με όποιον έπεφτε πάνω τους, σπρώχνανε κάτι τραπεζάκια κομματικών οργανώσεων, δυο-τρεις μάλιστα είχανε μπει σ΄ένα παρτέρι (μάλλον κατά λάθος) και ποδοπατούσαν κάτι ζουμπούλια (μάλλον από πρόθεση).
«Τι σκατά είναι αυτοί οι βρωμιάρηδες;» κούμπωσε η Βιβή.
«Ήρθαν τα ΚΝΑΤ», είπε ένας τυπάκος με ψυχεδελικό μπλουζάκι από πίσω μας.
Σφίχτηκα κάπως γιατί τώρα που πλησίαζαν τους έβλεπα καλύτερα και ήταν όλοι τους τριαντάρηδες και βάλε –λαχαναγορίτες, οικοδόμοι, κάτι τέτοιο. Όση σχέση είχα εγώ με την κηπουρική άλλη τόση είχαν κι αυτοί με πανεπιστήμιο.

Όλο το γρασίδι σηκώθηκε αυτόματα –γίναμε μια ομάδα με τους Αγωνίτες και περιμέναμε.
«Μην κάνετε τίποτα, μη δίνετε αφορμή», φώναξε ένας χοντρούλης με μπλουζάκι πόλο, προφανώς ο Αρχιαγωνίτης. Τα ΚΝΑΤ μπήκαν στη σχολή από την κύρια είσοδο και εξαφανίστηκαν.
«Πάμε μέσα», είπα.
«Όχι ακόμα», με κράτησε ο Παπ.
Η Μαργαρίτα δίπλα μου καθόταν στα καρφιά (πράγμα περίεργο αφού είχε εδώ και ώρα σηκωθεί όρθια), της έπιασα το μπράτσο και ήρθε λίγο πιο κοντά για να πάρει κουράγιο. Μάλλον.
«Καλύτερα να φύγεις», της είπα.
«Καλύτερα να μείνω», μου απάντησε.
Κι έτσι αμίλητοι όλοι μας περιμέναμε την ώρα να περάσει και η ώρα πέρασε –από την πίσω πλευρά της σχολής εμφανίστηκε η παρέα του Μαρκήσιου εμφανώς αργοπορημένη αλλά και μεγαλοπρεπώς αδιάφορη, τους έβλεπες και νόμιζες ότι φεύγουν κι ας ήξερες ότι μόλις ήρθαν.

Μπήκαμε στο μεγάλο αμφιθέατρο κουμπωμένοι σα σκαντζόχοιροι και πέσαμε σε μια χάβρα ανυπόφορη. Ένα κάποιο προεδρείο στην έδρα τσακωνόταν με τους εκπροσώπους των παρατάξεων, ένας άμοιρος ομιλητής κράταγε το μικρόφωνο γεμάτος απορία αφού δεν ακουγόταν, τα έδρανα ήταν συννεφιασμένα με ηλιοφάνεια κατά τόπους -δεν υπήρχε περίπτωση να καθίσουμε όλοι μαζί.
Ο Παπ βολεύτηκε στα μπροστινά, η παρέα του Μαρκήσιου έπιασε τα ορεινά κι εγώ με τη Μαργαρίτα, τη Βιβή και τον Πάρη χωθήκαμε στο ενδιάμεσο. Ο ομιλητής άφησε το μικρόφωνο και αποχώρησε βρίζοντας –αποχώρησε κανονικά δηλαδή, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Κάποιος αντιτουριστικός γυαλάκιας από το προεδρείο μάς σημάδεψε με μια ντουντούκα.
«Συνάδελφοι, κάντε ησυχία», σφύριξε η ντουντούκα.
Ένας ξανθός αλογοουράς δίπλα μου σήκωσε το κεφάλι του από το έδρανο.
«Κάντε ησυχία γιατί θα ξαμολήσουν τα ΚΝΑΤ», μούγκρισε κοιτάζοντας στα πλαϊνά της αίθουσας όπου είχαν παραταχθεί οι Κνίτες όρθιοι σε στάση ‘α σε πλακώσω. Μετά ξανάπεσε για ύπνο.
Τα 10 λεπτά ησυχίας που εξασφάλισε η ντουντούκα τα εκμεταλλεύτηκε ένας Πανσπουδαστικάριος με αραιά φαλάκρα –άρπαξε το μικρόφωνο και μας ανέλυσε την ταξική πάλη, τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, τους αγώνες κατά του νόμου για την τριτοβάθμια κι άλλα πολύ ενδιαφέροντα που δεν τα καταλαβαίναμε, για να καταλήξει ότι την προηγούμενη χρονιά η σχολή είχε συμμετάσχει σε 20 πορείες διαμαρτυρίας και ο σκοπός ήταν φέτος να τα πάμε καλύτερα –κουράστηκα να τον ακούω, κουράστηκα να φαντάζομαι τις πορείες, κουράστηκα πολύ.
Ο Πανσπουδαστικάριος επιτέλους τελείωσε και έδωσε τη θέση του σε έναν Πασπίτη –με το που πήρε εκείνος το μικρόφωνο, ζωντάνεψε η αίθουσα.
«ΠΑΣΟΚ σημαίνει, πουτάνα γαμημένη», ξεκίνησαν οι πιο ποδοσφαιρικοί.
«ΕΟΚ και CIA, ευτυχία», συνέχισαν οι πιο πνευματώδεις.
«Λάκη, πού στηρίζεσαι;» ρωτούσαν οι πιο ανθρωπιστές.
«Λάκη τον λένε;» με ρώτησε η Μαργαρίτα.
«Πούστη τον λένε», γέλασα.
Ωραία περνάμε…

 Η συνέλευση συνεχίστηκε εξίσου ομαλά –όταν ανέβηκε να μιλήσει ο Αγωνίτης άρχισαν τις διακοπές τα ΚΝΑΤ, στο τέλος το παιδί τούς έβρισε κι αφορμή ήθελαν αυτοί για να το κάνουν ροντέο, πέσανε να τον κατεβάσουν, πετάχτηκαν οι δικοί του να κάνουν ασπίδα να τον σώσουν, σφύριξε διάλειμμα το προεδρείο και διαλυθήκαμε ησύχως –δηλαδή βγήκαμε όλοι μαζί από την αίθουσα, στριμωχτήκαμε στο διάδρομο, τα ΚΝΑΤ έφαγαν κάτι ψιλές από όλους τους υπόλοιπους, εγώ έχασα τους δικούς μου και κατευθυνθήκαμε προς το εστιατόριο για να λύσουμε τις διαφορές μας μεταξύ γκοτζίλα και κανταϊφιού.
Έμεινα πιο πίσω γιατί δεν άντεχα την πολυκοσμία –βρήκα τον Κύπριο σ΄ένα παγκάκι να καπνίζει, κάθισα μαζί του.
«Της πουτάνας έγινεν», μου είπε.
«Προσεχώς χειρότερα», παρατήρησα. «Θα ξαναπάς;»
«Γιατί –επήγα τώρα για να ξαναπάω;» απόρησε.
Υποκλίθηκα.

Ο κόσμος είχε αδειάσει από τον κήπο της σχολής και είχε γεμίσει το εστιατόριο –ένιωθα το στομάχι μου μασίφ σαν τσιμεντοκολώνα, τα πόδια βαριά, τη διάθεση άδεια. Τι σκατά κάνω εδώ πέρα; Συνελεύσεις χωρίς λόγο ύπαρξης, γκομενοδουλειές που δεν περιλαμβάνουν ούτε γκόμενες ούτε δουλειές, φίλοι για να μην πιάνω μόνος μου τραπέζι τεσσάρων θέσεων –τι θέλω εγώ εδώ;

Σηκώθηκα και βολτάρισα άσκοπα –ξαναμπήκα στη σχολή, χάζεψα λίγο το έμβλημα, ακούμπησα στους μαρμαρένιους τοίχους, σουλατσάρισα στις σκάλες και στις κόκκινες ξεφτισμένες μοκέτες –τι θέλω εγώ εδώ;
Έφτασα στη Γραμματεία, κάποια κυρία χασμουριόταν μέσα από το κιγκλίδωμα (ευτυχώς χωρίς μπόμπιρα χαρτοφάγο αυτή τη φορά), η πόρτα του κεντρικού αμφιθεάτρου έχασκε –τώρα που είχε κάνει διάλειμμα η συνέλευση έμοιαζε η αίθουσα πιο άδεια κι από τη δυστυχία. Η ντουντούκα ήταν παρατημένη στην έδρα –πλησίασα, την επεξεργάστηκα λίγο, ενδιαφέρον εργαλείο, με το κουμπάκι της, τα αυτοκολλητάκια της ΚΝΕ, την εργονομική λαβή για να μην πιάνεται το χέρι του τσοπάνη –υπέροχη…
Πάτησα το κουμπί, η ντουντούκα στρίγκλισε –ανατρίχιασα. Έφερα το μικρόφωνο στο στόμα, τη δοκίμασα.
«Ένα, δυο, ένα, δυο, χι…»
Ωραία ακουγόμουν –σα μαλάκας με ντουντούκα.
«Έλα, με λαμβάνεις; Ρότζερ… Προς άπαντα τα περιπολικά… Εθεάθη επικίνδυνος κακοποιός αλλά μετά τον χάσαμε… άμα τον δείτε, χάστε τον κι εσείς γιατί δεν είμαστε για μπερδέματα… Ρότζερ. Με λαμβάνεις; Α ρε μαλάκα, Ρότζερ…»
Θα τη συνέχιζα την εκπομπή μέχρι να τη γαμήσω τη μπαταρία της παλιο-ντουντούκας αλλά με διέκοψε ένα γέλιο πιο κατσαρό από την περμανάντ του Ντέιβιντ Κοβερντέιλ. Πετάχτηκα στον αέρα. Κοίταξα.
Στην πόρτα στεκόταν ένα ζευγάρι πράσινα μάτια που θα έκαναν το χλοοτάπητα του ΟΑΚΑ να κοκκινήσει από τη ντροπή του. Τα μάτια πλαισιώνονταν από ανοιχτά καστανά μακριά μαλλιά και στο ενδιάμεσο υπήρχε ένα κατάλευκο πρόσωπο βγαλμένο από αφίσα του Ρόι Λιχτενσταϊν –είχα μια τέτοια στο δωμάτιό μου και ξέρω… Την κοίταζα (την κοπέλα στην πόρτα –όχι την αφίσα) και υπολόγιζα ότι αν με ρώταγε κανείς μετά από κάνα τέταρτο αν είχε καλό σώμα θα του έλεγα ότι δεν πρόλαβα να δω, την χάζευα σλόου μόσιον, σαν όνειρο ή εφιάλτη.
«Λοιπόν; Τι έγινε τελικά;» με ρώτησε όταν βαρέθηκε να περιμένει να μαζέψω το σαγόνι μου που κρεμόταν στο πάτωμα.
«Τι έγινε;» ψέλλισα.
«Με τον επικίνδυνο κακοποιό… Τον έχασες;»
«Τον έχασα», συμφώνησα σαν ηλίθιος.
«Με λένε Κασσάνδρα», είπε πλησιάζοντας.
«Πώς σε λένε;» απόρησα.
«Κασσάνδρα», ξανάπε σιγά.
«Κασσάνδρα βέβαια…» επανέλαβα αλλά από μένα δεν ακουγόταν τόσο όμορφο.
«Η συνέλευση τελείωσε;» με ρώτησε.
«Η συνέλευση…. όχι –έκαναν διάλειμμα…»
«Α, εντάξει… θ΄αργήσουν;»
Τι να της έλεγα τώρα; Ότι δεν υπήρχε συνέλευση και δεν υπήρχε σχολή και τίποτα γενικώς δεν υπήρχε πέρα από αυτήν;
«Μπα, δε νομίζω…» ψέλλισα.
«Καλά τότε. Πάω να καθίσω», είπε και μου γύρισε την πλάτη –κατάφερα τότε να βρω την απάντηση στην υποθετική ερώτηση περί του αν είχε καλό σώμα. Όνειρο. Ή εφιάλτης.

Είχα μείνει να την κοιτάζω, με τη ντουντούκα στο χέρι, όσο εκείνη βολευόταν σε ένα έδρανο κάπου στη μέση του αμφιθεάτρου –υπολόγισα ότι πήγε και κάθισε δυο σειρές πιο κάτω απ΄ότι καθόμουν εγώ πριν –τέτοιες μαλακίες σκεφτόμουν.
Πάτησα πάλι το κουμπί της ντουντούκας –πάλι στρίγκλισμα. Γύρισε και με κοίταξε.
«Τι συμβαίνει με σένα και τη ντουντούκα τελικά;» απόρησε.
«Τίποτα, απλά προσπαθώ να τη χαλάσω», παραδέχτηκα ντροπιασμένος.
Ξεκαρδίστηκε πάλι.
«Γιατί; Τι σου έκανε;»
«Τι να μου κάνει; Είναι ντουντούκα –δε φτάνει αυτό;» αναρωτήθηκα.
Ανασήκωσε τους ώμους, έψαξε την τσάντα της, έβγαλε ένα μακρόστενο πακέτο κι από μέσα διάλεξε ένα εξίσου μακρόστενο τσιγάρο με λευκό φίλτρο. Τσακίστηκα να της ανάψω –είδε την κίνησή μου και περίμενε.
Παπάρια –ο ζίπο είχε μουλαρώσει και δεν έπαιρνε με τίποτα.
«Δεν πειράζει», με διαβεβαίωσε ψάχνοντας στην τσάντα της για αναπτήρα.
«Πρώτη φορά μου συμβαίνει», έκανα χαζά.
Γέλασε.
«Έχεις πλάκα –το ξέρεις;» με ρώτησε.
«Ναι, είμαι κάπως πλακέ», έκανα.
Δε γέλασε και με το δίκιο της.
«Πρωτοετής;» με ρώτησε.
«Ναι. Κι εσύ;»
Ένευσε.
«Από Αθήνα;»
«Όχι –από την Κέρκυρα», είπε και κοίταξε προς το παράθυρο λες και περίμενε να δει τίποτα κανταδόρους.
Τότε άρχισε η εισβολή των βαρβάρων –ορδές φοιτητών άρχισαν να μπαίνουν στην αίθουσα κλωτσώντας και σφυρίζοντας, πριν καθίσουν στις θέσεις τους ξαναθυμήθηκαν τους καυγάδες και τους συνέχισαν από εκεί ακριβώς που τους είχαν σταματήσει –εγώ στεκόμουν μετέωρος σαν πετσέτα κρεμασμένη σε ένα μόνο μανταλάκι κι έτρωγα αγκωνιές, σπρωξιές –έπαιζα με το ζίπο ο οποίος βεβαίως άναψε 5 στις 5 φορές, ο καργιόλης…
Κάτι μαντράχαλοι χώθηκαν αριστερά της Κασσάνδρας κι όσο δίσταζα βρήκαν την ευκαιρία μερικές άθλιες με ινδικές φούστες να της χωθούν από δεξιά.
«Λοιπόν… τα λέμε…» ψέλλισα όταν βαρέθηκα να στέκομαι σα χάχας.
«Ναι», είπε εκείνη και μου χαμογέλασε –οπότε έχασα ξανά επαφή με την πραγματικότητα και ξανάγινα πετσέτα με ένα μανταλάκι, ευτυχώς πέρναγε εκείνη την ώρα η Βιβή που με άρπαξε και με έσυρε προς τις θέσεις μας.
«Παιδάκι μου, είσαι καθυστερημένος; Τι καθόσουν κι έκανες μέσα στη μέση;» με σκούντηξε.
Ο Πάρης από δίπλα της γέλασε.
«Τι έκανα; Ξέρω ΄γω τι έκανα;» μουρμούρισα.
Η Βιβή με κοίταξε μεταξύ αηδίας και συμπόνιας.
«Ρε Βιβή, είδα το ομορφότερο κορίτσι της ζωής μου», παραδέχτηκα τελικά.
«Ποια;» με ρώτησε.
Της έδειξα την Κασσάνδρα. Την είδε κι ο Πάρης.
«Αυτή εκεί πέρα;» στράβωσε το στόμα η Βιβή. «Λοιπόν, άνετα γινόμουν λεσβία για χάρη της».
«Κι εγώ το ίδιο», υπερθεμάτισε ο Πάρης.
«Τι ρόλο βαράει;» με ρώτησε η Βιβή.
«Πού να ξέρω;» συννέφιασα όσο σκεφτόμουν τη μαλακία μου να μην κάτσω μαζί της.

Έφτασε η ώρα του Παπ, ο οποίος βγήκε μπροστά στην έδρα, αρνήθηκε να πάρει μικρόφωνο -καθόταν και κοίταζε το αμφιθέατρο που βούιζε. Καθόταν εκεί και περίμενε, μέχρι που αρχίσαμε να φωνάζουμε οι δικοί του «σκάστε ρε μαλάκες, να τον ακούσουμε». Και σιγά-σιγά το αμφιθέατρο ησύχασε.
Είπε τότε ο Παπ ότι ένιωθε παράξενα επειδή βρισκόταν σε μια συνέλευση απολογιστική αλλά κανένας δεν είχε απολογηθεί μέχρι τώρα για το ότι τίποτα δε γινόταν και καμιά κίνηση των φοιτητικών παρατάξεων δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα. Αναρωτήθηκε κιόλας –πώς στο διάολο να λυθούν τα προβλήματα με 20 βόλτες μέχρι την πλατεία Συντάγματος; Τότε άρχισαν οι Κνίτες να φωνάζουν. Ο Παπ περίμενε να ησυχάσουν κι όταν έγινε πάλι ησυχία ξεκαθάρισε ότι τα προβλήματα λύνονται μόνο με επιθετικές ενέργειες κι όχι με σουλάτσα και επιθετικές ενέργειες είναι οι καταλήψεις σχολών, οι αποκλεισμοί κτιρίων, «μας πηδάνε από παντού κι εμείς τους κάνουμε επίσκεψη –μόνο πάστες δεν τους πηγαίνουμε», είπε.
Καινούργιο ντου από τους Κνίτες, πεταχτήκαμε κι εμείς από τα έδρανα, η ομάδα του Μαρκήσιου είχε ήδη πάρει θέσεις και μπλόκαρε τα ΚΝΑΤ στους διαδρόμους –έπεσε το σχετικό βρισίδι μετά σπρωξίματος και ο Παπ κατέβηκε από την έδρα, φωνάζοντας «μην τους αφήσουμε σε ησυχία, εδώ είναι πόλεμος –όχι σχολική εκδρομή».
Ήρθε η σειρά του Δαπίτη και ήμασταν όλοι κουρασμένοι –καθόμασταν σε επιφυλακή και περιμέναμε. Ανέβηκε λοιπόν αυτό το παιδί με το Λακόστ και τη φρεσκολουσμένη φράντζα, ξεκίνησε να μιλάει, κατέβηκαν δυο από την παρέα του Μαρκήσιου κι ένας πάνκης, τον πλεύρισαν δεξιά-αριστερά κι άρχισαν να κουνάνε κάτι γλάστρες σε στυλ θυμιατό. Ο Δαπίτης ατάραχος –είχε συνηθίσει. Οπότε ο πάνκης βγάζει κάτι προκηρύξεις της ΕΠΕΝ και τον λούζει, σα να έριχνε γαρδένιες στο Βοσκόπουλο. Φούντωσε ο Δαπίτης, ζήτησε την προστασία του προεδρείου, αλλά το προεδρείο είχε σοβαρές ασχολίες (κάπνιζαν) κι έτσι ο Δαπίτης την κοπάνησε γιατί φοβήθηκε μην εμφανιστούν τίποτα γιαούρτια.

Έξω έπαιρνε να νυχτώνει, το κεφάλι μου ήταν ίσα με ένα τάνκερ, θέλαμε όλοι να φύγουμε αλλά δεν είχαμε κουράγιο. Είχε σηκωθεί τώρα ένας Κνίτης και αγόρευε –ούτε να τον φτύσουμε δεν μας έβγαινε. Μίλαγε, μίλαγε ο τύπος –τελευταίος ομιλητής ήταν, η νύχτα δικιά του –κι εμείς σκεφτόμασταν πώς θα είναι η ζωή μετά θάνατον σ΄ένα τόπο που οι Κνίτες θα ανοίγουν το στόμα και θα βγάζουν γαλακτομπούρεκα αντί για λέξεις. Κάπου εκεί ο Κνίτης τελείωσε –ανακουφίστηκε η ομήγυρης που το αντέξαμε κι αυτό –αρχίσαμε να μαζεύουμε τα υπολείμματά μας για να ξεκουμπιστούμε.
Και τότε πετάχτηκε ο Μάκης. Ναι, ο Μάκης… Ένας Μάκης αστραφτερός, ατσαλάκωτος –σε χρώμα μαύρο του καυσαερίου.
«Συνάδελφε έχω να σου κάνω 26 ερωτήσεις», δήλωσε όλος χαρά.
Ο Κνίτης γέλασε. Ποιος ξέρει –μπορεί τελικά και οι Κνίτες να καταλάβαιναν από αστεία…
«Λοιπόν, αρχίζω…» είπε ο Μάκης.
«Σοβαρά τώρα;» κιτρίνισε ο Κνίτης.
Η αίθουσα κιτρίνισε κι αυτή.
«Εκ μέρους των Αυτόνομων, θέλω να σε ρωτήσω…» πήρε φόρα ο Μάκης.
Κάπου εκεί έκλεισα. Ήταν ή αυτό ή θα κατέβαινα να τον ξεσκίσω τον καργιόλη –έκλεισα λοιπόν, σταμάτησα ν΄ακούω, σταμάτησα να βλέπω, σηκώθηκα –κλώτσησα το έδρανο κι έφυγα από εκεί μέσα χωρίς να χαιρετήσω κανέναν. 
Πέρασα τη μεγάλη πόρτα, βγήκα στο διάδρομο, κούνησα το κεφάλι μου να ξεθολώσω και τότε με βούτηξε από το μανίκι η Άσπα.
Σταμάτησα σαστισμένος. Την κοίταξα. Τα μάτια της έσταζαν κακία.
«Είσαι πολύ μεγάλο αρχίδι», μου είπε.
«Εντάξει», συμφώνησα. Τι άλλο να έκανα;
Τράβηξα το χέρι μου και πήγα να συνεχίσω το δρόμο μου αλλά βγήκε μπροστά και μ΄έκοψε.
«Θέλεις κάτι;» απόρησα.
«Γιατί είπες στο Γιώργο ότι πηδηχτήκαμε;» ζήτησε να μάθει.
«Εγώ;»
«Ναι»
«Σε ποιο Γιώργο;»
«Το Χωρικό».
«Είπα τέτοιο πράγμα;»
«Το είπες…»
«Άσε μας ρε Άσπα βραδιάτικα», κούμπωσα –την έκανα στην άκρη και ξεκίνησα πάλι να φεύγω.
Με ξαναπρόλαβε.
«Αν το μάθει ο δικός μου…»
Εκεί κάπου θόλωσα.
«Τι να μάθει ρε κοπέλα μου; Αφού δεν κάναμε τίποτα. Και ούτε είπα κάτι…»
«Του είπες…»
Κοντοστάθηκα. Κάτι έτρεχε εδώ. Ή η Άσπα ήταν τρελή ή ο Χωρικός με έπαιζε… Σκέφτηκα.
«Τι έγινε ρε κωλοπαίδι; Γαμήσαμε;» με είχε ρώτησε.
«Γαμηθήκαμε», είχα απαντήσει.
Κατάλαβα…
Μου ήρθε ένα γέλιο απότομο σαν εμετός μετά από ούζα, διπλώθηκα στα δύο και κοπανιόμουν στο πάτωμα. Η Άσπα είχε μείνει και με κοίταζε.
«Συγνώμη ρε Άσπα…» είπα χωρίς να μπορώ να σταματήσω. «Συγνώμη».
Κι έφυγα. Στην αρχή περπατώντας, μετά τρέχοντας.

Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου, αυτό σκεφτόμουν. Και μετά θυμήθηκα την Κασσάνδρα. Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου –στα σίγουρα.


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Bauhaus

Δευτέρα, Μαΐου 09, 2016

6. "Ganuma de Linarus"

Προηγούμενα:
1. "1984 παρά κάτι"
2. "Ποντικοπαγίδα"
3. "Αν τα παιδιά ήταν ενωμένα"
4. "Αγάπη και κοκτέιλ Μολότωφ"
5. "Εδώ είμαστε, στο πουθενά"

Κάπου έχω διαβάσει ότι τα σημάδια –και ειδικά αυτά που προέρχονται από τσαμπουκάδες –είναι μαγκιά, αυτός που το έγραψε θα πρέπει να είχε επαφή με τσαμπουκάδες μόνο μέσω σινεμά. Εκεί σίγουρα είναι μαγκιά να βλέπεις το Μάρλον Μπράντο με το μακιγιάζ στη μάπα και τη μπογιά τη σκούρα κάτω από το μάτι να το παίζει ο Γαμάω. Έλα όμως να έχεις στο μάγουλο το μακαρόνι νο.11 χρώματος κόκκινου με την κόρα που ξεφτάει –να δεις τη μαγκιά…

«Τι σκατά έχεις στα μούτρα σου;» ρώτησε η Βιβή η Ντουμπλεβέ στραβώνοντας το στόμα λες και τα δοκίμαζε κιόλας τα σκατά.
«Άποψη», είπα.
«Τι σκατά άποψη είναι αυτή;» επέμεινε να μάθει.
«Μεταπάνκ άποψη. Διότι πανκ είναι να φοράς παραμάνα. Μεταπάνκ είναι να γρατζουνιστείς ενώ βγάζεις την παραμάνα», χαμογέλασα.
«Είσαι εντελώς ηλίθιος, το ξέρεις;» με ρώτησε η Βιβή γεμάτη ανθρώπινο ενδιαφέρον.
«Άμα το ΄ξερα δεν θα ήμουν», είπα εγώ.
«Σκατά», συμπέρανε και σταμάτησε να ασχολείται μαζί μου.
Καθόμασταν, καμιά τριανταριά άτομα, στη μικρή αίθουσα του 1ου ορόφου –αυτή μας είχαν παραχωρήσει για να κάνουμε τη συνέλευση –ήμασταν οι Αυτόνομοι ή έτσι τουλάχιστον υποστηρίζαμε.

Ο Παπ κάπνιζε στην έδρα και μελετούσε κάποια χαρτούρα. Διέκρινα καινούργιες φάτσες στην αίθουσα κι αυτό με ανησύχησε γιατί δεν μου μοιάζανε για δικοί μας.
«Πολύ κόσμο δεν έχουμε;» ρώτησα τη Βιβή.
«Είναι από τις κατατακτήριες, Τεϊτζήδες», μου εξήγησε.
«Λαϊκούς τους κόβω –Κνιτόφατσες», είπα.
«Σιγά ρε Ζαν Μπον Σαρτρ, που τους κόβεις κιόλας…» μου χώθηκε η Βιβή και κοπάνησε την τσάντα της στο έδρανο.
«Κι εσύ κάπως τσιτωμένη…» παρατήρησα.
«Αγαμίες», είπε η Βιβή.
«Με φωνάξατε;» προθυμοποιήθηκα.
«Ίσα σπόρε…» με κορόιδεψε.
«Ένα χρόνο μου ρίχνεις, σπουδαία τα λάχανα», απόρησα.

Τότε ήταν που μας πλησίασε ένας αντιτουριστικός τύπος με μούσι, γυαλί Τζον Λένον και αφάνα. Εντελώς σίχαμα, μαυρομούρης, φόραγε και γιλέκο δηλαδή –τι άλλο να κάνει;
«Συνάδελφοι καλησπέρα, είμαι ο Μάκης», μας συστήθηκε.
Μας άπλωσε και τη χερούκλα του –διάολε, για βάφτιση το πέρασε εδώ μέσα;
«Καλώς τον», είπε η Βιβή.
Εγώ ψάχτηκα για τσιγάρο και καλά.
«Πότε θ΄αρχίσει η συνέλευση;» ρώτησε ο Μάκης.
«Έχει αρχίσει», μούγκρισα κουμπωμένα. Τι θες από τη ζωή μας ρε μαλάκα;
Ο Μάκης χαμογέλασε και άπλωσε μπροστά μας την πραμάτεια του που την έβγαλε από μια πάνινη τσάντα σαν κι αυτές που είχαμε στο Λύκειο και γράφαμε DOORSThey have the guns but we have the numbers, τέτοια αηδία.
«Δεν ακούω κανέναν να μιλάει, συνάδελφε», μου είπε.
«Και τι μ΄αυτό;» απόρησα.
«Πότε θα ξεκινήσουν οι ομιλητές;» επέμεινε.
«Ποιοι ομιλητές; Θέλεις να πεις κάτι –σήκω και πέστο», νευρίασα.
«Έτσι χύμα;»
«Ε, ξέρω ‘γω; Βάλε και βιολιά άμα είναι να νιώσεις καλύτερα…»
«Το προεδρείο πού είναι;»
Άρχισα να τα παίρνω άσχημα. Γιατί μου κόλλησε τώρα αυτός ο ρεζίλης; Κάτι τέτοιες ώρες ένιωθα σα μυγοπαγίδα σε χασάπικο.
«Δεν υπάρχει προεδρείο», του ξεκαθάρισα.
Σηκώθηκε φουριόζος και πήγε στον Παπ –έσκυψε πάνω του, άρχισε να του μιλάει σε έντονο ύφος –ο Παπ ούτε να τον φτύσει, συνέχιζε να διαβάζει τη χαρτούρα του.
Ο Μάκης ξαναγύρισε κοντά μας, άρπαξε κάτι χειρόγραφα και βγήκε μπροστά από την έδρα.
«Συνάδελφοι», γκάριξε, «έχω να πω δυο λόγια».
Όσοι ήμασταν στην αίθουσα σηκώσαμε τα κεφάλια ξαφνιασμένοι. Κανά δυο μπροστινοί σχολίασαν «είπες ήδη πέντε» και «χεστήκαμε» αλλά ο Μάκης -ασταμάτητος.
«Εν όψει των επερχόμενων εκλογών θεωρώ ότι θα πρέπει να σχεδιαστεί η στρατηγική μας στο πλαίσιο της δημιουργίας στεγανών συμμαχιών και του καθορισμού των πολιτικών μας αντιπάλων –δεν θα πρέπει, συνάδελφοι να αφήσουμε χώρο για παρανοήσεις, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ποιοι είμαστε και τι πρεσβεύουμε».
Τότε πετάχτηκε από δίπλα μου η Βιβή η Ντουμπλεβέ, σηκώθηκε, σήκωσε το χέρι της, ο Μάκης την είδε –φρέναρε.
«Θες να πεις κάτι συναδέλφισσα;» ρώτησε.
«Θέλω να πω ότι, πρώτον, κόψε τα συναδέλφισσα εκτός αν έχουμε δουλέψει μαζί στα λιόπανα και δεν το θυμάμαι και, κατά δεύτερον, το ποιοι είμαστε το ψάχνουμε από το Γυμνάσιο και δεν το βρήκαμε, εδώ θα το ξεκαθαρίσουμε;» έκανε τσαντισμένα η Βιβή.
Κάπου εκεί άρχισε το κανιβάλισμα γιατί σηκώθηκε ο Νίκος ο ραδιοφωνικός από την άλλη άκρη και δήλωσε ότι αυτός είναι ψυχολογικώς ασταθής και απαιτεί να γίνει ψηφοφορία προκειμένου να αποφασιστεί αν είναι μαλάκας ή πριγκίπισσα, πετάχτηκε ένας πάνκης και φώναξε «είμαστε μπερδεμένοι κι αυτό είναι ξεκάθαρο», μετά σήκωσε το χέρι του ο Γιώργος ο Χωρικός και ρώτησε αν μπορεί να πάει τουαλέτα, άλλο που δεν ήθελε ο Γιώργος ο Βασιλιάς ο οποίος πετάχτηκε στον αέρα και δήλωσε ότι είμαστε όλοι υπήκοοι του και απαιτεί να ψηφίζει μόνο αυτός, η παρέα του Μαρκήσιου που άραζε στο βάθος άρχισε να φωνάζει «γκοοοοολ –φτου γαμώτο, δοκάρι!» κι ο Παπ έσκυψε πίσω από την έδρα επειδή είχε κατουρηθεί στα γέλια.
Η συνέλευση ζωντάνεψε οδεύοντας προς εκτροχιασμό –ευτυχώς βρέθηκαν δυο καλά παιδιά και μάζεψαν το Μάκη –τον έπιασαν α λα μπρατσέτα και τον οδήγησαν στο κοντινότερο έδρανο χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη.

Στη συνέχεια η συνέλευση επανήλθε στην κανονική της ροή, δηλαδή ο Παπ συνέχισε να διαβάζει τη χαρτούρα του κι εμείς οι υπόλοιποι το ρίξαμε στο κουτσομπολιό.
«Καλά ξηγήθηκες», είπα στη Βιβή.
«Ε, μα το μαλάκα…» μούγκρισε εκείνη.
Ο Μάκης ήρθε προς το μέρος μας, μάζεψε την τσάντα του κι έφυγε αμίλητος. Τον παρακολουθούσα καθώς έφτανε στην πόρτα, χάρηκα όταν την άνοιξε για να ξεκουμπιστεί αλλά μου κόπηκαν τα γόνατα όταν μπήκε πίσω του η Άσπα –κόντεψε να τη γκρεμίσει με τη φούρια του ο μαλάκας όμως η Άσπα τον απέφυγε με στυλ ταυρομάχου. Κοίταξε τα πέριξ με στυλάκι αδιαφορία νο. 5 και μετά πήγε να καθίσει δίπλα στο Βασιλιά. Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, με συνοπτικές διαδικασίες.
«Τι έπαθες ρε μαλακισμένο;» με σκούντηξε η Βιβή.
«Τι έπαθα;» ρώτησα κι εγώ.
«Έγινες άσπρος σα χαρτοπετσέτα –έφαγες τίποτα και σε πείραξε;»
Μαγκώθηκα.
«Άντε παράτα μας ρε Βιβή, δεν έχουμε συνέχεια την όρεξή σου», μούγκρισα.
Η Βιβή έσκασε ένα χαμόγελο μέχρι τα παράθυρα και μετά με αγκάλιασε.
«Η πεταχτούλα;» μου σφύριξε στο αυτί.
«Τι λες τώρα; Ποια πεταχτούλα;» έκανα τον αδιάφορο.
«Ρε κορόιδο αφού καρφώθηκες με το που μπήκε…»
Τινάχτηκα για να την ξεκολλήσω από πάνω μου.
«Δεν ξέρω τι μου λες κι άντε παράτα με», κούμπωσα.
Η Βιβή ξεκαρδίστηκε.
«Κοίτα το μαλακισμένο που φοβάται μη μας δούνε κιόλας…» φώναξε.
Σηκώθηκα αλλά η ζημιά είχε γίνει. Η Άσπα μας κοίταζε και χαμογελούσε. Κι ακόμα χειρότερα μού κούναγε το χέρι. Χαμογέλασα με ύφος ηλιθίου. Και τώρα; Να καθίσω πάλι δε γινόταν –άπαξ και σηκώνεσαι, φεύγεις. Να φύγω όμως και να πάω πού; Κι η Άσπα μετά τη χαιρετούρα μού είχε γυρίσει πλάτη, κάτι έλεγε με το Βασιλιά…
Η Βιβή παρακολουθούσε το θέαμα με αμέριστο ενδιαφέρον.
«Εγώ την κάνω», είπα.
«Πού θα πας ρε μαλάκα;» ξεκαρδίστηκε η Βιβή.

Βγήκα στο διάδρομο ανάμεσα στα έδρανα και προχώρησα με βήμα αργό –μελλοθανάτου. Κοίταζα το μαρμάρινο πάτωμα και προσευχόμουν να γίνει κάτι και κάτι έγινε –ένα χέρι μού άρπαξε το δεξί μανίκι, δυο σειρές πιο πίσω από εκεί που καθόταν η Άσπα. Φρέναρα απορημένος, μετά κοίταξα στο πλάι και είδα έναν τύπο γύρω στα 40 κιλά, κοντούλη, με κάποια αραίωση στο μαλλί.
«Πάρης», μου συστήθηκε χαμογελώντας.
«Ελένη», του απάντησα.
«Η Ωραία;» απόρησε.
«Ε, δε φαίνεται;» αγανάκτησα δήθεν.
«Κάτσε –έχω φέρει κάτι μήλα από το σπίτι», το συνέχισε και πήγε μια θέση πιο δίπλα για να μου κάνει χώρο.
Κάθισα –τι άλλο να έκανα;
«Είδα πώς τη στήσατε στο Μάκη…» μου εξήγησε.
«Ποιοι –εμείς;» γέλασα.
«Εσύ και η μοιραία γυναίκα εκεί πέρα», χαμογέλασε.
«Υπήρξε μοιραίο…» μοιρολόγησα δήθεν. «Αλλά εσένα τι σε κόφτει;»
Χαμογέλασε μυστήρια.
«Έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς με το Μάκη…» είπε.
«Από πού;»
«Από τα ΤΕΙ –είχαμε κάποιες κόντρες…»
«Σε τι φάση;»
«Παραταξιακή. Ήταν Πασπίτης…»
«Ήταν;»
«Τον διέγραψαν –κάποιες διαφωνίες…»
«Εσύ, Αυτόνομος να υποθέσω…»
«Πανσπουδαστική».
«Και τι θέλεις εδώ;»
«Με διέγραψαν κι εμένα –για την ακρίβεια διαγράφηκα…»
«Κάποιες διαφωνίες;»
«Κάπως έτσι…»
Τώρα θα πρέπει να εξηγήσω πως πήγαινε η κατάσταση στις σχολές… Λοιπόν, σε γενικές γραμμές (βγάλε τις φλωροσχολές –Ιατρική, Φιλοσοφική ξέρω ΄γω…) ίσχυε το «Πανσπουδαστική –πρώτη δύναμη». Όπου Πανσπουδαστική ή ΠΣΚ η φοιτητική παράταξη του ΚΚΕ. Δεύτερη δύναμη η ΠΑΣΠ, του ΠΑΣΟΚ. Παραπέρα χανόταν λίγο η μπάλα –αλλά στην Πάντειο την τρίτη θέση είχε ο Δημοκρατικός Αγώνας, δηλαδή το ΚΚΕ εσ. Μετά οι Αυτόνομοι, τελευταία (και καταϊδρωμένη) η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ της Νέας Δημοκρατίας. Κάθε παράταξη ξεχώριζε από τις άλλες σαν τις πατάτες από τις ντομάτες. Οι Πανσπουδαστικάριοι ήταν κάτι γλίτσηδες με ερειπωμένα παπιά, το Ριζοσπάστη στην κωλότσεπη και τα Άσσος σκέτο στην παλάμη. Οι Πασπίτες ήταν ψηλοκάβαλοι γκιράπηδες που κυκλοφορούσαν με Αντίλντας ή Φρανκ Πέρι και οδηγούσαν φτιαγμένα Γκολφ, Πόλο κι ολίγα Σιρόκο –κονομημένα παιδιά. Οι Αγωνίτες ήταν ωραία παιδιά, στυλάκι προσεγμένο και φρικοειδές με μαλλάκι φράντζα και φουλαράκι τύπου Παπάζογλου, διέθεταν και τις δεύτερες ομορφότερες γκόμενες απ΄όλες τις παρατάξεις. Οι Αυτόνομοι ήταν κάθε καρυδιάς καρύδι –φρικιά, πάνκηδες, γυαλαμπούκες διανοούμενοι και λοιποί γενικώς αταίριαστοι. Η ΔΑΠ απαρτιζόταν από μοντέλα ανδρικού ή γυναικείου φύλου τα οποία εμφανίζονταν σπανίως –μόνο σε γενικές συνελεύσεις και στις εξετάσεις –φορούσαν μια περιουσία, οδηγούσαν μια περιουσία, ξόδευαν μια περιουσία, ήταν γενικός ο περιούσιος λαός.
«Και πώς από τα μέρη μας;» ρώτησα τον Πάρη.
«Ε, πού αλλού;» απόρησε.
Με το δίκιο του –το να πάει πρώην Κνίτης κατά ΠΑΣΟΚ μεριά ήταν απίθανο και το να καταλήξει στους «προδότες, φραξιονιστές, αποστάτες» του Εσωτερικού –αδύνατο.
«Πάντως είχε δίκιο ο Μάκης, πρέπει να υπάρχει κάποια οργάνωση…» παραδέχτηκε.
«Να γίνουμε δηλαδή σαν τους άλλους;» αναρωτήθηκα. «Και τότε γιατί να μην πάμε να γραφτούμε στους άλλους που έχουν και στρωμένα μαγαζιά με σταθερή πελατεία;»
«Δεν είναι η οργάνωση που διαφοροποιεί τις παρατάξεις –οι θέσεις κάνουν τη διαφορά», σχολίασε ο Πάρης.
«Από θέσεις και προθέσεις, όλοι τις καλύτερες έχουμε. Στην πρακτική ξεχωρίζουμε», διαφώνησα.
«Αυτό πρέπει να το συζητήσουμε με την ησυχία μας», είπε ο Πάρης.
«Όποτε θέλεις αλλά τώρα πρέπει να χαιρετήσω κάτι φίλους», τη σκαπούλαρα επειδή η Άσπα μου έκανε ήδη νοήματα πίσω από την πλάτη του Βασιλιά και Άσπας πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται.

Την κοπάνησα από δίπλα του αέρινος σα σεντερφόρ που βγαίνει τετ α τετ με τον τερματοφύλακα και χώθηκα στην πίσω σειρά από το Βασιλιά.
«Πώς πάει;» ρώτησα κοιτάζοντάς την.
«Μυρίζομαι επανάσταση αλλά θα την καταπνίξω πάραυτα», ανακοίνωσε ο Βασιλιάς.
«Μπα –το άφτερ σέιβ μου είναι», τον καθησύχασα.
 Τότε σηκώθηκε ο Παπ από την έδρα και ανακοίνωσε τη λήξη της συνεδρίασης –μας θύμισε ότι την επομένη ήταν η εκλογοαπολογιστική κι έπρεπε να είμαστε όλοι εκεί, αλλά στα παπάρια του κι αν δεν πηγαίναμε σε τελική ανάλυση.
«Γλάστρες ποιος θα φέρει;» πετάχτηκε ένας από τη συνοδεία του Μαρκήσιου.
«Εγώ έλεγα για γιαούρτια», πρότεινε ο πάνκης.
«Όχι ρε παιδί μου –τραβάει ώρες η εκλογοαπολογιστική, θα βρωμίσουμε», τον συνέτισε ο Μαρκήσιος.

Αρχίσαμε να βγαίνουμε κοπαδιαστά από την αίθουσα, πλασαρίστηκα δίπλα στην Άσπα.
«Πού θα με πας σήμερα;» με ρώτησε.
«Όπου θέλεις».
«Κάπου μόνοι μας. Μη μπλέξουμε πάλι σε φασαρίες», μου ψιθύρισε.
«Προχώρα και σε φτάνω», της είπα.
Με έπιασε από το μανίκι –κάτι είχαν πάθει με το μανίκι μου όλοι σήμερα…
«Τι έπαθες;» με ρώτησε αγγίζοντας το μάγουλό μου.
«Κόπηκα στο ξύρισμα», σφύριξα.
Και την κοπάνησα από δίπλα της, έτρεξα προς το Χωρικό που τσακωνόταν με κάτι Αγρινιώτες. Του έκανα νόημα, πιάσαμε τοίχο.
«Θέλω το κλειδί από το σπίτι σου», του είπα.
«Παίζει κάτι;» με κοίταξε πονηρά.
«Όχι αν δε μου δώσεις το κλειδί», εξήγησα.
Το τσίμπησε από την τσέπη του τζιν του και μου το πάσαρε πλαγίως.
«Έχεις τρεις ώρες», μου ξεκαθάρισε. «Μετά θα έρθω να την πέσω».
«Κάντες τέσσερεις», του ζήτησα.
«Τρεισήμισι και κόψε τα προκαταρκτικά», μου ξέκοψε.

Έφυγα με το κλειδί στην τσέπη αλλά πουθενά Άσπα. Ξαναγύρισα στην αίθουσα, ο Πάρης μου έκανε νόημα, εγώ έκανα ότι δεν τον είδα, η Βιβή μού έκανε κωλοδάχτυλο, εγώ έκανα ότι δε με νοιάζει –ξαναβγήκα και κουτρουβάλησα στις σκάλες. Τη βρήκα να με περιμένει στο προαύλιο.
«Πάμε;»
«Φύγαμε…»

Το σπίτι του Χωρικού ήταν ένα διαμέρισμα δευτέρου ορόφου σε πολυκατοικία δεκαετίας. Με το που μπήκαμε η Άσπα μαζεύτηκε και δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το χολ στην είσοδο του διαμερίσματος –εγώ πάλι έτρεξα ν΄ανοίξω κάνα παράθυρο μπας και φύγει η κλεισούρα.
«Να φτιάξω καφέ;» τη ρώτησα.
«Δικό σου είναι το διαμέρισμα;» κόμπιασε.
«Ενός φίλου».
«Ποιου δηλαδή;» με ρώτησε παγωμένα.
«Έχει σημασία;» απόρησα.
«Ξέρει κανένας άλλος ότι είμαστε εδώ μαζί;» επέμεινε.
«Όχι ρε κορίτσι μου –για τι με πέρασες;» αγανάκτησα.
«Και το κλειδί πώς το πήρες;»
«Το ζήτησα και το πήρα. Δεν έκανα και δήλωση στην αστυνομία…»
Φάνηκε να χαλαρώνει –αυτά τα κολλήματα των κοριτσιών μη μαθευτεί ότι πάνε να πηδηχτούν… Λες και το πήδημα είναι κάτι ανώμαλο ρε γαμώ το κέρατό μου μέσα…
Επιτέλους δέησε να ξεκολλήσει από το χολ και να μπει πιο μέσα. Εγώ πετάχτηκα μέχρι την κουζίνα, έψαξα για κάνα πιοτί αλλά βρήκα μόνο μπύρες κι ένα μπουκάλι με ημιδιάφανο κάτι στο ψυγείο το οποίο φοβήθηκα να δοκιμάσω.
«Καφέ, μπύρα;» φώναξα αλλά δεν πήρα απάντηση.
Τσίμπησα λοιπόν μια μπύρα, την άνοιξα, έπιασα και δυο ποτήρια μη μας περάσουν και για κανίβαλους και μπήκα στο κυρίως δωμάτιο του διαμερίσματος που ήταν στρωμένο με μαξιλάρες και βιβλία παραπεταμένα.
Η Άσπα καθόταν σε μια μαξιλάρα προσπαθώντας να ισιώσει τη φούστα της –πήγα λοιπόν και σωριάστηκα δίπλα της, εκεί κοντά υπήρχε ένα κασετόφωνο, πάτησα το play και ακούστηκε ο βραχνοκόκορας ο Μπομπ Ντύλαν στο Blowin in the wind, προσευχήθηκα στον Άγιο Ίαν Ντιούρι να μην έχει ολόκληρο το Freewheelin η κασέτα…
Την αγκάλιασα, κρατήθηκε για λίγο αλλά τελικά αφέθηκε να την τραβήξω κοντά μου –ένιωσα Τζιμ Κάγκνεϊ στην κορυφή της πετρελαιοπηγής –Top of the world ma
Πλακωθήκαμε σε κάτι φιλιά παθιάρικα μετά ελληνορωμαϊκής πάλης για το ξαλάφρωμα από τον περιττό ρουχισμό, σε λίγο βρεθήκαμε στα τσιμέντα να παγώνουν οι πλάτες μας εναλλάξ αλλά δεν μας πολυένοιαζε.
Κάποια στιγμή η Άσπα βρέθηκε από κάτω μου με ολίγη από ρούχα τσαλακωμένα να μας χωρίζουν –ήξερα ότι τα προκαταρκτικά αποτελούν σημαντικό στάδιο της όλης διαδικασίας αλλά κάπου έχασα τον έλεγχο και πέρασα στο κυρίως θέμα (πράγμα αξιοσημείωτο για έναν άνθρωπο των προλόγων σαν εμένα) -με το παντελόνι κατεβασμένο στους αστράγαλους προωθήθηκα κι έφαγα μια μεγαλοπρεπή πόρτα κατάμουτρα.
Η Άσπα μετατράπηκε αυτομάτως σε στρείδι, με έσπρωξε, δίπλωσε τα πόδια στο στήθος και με κοίταξε με ύφος πταισματοδίκη.
«Τι έγινε;» μούγκρισα.
«Δεν πρέπει…» ψιθύρισε.
Σε μυξοπάρθενη έπεσα, βλαστήμησα από μέσα μου. Αλλά απ΄ έξω κύριος…
«Προχώρησα πολύ γρήγορα;» τη ρώτησα.
«Δεν είναι αυτό –απλά δεν το έχω ξανακάνει…» είπε μέσα από τα δόντια της.
Έξυσα το κεφάλι μου. Δε μου άρεσε καθόλου να είμαι ο πρώτος κάποιας κοπέλας γιατί, από ότι είχα ακούσει, η πρώτη φορά είναι, σχεδόν πάντα, χάλια. Προτιμούσα να φάει την απόρριψη κάποιος άλλος κι εγώ να έρθω μετά –όταν οι προσδοκίες θα έχουν μειωθεί…
«Εντάξει, ίσως μπορούμε να περιμένουμε», πρότεινα στα πρόθυρα του εγκεφαλικού.
«Όχι δεν είναι εκεί το θέμα…» συνέχισε.
«Και που είναι το θέμα ρε Άσπα;» μούγκρισα.
Τελικά ήταν το Freewheelin, είχαμε ήδη φτάσει στη Γαμωβροχή που Πρόκειται να Πέσει κι ένιωθα κάπως σα να ετοιμαζόμαστε για την πορεία του Πολυτεχνείου.
«Είμαι με κάποιον….» είπε η Άσπα.
«Εννοείς κάποιον άλλον εκτός από μένα», έκανα χαζά.
«Ναι…»
«Παρακάτω;»
«Είμαστε κοντά ένα χρόνο μαζί και… τέλος πάντων, μάλλον θα το πάμε για σοβαρά…»
«Μα τι διάολο έχετε πάθει όλες σας μ΄αυτές τις σοβαρές σχέσεις;» πετάχτηκα στον αέρα.
«Όλες μας;» κούμπωσε η Άσπα.
«Ναι –κάνε μου και σκηνή ζηλοτυπίας…» γέλασα.
«Το θέμα είναι…» μουρμούρισε.
«Ότι αφού ο μάγκας περιμένει ένα χρόνο δεν μπορείς να το κάνεις μαζί μου», τη συμπλήρωσα.
Δεν είπε τίποτα –άφησε το γαμιόλη το Ντύλαν να γκρινιάζει –έτσι μου ‘ρχονταν να δώσω μια και να το σπάσω στο κασετόφωνο…. Αντί γι΄αυτό άναψα μια Καμήλα μπας και δραπετεύσω στην πλάτη της από την όλη φάση. Άρχισα κιόλας να κουμπώνομαι.
«Θύμωσες;» με ρώτησε.
«Ξέρω ΄γω; Μήπως αυτή την κουβέντα έπρεπε να την έχουμε κάνει πριν το ρίξουμε στην ελληνορωμαϊκή;» μούγκρισα.
«Ε, δεν πρόλαβα…» δικαιολογήθηκε.
«Ναι –κάπου εδώ πρέπει να σου ζητήσω και συγνώμη –έτσι;»
Σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται αμίλητη. Αποτελείωσα τη μπύρα μου κοιτάζοντας σταθερά ένα μπλουζάκι χρώματος μπλε σκούρου που ξεπρόβαλε πίσω από κάποια μαξιλάρα.
«Λέω να πηγαίνω», είπε η Άσπα.
«Να πας όπου θες…»
«Ο Γρηγόρης…»
«Ποιος Γρηγόρης; Το ανθρωπάκι στα φανάρια;»
«Όχι… αυτός που τα έχουμε…»
«Ναι;»
«Είναι φίλος του Γιώργου…»
«Του Βασιλιά;»
«Ναι αυτού. Μην του πεις τίποτα για το μεταξύ μας…»
«Του Γρηγόρη ή του Γιώργου;»
Με κοίταξε νευριασμένα.
«Έτσι κι αλλιώς δεν θα έλεγα…» μούγκρισα. Τι να πω δηλαδή; Ότι πήγα για πήδημα κι έφαγα χυλόπιτα;
Ήρθε και κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε –εγώ το έπαιξα πτώμα σε ακαμψία.
«Μου αρέσεις όμως…» είπε.
«Εντάξει –σου αρέσω… Παρακάτω;»
«Δεν έχει παρακάτω…»
Χαμογέλασα και φύσηξα τον καπνό στο πουθενά.
«Έφευγες;» τη ρώτησα.
Τινάχτηκε σα ελατήριο, μάζεψε την τσάντα της κι εξαφανίστηκε κοπανώντας την πόρτα πίσω της.
Υπέροχα…

Έμεινα μόνος με το Ντύλαν να μη λέει να βάλει γλώσσα μέσα του. Δεν είχα δύναμη ούτε να σηκωθώ, το πεταμένο μπουκάλι της μπύρας με κορόιδευε ασύστολα έχοντας καρφώσει το άδειο μάτι του πάνω μου κι ο κόσμος ήταν μια ατέλειωτη κατηφόρα που γλίστραγε από χυμένα λάδια. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά, κοίταξα κάτω, κοίταξα πάνω. Κάποιος είχε ξεκαρδιστεί με την πάρτη μου αλλά δεν μπορούσα να τον βρω –μόνο το γέλιο του άκουγα μέσα στο κεφάλι μου…

Τελικά σηκώθηκα, του έκανα μια ξεγυρισμένη υπόκλιση –είχα φλέβα κωμικού, δε χώραγε αμφιβολία, μόνο που το αίμα ήτανε κρύσταλλο μέσα σ΄αυτή τη φλέβα κι έτσι μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να φτάσω την πόρτα του διαμερίσματος.

Άφησα το Ντύλαν να παίζει στο κασετόφωνο –δεν πάει να γαμηθεί κι αυτός στην τελική;


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Χωρίς Περιδέραιο

Πέμπτη, Απριλίου 14, 2016

5. «Εδώ είμαστε, στο πουθενά»

Προηγούμενα:
1. "1984 παρά κάτι"
2. "Ποντικοπαγίδα"
3. "Αν τα παιδιά ήταν ενωμένα"
4. "Αγάπη και κοκτέιλ Μολότωφ"


Ήμασταν όλοι συνεννοημένοι από νωρίς –τηλέφωνα έπεσαν, κουδούνια χτύπησαν και αγουροξυπνημένοι μαλάκες με σώβρακο και παντόφλα είχαν βγει στις εξώπορτες –όλα κανονισμένα. «Το απόγευμα κατεβαίνουμε Πλάκα –παίζουν οι Stress». Προσυγκεντρώσεις στις κατά τόπους γιάφκες –εμείς στου Μπιλ του Χοντρού, οι υπόλοιποι σε ανάλογα ευαγή ιδρύματα –στις 6 θα συναντιόμασταν Γυμναστική Ακαδημία.

Κατέβηκα με το Στάθη στου Μπιλ, έτσι κι αλλιώς με τη μηχανή μου θα κυκλοφορούσαμε. Κάπνα και υγρασία –το μαγαζί ασυνήθιστα γεμάτο για τέτοια ώρα. Και το πεζοδρόμιο τίγκα. Στον πάγκο δίπλα στην πλαϊνή τζαμαρία κάθονται οι Μεγάλοι –Άρης το Κτήνος, Τζον Τάραμας, Γιάννης ο Ρέινμποου, Έλβις, Ιωακείμ, ο Ινδιάνος με κάτι δικούς του –τίγκα στη μαλλούρα το τραπέζι.
«Τι θέλουν αυτοί εδώ ρε μαλάκα;» ρωτάω το Στάθη.
«Ότι ξέρεις –ξέρω», σηκώνει τους ώμους.
Περνάμε το τραπέζι σε απόσταση –είναι αυτός ο γαμιόλης ο Έλβις που έφαγε γκόμενα από την τάξη μας, τη Ρούλα και είχε έρθει μαζί μας στην εξαήμερη –μας μόστραρε το θηριώδες Ζ1 του κάτω από το ξενοδοχείο μέχρι που ένα βράδυ, λιώμα όλοι μας, το σηκώσαμε, το ανεβάσαμε μέχρι απέξω από το δωμάτιο που πήδαγε τη Ρούλα και το περιτυλίξαμε με κωλόχαρτο, από τότε μας έψαχνε να μας σκίσει. Οι άλλοι είναι εντάξει άτομα –αλλά τι θέλουν εδώ πέρα; Τι δουλειά έχουν αυτοί με τους Stress;

Περνάμε και το τραπέζι με τους Πιτσιρικάδες –Πουλής, Τσουλού, Μάριος και κάτι αδέσποτοι –για να καταλήξουμε στους δικούς μας.

Έχουμε το πιο γεμάτο τραπέζι –λογικό είναι –δικό μας είναι το συγκρότημα. Η δικιά μας ηλικία. Ο Καραμέλας κάτι μαλακίες κάνει πίσω από την πλάτη του Γένια, ο Τζόρνταν με το Σόλωνα έχουν κατουρηθεί στα γέλια για άγνωστη αιτία, ο Σάκης ο Μυτόγκας συνωμοτεί με τον Πανή, ο Ηλίας με το Γρηγόρη τσεκάρουν για καμιά ξέμπαρκη γκόμενα, ο Τάκης δείχνει στον Αλεξό ένα σετ μπαγκέτες προσπαθώντας να τον ψήσει ότι έγινε ντράμερ, ο Κάρα είναι, ως συνήθως στον κόσμο του, ο Παναγιώτης το Βουνό τρώει κάποιο χάμπουργκερ της συφοράς (απ΄αυτά που μόνο ο Μπιλ φτιάχνει κι απορούμε πώς δεν μας έχουν στείλει ακόμα στα θυμαράκια) ο Ζόμπι φυσάει καπνό μέσα στο μπουκάλι της μπύρας του…
«Κάντε ένα κώλο παραδίπλα ρε μαλάκες», φωνάζει ο Στάθης.
Βολευόμαστε με τα χίλια ζόρια.
«Πήγες καθόλου σχολή;» με ρωτάει ο Τζόρνταν.
«Ναι –εσύ;»
«Πήγα… Κι έφυγα».
«Γιατί;»
«Αρένων»
«Τόσο καλά…»
«Εσύ;»
«Κάτι γίνεται…»
«Έλα ρε μουνί…» πανηγυρίζει ο Τζόρνταν και γυρνάει επιτόπου στο Σόλωνα. «Μαλάκα, αυτός θα γαμήσει…» του ανακοινώνει.
«Όχι πριν από μένα», χαμογελάει ο Σόλωνας.
«Αφού εσύ έχεις στάνταρ τη Ρένα ρε παπάρα», αντιδρώ.
«Η Ρένα είναι για εδώ. Μαλάκας ήμουνα που πέρασα Πάτρα;» μου εξηγεί ο Σόλωνας.
«Ότι δηλαδή θα στραβωθεί κι άλλη εκτός από τη Ρένα και θα σου κάτσει…» απορώ.
«Το μυρίζονται αγόρι μου… Αν είσαι ρέστος σε αποφεύγουν σαν την πανούκλα. Αν όμως είσαι δεσμευμένος…» μου σφυρίζει ο Σόλωνας σκύβοντας προς το μέρος μου.
«Δεσμευμένος ε;» μουρμουρίζω με τη σειρά μου.
«Δεσμευμένος», επαναλαμβάνει εκείνος.
«Αν είσαι δεσμευμένος ρε μαλάκα, σε λίγο θα τρώμε κουφέτα», γελάω.
«Δεν πάει να τρώτε και σπανακόρυζο; Θα πηδάω εγώ ένα σωρό γκόμενες;» με γειώνει ο Σόλωνας.
Σηκώνομαι να πάω για μπύρες –δε βγαίνει άκρη.

Ο Μπιλ είναι σα Συννεφιασμένη Κυριακή πίσω από τη μπάρα, ετοιμάζει 2 ποτήρια μπύρες με το που με βλέπει να πλησιάζω.
«Πώς πάει αφεντικό;» ρωτάω.
«Δεν πάει ρε μαλακισμένο –βλέπεις εσύ να πάει;»
«Κέφια έχεις…» παρατηρώ.
«Πάρε τις μπύρες και άντε γαμήσου», μουγκρίζει.
«Μη μιλάς έτσι στο γιό μου, θα του δημιουργήσεις τραύμα», λέει ο Άρης το Κτήνος που έχει εμφανιστεί δίπλα μου.
«Τραύμα είναι από μόνος του αυτός», παρατηρεί ο Μπιλ.
«Τι ξαφνικό ήταν αυτό πατέρα;» ρωτάω το Κτήνος.
«Ξαφνικό;»
«Εσείς στους Stress;» απορώ.
«Γιατί όχι δηλαδή;»
«Δε σας είχα για πάνκηδες…»
«Ρε σπόρε, την εποχή που πηγαίναμε εμείς στην Παρανόιντ να δούμε Παρθενογένεσις, εσύ ήσουνα παρθενοαγέννητος».
«Ναι ε;»
Το Κτήνος με βουτάει από το γιακά του μπουφάν και με σηκώνει 5 πόντους.
«Διαφωνείς;»
Με αφήνει πάλι κάτω.
«Τώρα που το είδα αφ΄υψηλού το ζήτημα, όχι και τόσο», παραδέχομαι.
Το Κτήνος σκύβει προς το μέρος μου.
«Έχουμε ραντεβού με κάτι αρχίδια από την Αγία Παρασκευή», μου εξηγεί.
«Εντάξει. Αλλά πείτε και σε μας τίποτα να είμαστε προετοιμασμένοι», διαμαρτύρομαι.
«Δεν είναι δικιά σας δουλειά», μου ξεκόβει.
Ο Μπιλ του έχει ετοιμάσει τέσσερεις μεγάλες μπύρες τις οποίες αρπάζει, δύο σε κάθε χέρι και φεύγει για την παρέα του.
Πάω κι εγώ στους δικούς μου. Αλλά εκείνη τη στιγμή ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο Φώτης ο 7 και οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί Ιντζέ. Οι δικοί μου τους βλέπουν και κουμπώνονται.
«Τι παίζει τώρα;» ρωτάει ο Ηλίας.
«Τσαμπουκάς», του λέω.
«Πού;»
«Εκεί που πάμε».
«Με ποιους;»
«Σάντα Φράιντεϊ»
«Εμείς για τη συναυλία δεν πάμε;» απορεί ο Γρηγόρης.
«Κι ότι ήθελε προκύψει…» συμπληρώνει ο Σόλωνας.
«Γαμώ την καταδίκη μου δηλαδή..» κουμπώνει ο Στάθης.

«Σηκωθείτε μουνάκια, φεύγουμε», φωνάζει ο Τάραμας και επιτόπου όλο το μαγαζί γίνεται όρθιο.
Πίνουμε τις μπύρες μονορούφι με το Στάθη και βγαίνουμε βλαστημώντας.

Όλοι πάνε στις μηχανές ή στα παπιά τους, μανιβελιές σκάνε από παντού, φοράω τα γάντια μου και κάνω νόημα στο Στάθη ν΄ανέβει και τότε βλέπω ότι από το στενό δίπλα μας εμφανίζεται η παρέα του Βόδενα –πέντε εντούρο και τρία στριτ –χαλάνε τον κόσμο μαρσάροντας.
Κατεβαίνουμε από το πεζοδρόμιο να τους χαιρετήσουμε.
«Πού πάτε χωρίς εμάς ρε ψοφίμια; Αφού δε χωράτε», γκαρίζει ο Βόδενας.
Οι πιτσιρικάδες βολεύονται χωρίς δεύτερη κουβέντα στις μηχανές τους και ξεκινάμε.

Μπροστά ο Βόδενας με τους δικούς τους που το γαμάνε λίγο στις σούζες μέχρι να μαζευτούμε και οι υπόλοιποι. Στη μέση οι Μεγάλοι –κάνουν κάτι περίεργα νοήματα, δεν καταλαβαίνω μέχρι που βλέπω να εμφανίζεται η θρυλική Πλύμουθ με τον Γιάννη το Ρέινμποου στο τιμόνι –την έχει από τον πατέρα του που τη δούλευε πειρατικό ταξί πριν κάμποσα χρόνια. Οι άγριοι ουρλιάζουν στη θέα της Πλύμουθ, ανοίγουν τις πόρτες όσο το κήτος κινείται και μπουκάρουν μέσα –μετράω τρεις μπροστά και πέντε πίσω.
Εμείς μένουμε τελευταίοι, πίσω από την Πλύμουθ –κάποια γαμημένη οπισθοφυλακή ως συνήθως. Ο Έλβις κρατάει λίγο το Ζ1 όσο περνάει η πομπή, αφήνει την τσοπεριασμένη BMW του Ινδιάνου να τον περάσει –φιδιάζει δίπλα στο KLR του Ηλία.
«Κάποια στιγμή θα σας ξεσκίσω», του λέει σηκώνοντας το γιακά του τζιν του με το μεσαίο δάχτυλο.
«Κάποια στιγμή…» χαμογελάει ο Ηλίας και φεύγει αέρας μπροστά.

Στο σήμα της Ολυμπιακής πετυχαίνουμε αυτούς που κατεβαίνουν από Άγιο Παύλο και Σούρμενα, επικεφαλής ο Λεό με Καρχαρία του, χώνονται ανάμεσά μας και ο σχηματισμός διαλύεται –δεν είμαστε πλήθος αλλά είμαστε ατέλειωτοι.
Ο Στάθης ανάβει τσιγάρο πίσω μου, κάτι έρημοι που περιμένουν λεωφορείο πιάνουν τοίχο όσο περνάμε –νιώθουμε επίφοβοι κι αυτό είναι μαλακία, νομίζω. Στου Δαρζέντα βλέπω τα μπροστινά μηχανάκια να φρενάρουν, κόβω, συμβαίνει κάποιο σημαντικό ανακάτεμα, ο Στάθης βλαστημάει. Αυτό που έχει συμβεί είναι ότι η ηρωική Πλύμουθ του Γιάννη έμεινε, συνηθισμένα πράγματα. Οι επιβάτες της κατεβαίνουν κι αρχίζουν να σπρώχνουν, από δίπλα οι μηχανές κορνάρουν –πέφτει άγριο κανιβάλισμα –οι Σουρμενιώτες πλευρίζουν το αμάξι και πετάνε τάλιρα σε στυλ «βάλε βενζίνη ρε τσίπη» -τέλος πάντων, το αμάξι ξαναξεκινάει μετά από λίγο.
Συναντάμε τους Ηλιουπολίτες στη Γυμναστική Ακαδημία –τώρα είμαστε πλήρεις.

Κι έτσι μπαίνουμε στην πόλη, δίπλα μας οι Στύλοι και κάτι αδέσποτοι σκύλοι που μας παίρνουν στο κατόπι από τα πεζοδρόμια –ζωώδης κατάσταση ας πούμε…
Χωθήκαμε στην Πλάκα από Κυδαθηναίων, κορνάραμε εθιμοτυπικά έξω από τη 16 και κάναμε στάση στη Φιλόμουσα για ανασύνταξη δυνάμεων. Χυθήκαμε στα τραπεζάκια ενώ οι Μεγάλοι μπήκαν στα ενδότερα για ανεφοδιασμό και οι πιτσιρικάδες πετάχτηκαν στο Ριμέμπερ για καταδρομική.
Άραξα με Στάθη, Σόλωνα και Βουνό –το παλιό ηρωικό Γ1.  Κοζάραμε κάτι τουρίστριες πολύ μίζερες, χιποκατάσταση.
«Τις ψήνουμε;» ρώτησε το Βουνό.
«Βαριέμαι», έκανε ο Στάθης ως συνήθως.
«Επίπεδο», προειδοποίησε ο Σόλωνας και τράβηξε ένα σφύριγμα κλέφτικο.
Οι κοπέλες γύρισαν, μας κοίταξαν –μια πλατεία γεμάτη κανίβαλους –και γέλασαν.
«Ντου γιου ντρινκ ούζο;» τους φώναξε ο Σόλωνας.
«Όζο;» απόρησε η μια απ΄αυτές –εντελώς λιώμα φαινόταν.
«Γιες, όζο πάουερ» ξεκαρδίστηκε ο Σόλωνας. «Καραμέλα είναι», αποφάνθηκε.
Εκείνη τη στιγμή βγήκαν από τη Φιλόμουσα ο Έλβις με τον Τάραμα –έκοψαν τις τουρίστριες και προωθήθηκαν με τη μία.
«Μας τις φάγανε», είπε το Βουνό.
«Επίπεδο», είπε ο Σόλωνας και τράβηξε ένα ρέψιμο.
Οι άλλοι είχαν φορτώσει από το εσωτερικό του μαγαζιού, κάτι λέγανε στις τουρίστριες, ο Έλβις άνοιξε το τζιν μπουφάν του και κάτι τους έδειξε, εκείνες ξεκαρδίστηκαν.
«Δηλαδή αυτές θα γίνουν κι εμείς πάλι στην απέξω», γκρίνιαξε ο Στάθης.
«Κάτι θα μείνει και για μας», τον καθησύχασα.
«Με την προοπτική να παίξουμε ξύλο», υπενθύμισε το Βουνό.
«Αν είναι για τώρα νωρίς –εντάξει», είπε ο Στάθης.
Οι άλλοι δυο με τις τουρίστριες ξαναμπήκαν στο μαγαζί.

Παραγγείλαμε κάτι μπύρες και χαζέψαμε τη θέα αμίλητοι –κάμποσα φρικιά πέρασαν και μας στραβοκοίταξαν, ο Τζόρνταν σηκώθηκε κι έφυγε αέρας καταπάνω τους αλλά πριν τους φτάσει έστριψε και χώθηκε στο μαγαζί.
«Επίπεδο…» θαύμασε ο Σόλωνας και πέταξε το άδειο μπουκάλι της μπύρας του στον τοίχο του μαγαζιού.
Ένας σενιαρισμένος φρίκος με φουλάρι και φράντζα πετάχτηκε από το μαγαζί και τον αγριοκοίταξε.
«Θες τίποτα;» τον ρώτησε.
«Άλλη μια τέτοια», είπε ο Σόλωνας και μας έκλεισε το μάτι.
«Αν ξαναπετάξεις μπουκάλι θα στο βάλω στον κώλο», κούμπωσε ο φρίκος.
«Πριν το πετάξω, ολόκληρο, ή μετά σπασμένο;» ρώτησε ευγενικά ο Σόλωνας.
«Ρε άντε γαμήσου», μούγκρισε ο άλλος και ξαναμπήκε μέσα.
«Άμα έχεις επίπεδο…» γέλασε το Βουνό.
Τότε έφτασαν τρέχοντας οι πιτσιρικάδες κι από πίσω τους δυο αγριεμένοι –μάλλον από το Ριμέμπερ. Οι μικροί πρόλαβαν και χώθηκαν στα τραπέζια των Μεγάλων, οι Ριμέμπερ έκοψαν, μας μέτρησαν κι απομακρύνθηκαν βρίζοντας. ‘Ήρθε στο τραπέζι μας ο Άρης.
«Τι άκουσα γιε μου; Τραβιέσαι με τον Παπ;» με ρώτησε καβαλώντας μια ψάθινη καρέκλα.
«Τον ξέρεις;»
«Από την ομάδα της Ηλιούπολης. Καλό παιδί αλλά πολύ μελετηρός ρε συ –αν δεν το γράφει ο Μπακούνιν δεν το κάνει…» μούγκρισε ο Άρης.
«Ο Μπακούνιν ε;»
«Άντε κι ο Κροπότκιν –παραπέρα δεν πάει…»
«Εντάξει –στην πορεία αλλάζουν αυτά», δίστασα.
«Ναι, άμα το ρίξετε στις πορείες, πολλά θ΄αλλάξουν –μη σου πω ότι θα έρχονται μαζί σας κι οι Κνίτες», ξεκαρδίστηκε ο Άρης κι άφησε μια χούφτα χάπια πάνω στο τραπέζι.
«Άντε –στην υγεία μας», φώναξε κι έφυγε φουριόζος.
Τα μοιραστήκαμε αμίλητοι αλλά δεν τολμήσαμε ακόμα να τα καταπιούμε –είχαμε νύχτα μπροστά μας.
Και τότε ακούστηκε μια φασαρία ανακατεμένη με σφυρίγματα –δεν πρόλαβα να δω από πού ερχόταν γιατί κάτι γαμήδια άρχισαν να σκάνε γύρω μας σα μπαλάκια του τένις, μόνο που όταν έπεφταν στο τσιμέντο έκαναν πλαφ... Κόλλησα για λίγο –ο Στάθης με έσπρωξε απότομα και βρέθηκα στο έδαφος, κοίταξα γύρω μου, βροχή από νεράντζια.
«Έχουν ξυραφάκια», μούγκρισε ο Σόλωνας.
Από τις δυο άκρες, στα πλάγια της Φιλόμουσας έρχονταν –ήταν πολλοί και έκαναν δαιμονισμένο θόρυβο πλέον.
«Γαμώ την Αγιά Παρασκευή τους μέσα…» βογκάει ο Στάθης που έχει φάει ένα νεράντζι στη γάμπα.
Προσπαθούμε να κρυφτούμε πίσω από το πεσμένο τραπέζι –όχι όλοι μας –το Βουνό δεν έχει πέσει καν κάτω, τώρα προχωράει προς το μέρος τους.
Τον κοιτάζουμε αμίλητοι. Το Βουνό δεν είναι πάνω από 60 κιλά κι από ύψος έχει καβατζάρει το 1,90 προ πολλού –τρώει σα μπουλντόζα αλλά δε βάζει δράμι από τότε που τον ξέρω. Τον λέμε Βουνό λόγω επωνύμου κι επειδή ποτέ δεν πέφτει. Στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στο ξύλο –όποιος τρακάρει μαζί του χρειάζεται επειγόντως φαναρτζίδικο. Τώρα είναι 10 βήματα από τα παιδιά της Αγίας Παρασκευής –του πετάνε νεράντζια αλλά τα αποφεύγει –φαίνεται σα να αστοχούν αλλά δεν είναι έτσι, αν προσέξεις καλύτερα θα δεις ότι το Βουνό σπάει το κεφάλι λίγο στο πλάι, κουνάει ανεπαίσθητα τους ώμους, μαζεύει τα χέρια, ντριπλάρει αέρινα.   
«Μην τον αφήσουμε μόνο του», λέει ο Σόλωνας κι έχει ήδη στηθεί στα πόδια του.
«Γαμώ την πουτάνα μου μέσα», μουγκρίζει ο Στάθης και σηκώνεται –το παντελόνι του έχει σκιστεί σε κάνα δυο σημεία αλλά δεν τρέχει αίμα.
Φοράω κι εγώ τα γάντια της μηχανής, τρέχω πίσω τους.

Ο αιφνιδιασμός είναι υπέροχη στρατηγική αλλά όχι όταν την πέφτεις σε ανθρώπους που κάθονται σε καφετέρια γιατί αυτοί διαθέτουν τραπέζια και καρέκλες, τα οποία σίγουρα θα χρησιμοποιήσουν. Από τη μεριά των Μεγάλων έχουν αρχίσει ήδη οι ρίψεις –ο Άρης πετάει τραπέζια, οι υπόλοιποι έχουν πιάσει τις καρέκλες και ορμάνε –με τις καρέκλες μπροστά για να τους προφυλάσσουν κι από τα νεράντζια. Ο σενιαρισμένος φράντζα-φουλάρι, χώνεται στο μαγαζί και κλειδώνει.
Είμαστε πίσω από το Βουνό και φροντίζουμε να μην του πάρουν τις πλάτες. Τώρα που τους βλέπω από κοντά είναι ίδιοι με εμάς, τζιν μπουφάν, αρβύλες, όρθια μαλλιά –αλλά δεν έχουμε καμιά σχέση. Αυτοί ζουν στην πόλη, εμείς στα προάστια. Αυτοί είναι πολιτισμένοι, εμείς βάρβαροι. Διαλέγω κάποιον που δε με κοιτάζει και του σκάω μια καλή πάνω στο αυτί –ο τύπος πιάνει κατευθείαν το κεφάλι του και διπλώνεται, με παίρνουν χαμπάρι οι διπλανοί του και μ΄αρχίζουν στα κλωτσίδια, κάνω πίσω, πιάνω τοίχο και προσπαθώ να φυλαχτώ.
Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή κάνει ντου ο Βόδενας με τους δικούς του –αλυσίδες και κράνη σκάνε πάνω σε κεφάλια και πλάτες. Παίρνω ανάσα αλλά δεν ξεκολλάω από τον τοίχο. Ο Στάθης περιποιείται ένα γομάρι έχοντας σκύψει σα μποξέρ για να καλύψει το στομάχι του, ο Σόλωνας γκαρίζει «άκρη, λερώνει» και ρίχνει αγκωνιές σε όποιον βρίσκεται δίπλα του, το Βουνό έχει φρενάρει και χτυπάει όποιον τον πλησιάζει. Τότε νιώθω το μάγουλό μου να τσούζει –ξέρω τι είναι –κοιτάζω να δω ποιος μου έσκασε το νεράντζι και βλέπω έναν πιτσιρικά να μου κάνει κωλοδάχτυλο –χαμογελάω για να το παίξω ψύχραιμος, τρέχει αίμα, το νιώθω με το γάντι μου.
«Σκαρφέις κι έτσι μωρό μου…» γελάει ο Βόδενας όταν με βλέπει.
Οι δικοί του έχουν αρχίσει να παίρνουν φαλάγγι τα παιδιά από την Αγία Παρασκευή.
«Επίπεδο», γκαρίζει ο Σόλωνας και βάζει τρικλοποδιές σ΄αυτούς που υποχωρούν.
Γυρίζω στην πλατεία, από την άλλη πλευρά οι Μεγάλοι ρίχνουν άγριο ξύλο, ο Τάραμας ψάχνει κεφάλια για να σπάσει καρέκλες, ο Έλβις κάνει κύκλους και κοπανάει κόσμο από πίσω, ο Ινδιάνος έχει ξεκαρδιστεί στα γέλια, ο Ρέινμποου ακουμπάει στον τοίχο καπνίζοντας κι όταν βλέπει κάποιον να δυσκολεύεται, πετάγεται για να ρίξει κάμποσα κλωτσίδια, όλα καλά. Βλέπω και τον Άρη να μοιράζει αβέρτα σφαλιάρες σε όσους προλαβαίνει να αρπάξει, γιατί όταν σε πλησιάζει το Κτήνος χέζεσαι πάνω σου –κατά βάθος ο Άρης είναι πολύ ντροπαλό και συνεσταλμένο παιδί (κατά πολύ βάθος) και προσέχει τα δάχτυλά του στους καυγάδες επειδή παίζει άψογη κιθάρα, δεν του αρέσει να τραυματίζεται. Αν το ξέρανε θα τον χτυπάγανε αλύπητα –αλλά δεν το ξέρουν και τρέχουν.
Οι αδελφοί Ιντζέ δουλεύουν συντονισμένα –ο ένας κοπανάει κι ο άλλος ξαφρίζει –αλλά τότε βλέπω το Φώτη με ένα σπασμένο μπουκάλι μπύρας στο χέρι και τρομάζω. Πλησιάζει αργά έναν τύπο που κουνάει συνέχεια τα χέρια του σα να διευθύνει ορχήστρα και φωνάζει (όχι σα να διευθύνει ορχήστρα).
«Άρη…» φωνάζω όσο πιο δυνατά μπορώ.
Γυρίζει προς το μέρος μου με αποτέλεσμα ένας μαλάκας να του σκάσει μια μπουνιά την πλάτη. Του δείχνω το Φώτη, σηκώνει τα χέρια στον αέρα και στο κατέβασμα τραβάει ένα χαστούκι στον τύπο που του έριξε μπουνιά.
Τρέχει προς το Φώτη αλλά τον έχει προλάβει ήδη ο Ρέινμποου –πιάνει το Φώτη από τις πλάτες και προσπαθεί να τον συγκρατήσει. Ο τύπος που κάνει το μαέστρο τους βλέπει, κιτρινίζει λίγο στη θέα του σπασμένου μπουκαλιού αλλά σκύβει, αρπάζει ένα καρεκλοπόδαρο και πηγαίνει προς το μέρος τους. Ο Φώτης βγάζει αφρούς, με το ζόρι τον κρατάει ο Ρέινμποου. Έχει ήδη φτάσει ο Άρης, τραβάει κάτι ξεγυρισμένες σφαλιάρες στο μαέστρο ο οποίος του ρίχνει δυο τρεις με το καρεκλοπόδαρο μέχρι να πάρει χαμπάρι ότι ο Άρης δε νιώθει. Στην πέμπτη σφαλιάρα μαζεύει τα κόκκινα αυτιά του και το βάζει στα πόδια. Ησυχάζουν κάπως τα πράγματα. Φαίνεται ότι νικήσαμε αλλά μόνο οι πιτσιρικάδες πανηγυρίζουν –τους βλέπω να διηγούνται ήδη μεταξύ τους όσα έγιναν κι όσα δεν έγιναν…
Οι Μεγάλοι κοιτάζουν συννεφιασμένοι το τίποτα, οι δικοί μου ξεσκονίζονται και μετράνε ζημιές.
«Τελειώνετε ρε μαλάκες –πάμε να φύγουμε», γκαρίζει ο Άρης.
Κι έχει δίκιο. Η πλατεία έχει γίνει Λίβανος, όπου να ‘ναι θα σκάσουν οι μπάτσοι.
«Πάμε για Σοφίτα», ακούω δίπλα μου.
Ανεβαίνω στη μηχανή, έρχεται κι ο Στάθης.
«Σοφίτα παίζουν τελικά;» τον ρωτάω.
«Μπορεί να ΄ναι κι έτσι…» ρίχνει ένα υφάκι συνοικιακό.
«Μεγάλη ζημιά;»
«Μου γαμήσανε το παντελόνι», γκρινιάζει.
«Έγινες πάνκης» γελάω.
«Ρε σάλτα και γαμήσου», κουμπώνει. «Εσύ δηλαδή με το ξεραμένο αίμα στη μούρη τι έγινες;»
«Ζόμπι», απαντάω.
«Έλα», πετάγεται ο Ζόμπι από δίπλα μου. Είναι στη μηχανή του Αλεξό και παλεύει ν΄ανάψει τσιγάρο.
«Κάνε δουλειά σου», τον γειώνω και φεύγουμε αέρας.

Παρκάρουμε έξω από τη Σοφίτα και μετριόμαστε, κάμποσες σκισμένες μπλούζες και λίγο αίμα στα χέρια κάποιων. Εντάξει, ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα…
Ο Τάραμας έχει στριμώξει σε μια γωνιά τους πιτσιρικάδες και τους ξεχέζει.
«Ρε μαλακισμένα, σας πήραν χαμπάρι και μας βρήκανε», ουρλιάζει όσο τους σπρώχνει για να κολλήσουν στον τοίχο.
Πλησιάζω τον Άρη.
«Τι ζόρι τραβάει;» ρωτάω.
«Είδαν τους μικρούς στο Ριμέμπερ και τους ακολούθησαν», λέει ο Άρης.
«Ναι –τους μικρούς περίμεναν…» κοροϊδεύω.
«Άντε πες του το», με γειώνει ο Άρης.
«Και τελικά γιατί πλακωθήκαμε;» απορώ.
«Έχει σημασία;»
«Για ιστορικούς λόγους…»
«Μας την έπεσαν τις προάλλες στην Όμπρε…»
«Ο λόγος;»
«Άντε ρώτα τους…»
Ανάβω τσιγάρο, δεν έχει νόημα… Τριγύρω περνάει κόσμος, μας αποφεύγουν λες και είμαστε φτιαγμένοι από σκατά.
Ακούω να με φωνάζουν και είναι περίεργο επειδή η φωνή είναι γυναικεία. Ψάχνω –εντοπίζω τη Μαργαρίτα που κουνάει τα χέρια της από την άλλη άκρη του στενού σαν ανεμόμυλος. Τι σου λέει αυτό τώρα;
Την πλησιάζω –φοράει ένα ααμάνικο μπλουζάκι φίρμα και κολλητό τζιν, τα μαλλιά της πέφτουν μέχρι τους ώμους, δεν τα έχει πιάσει σ΄εκείνη την υστερική κοτσίδα, όμορφη είναι τελικά… Αλλά ο τύπος δίπλα της δεν είναι.
«Ο Σάκης», μου λέει κάμποσο συνεσταλμένα, παρουσιάζοντάς τον.
«Εντάξει», λέω κι εγώ.
«Χάρηκα», λέει ο Σάκης. Τι να πει κι αυτός; Μοιάζει ενοχλημένος, πάω στοίχημα ότι σκέφτεται πως η αρραβωνιαστικιά του έχει μπλέξει με ναρκωτικά –το λιγότερο.
«Τι έχεις εσύ; Τι έπαθες;» τσιρίζει η Μαργαρίτα.
«Τι έπαθα;» πετάγομαι κι εγώ τρομοκρατημένος… Λες να μου λείπει κάνα αυτί και να μην το πήρα χαμπάρι.
«Το μάγουλό σου…»
Ησυχάζω.
«Μη δίνεις σημασία», της λέω. «Έπεσα από τις σκάλες».
«Ποιες σκάλες;»
«Όλες τις σκάλες… Του Μιλάνου, του Ωρωπού, τρέχα γύρευε…»
Βγάζει από την τσάντα της (που σήμερα δεν είναι τεράστια) ένα φουλάρι.
«Φτύσε», μου ζητάει, φέρνοντάς το κοντά στο στόμα μου.
Πλάκα κάνουμε τώρα;
«Γιατί; Θα παίξουμε κρυφτό;» απορώ.
Γελάει.
«Έλα μωρέ όλο σαχλαμάρες…»
Ο Σάκης κάθεται παραδίπλα με ένα ύφος λες και βλέπει εγχείριση σκωληκοειδίτιδας. Η Μαργαρίτα φέρνει το φουλάρι στο στόμα της, το σαλιώνει κι αρχίζει να μου καθαρίζει το μάγουλο.
«Δεν ήθελες να σου φέρω λίγο νερό;» μιλάει επιτέλους ο Σάκης.
Ναι, πιάσε και μια βανίλια όπως θα ‘ρχεσαι, σκέφτομαι.
«Δεν είναι τίποτα», λέει η Μαργαρίτα.
«Γιατί; Είπα εγώ ότι είναι;» κουμπώνω.
«Τι έγινε; Τι είναι όλοι αυτοί;» με ρωτάει.
«Οι φίλοι μου τα ζώα», γελάω. «Εσείς –πώς από ΄δω;»
«Πάμε σε ένα ταβερνάκι».
Ανατριχιάζω. Ταβερνάκι, κρασάκι, μεζεδάκι, γαμησάκι…
«Έγινε καμιά φασαρία;» ενδιαφέρεται να μάθει ο Σάκης.
«Κάποια παρεξήγηση, αλλά λύθηκε πολιτισμένα», απαντάω κι αμέσως το μετανιώνω. Γιατί δηλαδή του πουλάω μούρη του ανθρώπου; Κι εγώ στη θέση του το ίδιο θα ΄κανα –θα κοίταζα να χτυπήσω καμιά γκόμενα σένια, να νοικοκυρευτώ. Εντάξει, εγώ ποτέ δεν θα ήμουν στη θέση του –άλλωστε ποιος από μας θα ζήσει μετά τα τριάντα;
«Κράτα το», λέει η Μαργαρίτα και μου αφήνει το φουλάρι.
Ωραίο φουλάρι, μαλακό, μεταξωτό και πολύ γυναικείο. Ρεζίλι θα γίνουμε…
«Δεν είναι ανάγκη», μουρμουρίζω.
«Είπα κράτα το», θυμώνει. «Θα τα πούμε αύριο στη σχολή».
Και τότε μας πλευρίζουν ο Στάθης με το Σόλωνα, δείχνουν μελιστάλαχτοι –πράγμα που με τρομάζει.
«Τι κάνουμε; Όλα καλά;» χαμογελάει διαφημιστικά ο Σόλωνας και συστήνεται στο Σάκη δίνοντας το χέρι του.
Ο Στάθης χαμογελάει μόνο χωρίς να μιλάει. Η Μαργαρίτα τον κοιτάζει –φυσικά και της αρέσει αυτό που βλέπει, σε όλες αρέσει ο Στάθης.
«Η Μαργαρίτα, από τη σχολή κι ο Σάκης…» λέω.
«Εσείς φυσικά είστε καθηγητής των παιδιών στη σχολή», ρίχνει το καρφί του ο Σόλωνας.
Ο Σάκης μαζεύεται.
«Δεν πάτε μέσα λέω εγώ;» λέω εγώ.
«Δεν θα έρθετε κι εσείς;» τους ρωτάει ο Σόλωνας.
«Τι έχει μέσα;» ρωτάει με τη σειρά του ο Σάκης.
«Μια συναυλιούλα…»
«Ποιοι παίζουν;»
«Κάτι φίλοι μας…»
«Κρίμα –έχουμε κανονίσει…» απολογείται ο Σάκης.
Η Μαργαρίτα το πιάνει το δούλεμα και με αγριοκοιτάζει. Σηκώνω τους ώμους –τι να κάνω δηλαδή;
«Έλα, πάμε», λέει στο Σάκη.
«Χάρηκα», κάνει αυτός όσο η Μαργαρίτα τον σέρνει μαζί της.
Μένουμε να τους κοιτάζουμε όσο απομακρύνονται.
«Ωραίο γκομενάκι. Το τρως;» με σκουντάει ο Σόλωνας.
«Αφού είναι αρραβωνιασμένη ρε μαλάκα», πετάγομαι.
«Ένας λόγος παραπάνω…» με γειώνει. «Πήδημα άνευ υποχρεώσεων».
«Είσαι φιλόσοφος ρε πούστη…» μουρμουρίζω καθώς ανάβω καινούργιο τσιγάρο.
Έχουμε μείνει τελευταίοι, οι υπόλοιποι μπήκαν ήδη στη Σοφίτα και δεν έχω διάθεση για τίποτα. Η Άσπα κάπου θα μετανιώνει για εκείνο το φιλί, η Μαργαρίτα θα απαγορεύει στο Σάκη το τζατζίκι αν θέλει να έχει συνέχεια η βραδιά τους κι εγώ θα πρέπει να σπρώξω μερικά βαρετά χρόνια ακόμα, μέχρι να τελειώσει το μαρτύριο…
Ο Στάθης κάπου έχει τσιμπήσει μια μπύρα, του την παίρνω και κατεβάζω τα χάπια –δε γαμιέται; Τι άλλο μας μένει;

Μέσα στη Σοφίτα έχει αρχίσει ο χαμός –οι Stress δεν έχουν ανέβει ακόμα να παίξουν αλλά τα παιδιά κοπανάνε ότι βρουν, πίνουν μπύρες και σκάνε τα μπουκάλια στους τοίχους, κλωτσάνε καρέκλες, όλα καλά.
Κάθομαι σε μια γωνιά –σωριάζομαι για την ακρίβεια –μαζεύω τα πόδια να μη με ενοχλούν και καπνίζω. Παραδίπλα είναι ο Λούης με τον Κώστα από τους Stress –ο Κώστας φωνάζει στον Άρη, καταλαβαίνω τι του λέει –του τα χώνει που δεν ειδοποίησαν κι αυτόν για τον τσαμπουκά. Το συγκρότημά μας…
Μετά από λίγο ανεβαίνουν στη σκηνή, ο Λούης χαμογελάει.
«Κάπως ξαναμμένους σας βλέπω απόψε», λέει και ξεκινάνε το Athens Burning.
Οι πιτσιρικάδες κοπανιούνται ανελέητα, οι Μεγάλοι έχουν πιάσει τις άκρες και κουνάνε τη μαλλούρα τους, οι δικοί μου έχουν ορμήσει για προμήθειες σε μπύρες.
Μου φέρνει μία ο Στάθης –πίνω δυο γουλιές.
«Τέλειωνε», μου φωνάζει.
«Γιατί; Τι τρέχει;»
«Εγώ κι εσύ ρε μαλάκα. Οι δυο μας…»
Κατεβάζω πάνω από τη μισή μπύρα γιατί το στόμα μου είναι παπούτσι και τον ακολουθώ μπροστά στη σκηνή. Ξεκινάμε ένα pogo περιποιημένο, τα χέρια δεμένα πίσω, τα κεφάλια να βιδάρουν στον αέρα και σκούντημα μόνο με ώμους –οι Stress παίζουν τα κομμάτια συνεχόμενα, «Χαφιέ», «Περιθωριακό», «Έλληνα», κι εγώ τα βλέπω όλα κόκκινα.
Κάποτε μας πετάνε πίσω -μια καινούργια φουρνιά ξεκούραστων αγριεμένων- σκάμε στον τοίχο και σωριαζόμαστε. Ιδρώτας πολύς. Βγάζω το φουλάρι της Μαργαρίτας να σκουπιστώ –μυρίζει άρωμα, λευκά άνθη ή κάτι τέτοιο. Μπορεί και να τρέμω λίγο –μπορεί και να τρέμω πολύ.
«Ωραίο το φουλαράκι σου κουκλίτσα μου», γελάει ο Στάθης κι ανάβει δυο Καμήλες.
Παίρνω τη μία, δε μιλάω, τα παιδιά έχουν ανέβει στη σκηνή –συγκρότημα και κόσμος ένα πράγμα.
Ξέρω ότι κάπου εδώ τελειώσαμε, ξέρω ότι αύριο θα τρακάρουμε στο δρόμο και θα γυρνάμε από την άλλη –αμηχανία και τι να πεις σε τελική ανάλυση;
Μετράω αυτούς που είναι εδώ και μετράω αυτούς που λείπουν. Ο μικρός αδερφός του Σόλωνα που έφυγε με μια βέσπα στον Κρεμαστό Λαγό, λιώμα και πουλημένος από ένα κορίτσι με πράσινα μάτια, ο Βάγγος ο Αποστολάκης που την κοπάνησε κρυμμένος σε φορτηγό για την Αγγλία κυνηγημένος από το φαντάρικο κι ο άλλος ο Βαγγέλης, ο κολλητός του, που τα παράτησε για να πάει Ωδείο (το πρωί οικοδομή), ο Λευτέρης που πούλησε τους δίσκους του (πάνω από τρακόσους είχε ο μπαγάσας) και δε θέλει να έχει πλέον παρτίδες μαζί μας, η Ρούλα που ονειρεύεται νυφικά και περιμένει να στρώσει δουλειά ο Έλβις για να τη γκαστρώσει, η Φανή που σενιαρίστηκε και έγινε δακτυλογράφος χοντρών λιγούρηδων αφεντικών, η Μελίνα που όλοι μας την ερωτευτήκαμε αλλά μας την πήρε ένας λίγδας χοντρέμπορος ειδών μαναβικής…
Πρέπει να φύγουμε και θα φύγουμε.

«Πάμε;» σκουντάω το Στάθη.
«Να πας όπου θες», μου ρίχνει το στυλάκι του.

Πρέπει να φύγουμε και θα φύγουμε. Μόνο που δεν έχει πουθενά να πάμε.


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Stiff Little Fingers

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι