Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2017

15. «Ερωτεύτηκες ποτέ (κάποια που δεν έπρεπε);»


Έχει περάσει μια ολόκληρη ζωή μέσα σε μια βδομάδα. Έχουμε φάει δακρυγόνα στην πλατεία και μας έχουν κυνηγήσει οι διμοιρίες στη Θεμιστοκλέους, στη Γαμβέτα, στην Τρικούπη. Βράδυ, έξω από τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, περνάνε το απέναντι πεζοδρόμιο χαζεύοντας τα ΜΑΤ, πέφτουμε πάνω σε κάτι ΠΑΣΠίτες από την Πάντειο,  χαμογελάω.
«Τι θες εδώ ρε; Θα ρίξεις καμιά μολότωφ;» μου τη βγαίνει ένα Τίμπερλαντ τυπάκι, τριτοετής.
«Κι άμα τη ρίξω, θα την πιάσεις;» γελάω.
Το τυπάκι σηκώνεται, η Τζούλια με τραβάει από το μανίκι.
«Άσε τις βλακείες», μου ψιθυρίζει.
Αφήνω τις βλακείες –βέβαια αυτό ισχύει μόνο για τις δικές μου βλακείες, όταν εκείνη κάνει παρέλαση μπροστά στα ΜΑΤ και τη βρίζουν, εγώ δε λέω τίποτα… Οι σχέσεις θέλουν συμβιβασμούς κι αλληλοκατανόηση –δηλαδή να πηγαίνεις πάσο στα δικά της και πάσο στα δικά σου. Πάσο γενικώς –ακόμα κι όταν έχεις φουλ του άσσου…

Μας έχουν βάλει στο σημάδι και κυνηγάνε ανελέητα –μπαίνουν στα μαγαζιά, μαζεύουν κόσμο, τη στήνουν στους δρόμους και ρίχνουν ξύλο, τις προάλλες φάγαμε κάμποσες με τα γκλοπ στις πλάτες γιατί θέλαμε να πιούμε ένα ποτό στο Point –άκου να δεις… Εγώ πάντως την είδα παλτό εκείνο το βράδυ, είχα αγκαλιάσει τη Τζούλια που τους έβριζε και μάζεψα μπόλικες –έκανα να κοιμηθώ ανάσκελα τρεις μέρες κι εκείνη με φρόντιζε γκρινιάζοντας που την προστάτευσα.

Είχα κιόλας μετακομίσει στο σπίτι της –όχι επισήμως, με τρώγανε οι δρόμοι κάθε δεύτερη μέρα για ν΄ αλλάξω σώβρακο, έχοντας στα υπόψη να τσοντάρω από το χαρτζιλίκι που μου έδιναν οι γέροι στους λογαριασμούς.

Μιλάμε πολύ και για τα πάντα, διαφωνούμε, συμφωνούμε –στο τέλος καταλήγει σε πήδημα η όλη υπόθεση. Ακούμε μουσική, έχω κουβαλήσει μπόλικους δίσκους από το σπίτι μου και της χώνομαι να εντρυφήσει στην καινούργια μουσική, φτάνει πια με τους πεθαμένους ρόκερς και τα απόνερα της δεκαετίας του ’70 –χεστήκαμε για το κωλόσπιτο στην Αλαμπάμα και στην τελική ήμασταν πολύ νέοι για ροκ εν ρολ και πολύ γέροι για να πεθάνουμε –έτσι είχαν τα πράγματα. Για μένα, ήταν απλό, «μας πυροβολούν κι από τις δυο πλευρές/ όσο τρέχουμε έξω από τα πάντα/ μας πυροβολούν κι από τις δυο πλευρές/ θα πρέπει να έχουν έρθει σε κάποια μυστική συνεννόηση».  Το καταλάβαινε κι εκείνη –αλλά ήταν ξεροκέφαλη. Και γι΄αυτό την ερωτευόμουν κάθε μέρα περισσότερο.

Σήμερα θα της κάνω το τραπέζι –βέβαια δεν έχω κουπόνια για το εστιατόριο της σχολής αλλά βασίζομαι στην καλοσύνη των ξένων, ως συνήθως. Θα τη συστήσω και στα ρεμάλια τους φίλους μου, γι΄αυτό οδηγώ τη μηχανή κανονικό παγώνι με τα φτερά φουλ βεντάλια. Εκείνη με σκουντάει…
«Και τι ρόλο βαράνε;»
«Εντάξει μωρέ –κανονικοί».
«Αυτόνομοι;»
«Πες το κι έτσι…»
«Μεγάλη παρέα;»
«Δυο ταξί με το ζόρι…»
«Ωραίοι γκόμενοι;»
«Ναι, αλλά δε θα στους γνωρίσω».
«Έχεις πηδήξει καμιά τους;»
«Ναι –την πιο όμορφη…»
«Πώς τη λένε;»
«Τζούλια».
Μου τραβάει μια ξεγυρισμένη στην πλάτη.
«Άντε ρε χαζέ…»
Φτάσαμε…

Ήδη βλέπω κάτι γνωστά καθάρματα να μας κόβουν όσο παρκάρω. Είναι κάποιο θέμα να φέρνεις κοπέλα απ΄έξω –καθότι χωριό η σχολή και όλοι έχουμε αρχίσει να βαριόμαστε τα μούτρα των διπλανών μας. Πριν προλάβω να κλειδώσω, σκάει ο Κύπριος –χαμογελάκι, σακακιά ο ανάπηρος, φουλαράκι κι έτσι…
«Φίλος, πού χάθηκες;» μου τραβάει μια στην πλάτη –σακάτη θα με καταντήσουν σήμερα…
«Αλλού χάθηκα, αλλού βρέθηκα», μουρμουρίζω.
«Με την κοπέλαν είστε μαζί;» γυρίζει προς τη Τζούλια.
«Όχι –πρώτη φορά τη βλέπω, δεν είναι μαζί σου;» το παίζω σε τέτοιο στυλ.
Ο Κύπριος ξαφνιάζεται για μια στιγμή, πριν πάρει γραμμή το δούλεμα.
«Τζούλια», του λέει η Τζούλια.
«Χάρηκα», απαντάει αυτός, λες και δε φαίνεται…
«Και τι θέλεις μ΄ αυτόν τον άχρηστον Τζούλια;» τη ρωτάει στη συνέχεια, μετά τη χειραψία.
«Κάνω συλλογή», του γέλασε ανέμελα.
«Λοιπόν, καλή η παρέα σου, αλλά βρωμάνε τα πόδια σου», χαμογελάω κι εγώ ο άχρηστος στον Κύπριο όσο την τραβάω  να φύγουμε.

«Ωραίος», μου είπε ενώ κατεβαίναμε τα σκαλιά για το εστιατόριο.
«Ο Κύπριος;»
«Ναι»
«Τώρα καταλαβαίνω γιατί είσαι μαζί μου…» μουρμούρισα.
«Γιατί;»
«Επειδή έχεις πολύ κακό γούστο», απάντησα.
Μου τράβηξε άλλη μία στην πλάτη –στο ίδιο σημείο με πριν, ξεράθηκα.

Στο εστιατόριο ήταν ήδη μαζεμένη η παρέα –έβλεπα Βιβή, Μάνο, Πάρη, Μαρία, Αλέκα και τον Αντώνη σε ρόλο γκεστ. Μας είδαν κι εκείνοι, έφυγα μπροστά, τον άρπαξα από το μανίκι και τον σήκωσα δίπλα μου.
«Πού ήσουν ρε αρχίδι;» κούμπωσα.
«Εγώ ή εσύ;»
«Εγώ ήρθα την άλλη μέρα να σε ψάξω πούστη».
«Κι εγώ ήρθα…»
Είχε ένα δίκιο πάντως…
«Πού πήγες εκείνο το βράδυ;»
«Κανονικά, εκεί που έπρεπε…» μου είπε χαμογελώντας.
«Έτσι απλά;»
«Ε, τι νόμισες –ότι οι μπασκίνες θα μας κυνήγαγαν στ΄ αλήθεια;»
«Αυτό να μου πεις…» λέω αλλά δεν το πιάνει.
Και τότε θυμήθηκα τη Τζούλια –τον παράτησα αλλά η δικιά μου είχε ήδη βολευτεί μια χαρά δίπλα στη Βιβή και μιλάγανε σα φιλενάδες. Τράβηξα καρέκλα, πήγα δίπλα της.
«Καλώς τον –μαύρα μάτια κάναμε», γέλασε ο Πάρης.
«Λοιπόν, από δω η Τζούλια», έκανα αμήχανα, «κι αυτός είναι ο…»
Γύρισα προς τη Τζούλια –ούτε να με κλάσει.
«Κάναμε εμείς τις συστάσεις γιατί αν περιμέναμε από σένα…» κορόιδεψε η Βιβή.
«Πάω να φέρω φαγητό –τι θέλεις;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε χαμογελαστή.
«Ότι πάρεις και για σένα…»
Κοντοστάθηκα. Η Βιβή με πήρε γραμμή, έκανε νόημα στο Μάνο κι εκείνος μου πάσαρε κάτι κουπόνια.
Έφερα μπιφτέκια με πατάτες συν δυο Κόκες. Η Τζούλια είχε ξεκαρδιστεί με κάτι που της έλεγε ο Πάρης, κάθισα νιώθοντας παρείσακτος.
Ο Αντώνης με κέρασε τσιγάρο –στα παπάρια του που ξεκίναγα να ψωφοφάω.
«Μου ΄λειψες ρε μπαγάσα», είπε.
Κοίταξα τη Μαρία αλλά εκείνη κάτι έψαχνε ανάμεσα στα μακαρόνια που την περίμεναν αφάγωτα.
«Τι παίζει;» ρώτησα στο γενικό.
«Προαπαιτούμενα…» μου σφύριξε από απέναντι ο Πάρης.
«Σημαίνει;»
«Ότι για να δώσεις την Τσιμπουκολογία 2 θα πρέπει πρώτα να έχει περάσει την Τσιμπουκολογία 1 –αλλιώς δεν θα έχεις δικαίωμα να κατέβεις στην εξεταστική», μου εξήγησε η Βιβή.
«Ωραίοι… ποιος το σκέφτηκε; Κάνας Φίλιας;» απόρησα.
«Όποιος κι αν το σκέφτηκε, θα του το βάλουμε στον κώλο», είπε η Βιβή.
«Τώρα ησύχασα…» έκανα δήθεν ανακουφισμένος.
Δε με ένοιαζε και ιδιαίτερα το σύστημα της σχολής κι όσο μας καθυστερούσαν το πτυχίο τόσο καθυστερούσε το φαντάρικο –αλλά ήμουν μέσα αν ήταν να γίνει νταβαντούρι…
Η Τζούλια γύρισε να με κοιτάξει, έσκυψα να τη φιλήσω αλλά κάτι στο ύφος της με κράτησε –μάλλον δεν ήταν από τις κοπέλες που γούσταραν τις διαχύσεις σε κοινή θέα.
«Τι σκοπεύετε να κάνετε δηλαδή;» ρώτησε.
«Στην αρχή θα πάμε να μιλήσουμε με τους καθηγητές, θα πιάσουμε τους πιο ανοιχτούς –Βέλτσο, τη Φωτεινή την Τσαλίκογλου, τον Τσάτσο ίσως… Να δούμε τι θα στηρίξουν…» είπε ο Πάρης.
«Και μετά;»
«Αγωνιστικές κινητοποιήσεις», ξεκαρδίστηκε ο Πάρης.
Η Τζούλια δεν το ‘πιασε.
«Κοίτα –στο μαγαζάκι εδώ πέρα κάνει κουμάντο η Πανσπουδαστική, άρα, θα πάμε μια βόλτα μέχρι Μητροπόλεως και θα τη λήξουμε την επανάσταση», της εξήγησα.
Οι άλλοι κούνησαν τα κεφάλια μέσα στην απελπισία.
Ο Μάνος το σκέφτηκε λίγο παραπάνω.
«Δηλαδή το αποκλείεις να πάρουμε συνέλευση;» με κοίταξε.
Τον κοίταξα κι εγώ. Το σκέφτηκα λίγο… Σαν πόσο καλό κρεβάτι να έκανε δηλαδή για να τον αντέχει η Βιβή;

Όταν σηκωθήκαμε από το εστιατόριο για να μεταφέρουμε τη συνεδρίαση στο Βαστάζο, η Βιβή μου έκανε νόημα να μείνω λίγο πιο πίσω. Έκανα κι εγώ νόημα με τη σειρά μου στον Πάρη να με καλύψει με τη Τζούλια, χώθηκε εκείνος όλο προθυμία στο πλάι της και της έπιασε μια κουβέντα περί Φυσικού και κοινών γνωστών –δηλαδή για Κνίτες τη ρώταγε που θυμόταν από τη θητεία του στο κόμμα κι η Τζούλια γέλαγε υπενθυμίζοντάς του τα κουσούρια του καθενός –όλα καλά.
«Πού την τσίμπησες αυτή;» με ρώτησε η Βιβή.
«Στις φασαρίες –τότε που έχασα τον Αντώνη», της είπα.
«Καλή είναι, πολύ καλή….» ψιθύρισε.
«Λες;»
«Λέω».
«Αλλά;»
«Αλλά όχι για σένα…»
Την κοίταξα απορημένος.
«Είσαστε σε άλλη φάση ρε μαλάκα. Αυτή πάει Λύκειο κι εσύ Νηπιαγωγείο».
«Δεν έχουμε και τόση διαφορά ηλικίας…» έκανα χαζά.
«Μίλησα εγώ για διαφορά ηλικίας; Όχι –μίλησα; Μη με βουρλίζεις τώρα…» κούμπωσε η Βιβή που είχε ένα χρόνο διαφορά από το Μάνο.
«Ε, τότε;»
«Ε, τότε βρες καμιά μπέμπα να παίζετε το γιατρό…» μου ξέκοψε η Βιβή.
«Τι μου λες τώρα;» κούμπωσα.
«Την έχεις δαγκώσει ε;» γέλασε.
«Γιατί –τρέχει τίποτα;» πήρα να φουντώνω.
«Εσύ θα τρέχεις ρε βλάκα –φωτιά στον κώλο σου άναψες», είπε η Βιβή και έφυγε μπροστά να βρει το Μάνο.
Κοντοστάθηκα, την κοίταξα –τι θέλει τώρα η μαλάκω;
Και αδιαφόρησα…

Στου Βαστάζου έγιναν τα επίσημα αποκαλυπτήρια της Τζούλιας –δηλαδή παρέλασε η μισή σχολή για να μας χαιρετήσει και «αλήθεια, την κοπέλα δεν θα μας τη συστήσεις;» -εγώ έκοβα κίνηση… Η αλήθεια είναι ότι πούλαγε πολύ η Τζούλια, με τις μπούκλες της τις ατελείωτες, το κολλητό Φρουτ οφ δε Λούμ χρώματος μωβ και το κοντό τζιν μπουφάν –ειδικά σήμερα που φορούσε κι ένα εξίσου κολλητό παντελόνι μέσα σε μαύρες καστόρινες μπότες. Κάμποσοι Αγωνίτες πιάσανε στασίδι γύρω μας, ο Χωρικός της έκανε ένα σαλιγκαρίσιο πέσιμο που δεν του βγήκε λόγω συνωστισμού –στο βάθος κήπος είδα την Κασσάνδρα παρέα με τους Πανσπουδαστικάριους, με είδε κι εκείνη, χαμογέλασε –της έκλεισα το μάτι –άνετος, ντρινκ μάι φορντ…
Κάπου τότε πέρασε ο Ζαχαρίας, την είδε από μακριά, κοντοστάθηκε –τον είδε κι η Τζούλια, πετάχτηκε στον αέρα, έτρεξε, αγκαλιάστηκαν. Τους χάζευα ευτυχισμένος που η κοπέλα μου ήξερε τη θρυλική γενιά της σχολής κι έτσι δεν πήρα είδηση το Μαρκήσιο όσο με πλεύριζε.
«Μαζί σας είναι αυτή;» μου σφύριξε κοιτάζοντας προς το μέρος της.
«Ναι», παραδέχτηκα.
«Πώς κι έτσι;»
«Υπάρχει ειδύλλιο», κορόιδεψε η Βιβή.
«Με ποιον;» απόρησε ο Μαρκήσιος.
Η Βιβή με έδωσε κανονικότατα.
«Έλα ρε Παντειό….» ξεκαρδίστηκε ο Μαρκήσιος. «Πώς την έριξες;»
«Έχω μάτι…» του έκανα ενώ γύρισα προς το μέρος του αλληθωρίζοντας.
«Ωραίος…» παραδέχτηκε ο Μαρκήσιος.
Και μετά έσκυψε πάνω μου.
«Είναι γαμώ τα άτομα η Τζούλια αλλά τρέχει πολύ… Να προσέχεις μη σε αδειάσει σε καμιά στροφή», μου σφύριξε.
«Δηλαδή;»
«Αυτό που είπα…» είπε κι έφυγε να πάει να βρει τους αγκαλιασμένους.
Άναψα μια Καμήλα, το σκέφτηκα λίγο –τι εννοούσαν όλοι τους; Ότι η Τζούλια ήταν άτομο κάργα πολιτικοποιημένο κι εγώ φλωράκος που θα κώλωνα στην πρώτη φασαρία; Ότι η Τζούλια είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι ενώ εγώ ακόμα ήμουνα στο μπιμπερό; Και πού ξέρετε ρε καργιόληδες ποιος είμαι εγώ; Τι έχω περάσει, από πού έχω έρθει;
«Όλα εντάξει;» με σκούντηξε η Τζούλια η οποία είχε βρεθεί δίπλα μου με κάποια μυστήρια μέθοδο τηλε-μετακίνησης.
«Ναι –μια χαρά…» έκανα αφηρημένα.
«Τέλειωσε η πασαρέλα; Μπορούμε να φύγουμε», μου ψιθύρισε.
«Δε θες να κάτσεις λίγο ακόμα μπας και βρεις κάναν καλό γαμπρό;» το έπαιξα αντικαρφωτικά.
«Και ποιος σου είπε ότι δεν τον βρήκα;» χαμογέλασε.
«Ε, τότε να πηγαίνετε…» το συνέχισα.
«Αυτό λέω. Φεύγουμε;»
Την αγκάλιασα εντελώς περιφερειακά, την ένιωσα να σφίγγεται –έκανα πίσω, άφησα κάτι ψιλά στο τραπέζι και σηκώθηκα.
«Λέμε με την κάνουμε από λίγο-λίγο…» πληροφόρησα την ομήγυρη.
«Εντάξει», είπε η Βιβή.
«Δεν πήρες ακόμα τηλέφωνο και με έχει πρήξει…» μου σφύριξε ο Πάρης.
«Ποιος;» ρώτησα.
«Ποια…» με διόρθωσε ο Πάρης.
«Α, καλά…» έκανα φορώντας το μπουφάν μου.

Ήμασταν πάνω στη μηχανή και βγαίναμε από το προαύλιο της σχολής όταν με ρώτησε.
«Ποια πρέπει να πάρεις τηλέφωνο;»
«Μια κάποια….»
«Και γιατί δεν την παίρνεις;»
«Γιατί δεν έχω το τηλέφωνό της».
«Και γιατί δε στο δίνει;»
«Μου το έδωσε…»
Βγήκα στη Συγγρού φουριόζος, η κουβέντα κόπηκε.
Ο ήλιος βούτηξε πίσω από τις πλάτες μας καθώς ανεβαίναμε για Κέντρο, ένα ηλίθιο μποτιλιάρισμα μ΄ ανάγκασε να καβαλήσω πεζοδρόμιο στου Φιξ και μια αξιοπρεπέστατη κυρία με τσεμπέρι σχολίασε την ανατροφή που μου έδωσαν οι γονείς μου. Ήθελα να της πω ότι οι γονείς δίνουν μόνο τροφή, κι αυτή ανθυγιεινή, αλλά την είχαμε αφήσει 20 μέτρα πίσω και δεν πρόλαβα.
Το πρόγραμμα έλεγε ότι θα αράζαμε λίγο σπίτι της Τζούλιας μέχρι να πέσει η νύχτα και να βγούμε σαν άνθρωποι. Κι έτσι άφησα τη μηχανή στο πεζοδρόμιό της, ανεβήκαμε αφηρημένα –η Τζούλια φρέναρε πριν ανοίξει την πόρτα, κόντεψα να πέσω πάνω της και τότε το είδα.
Κάποιος είχε χαράξει την ξύλινη εξώπορτα του διαμερίσματος –έγραφε «ΗΡΘΑ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;» μάλλον με κλειδιά είχε γίνει η δουλειά. Γύρισα στη Τζούλια, την είδα συννεφιασμένη.
«Τι τρέχει εδώ πέρα ρε πούστη μου;» αναρωτήθηκα.
«Εντάξει…» είπε.
«Τι εντάξει –εδώ σου γάμησαν την πόρτα…»
Άνοιξε με τα κλειδιά της, μπήκαμε. Κοίταζα πίσω μας την ξύλινη εξώπορτα και δεν μπορούσα να το χωνέψω.
«Ξέρεις ποιος καργιόλης…»
«Ναι, ξέρω», με έκοψε.
«Ποιος;»
«Η Άννα…»
«Όπου Άννα σημαίνει;»
«Μεγάλη ιστορία… Κολλητές από το Γυμνάσιο…»
«Και λοιπόν;»
«Τι λοιπόν;»
«Επειδή είσαστε κολλητές από το Γυμνάσιο, σου χαράζει την πόρτα; Δηλαδή αν ήσασταν από το Δημοτικό θα σε ξεκοίλιαζε για ν΄ αφήσει σημείωμα;»
«Εντάξει, δεν τρέχει τίποτα…»
Την κοίταζα και δεν το πίστευα –το πρόσωπό της είχε αλλάξει, ούτε ίχνος τσαμπουκά πλέον, έμοιαζε με μικρό κοριτσάκι την πρώτη μέρα στο σχολείο. Κούμπωσα άσχημα αλλά προτίμησα να μη μιλήσω.
Χώθηκα στην κουζίνα, ξεκίνησα να ζεσταίνω νερό για καφέ –την ρώτησα αν θέλει (ήθελε) κι έτσι ετοίμασα δυο κούπες. Τη βρήκα στον καναπέ να καπνίζει.
«Είσαι καλά;»
«Ναι –εντάξει…»
«Τι κάνουμε με την πόρτα;»
«Δεν ξέρω –μάλλον θέλει λίγο βάψιμο…»
«Καλά, άστο, θα δω τι θα κάνω…»
Γύρισε προς το μέρος μου με χαμένο βλέμμα.
«Ναι, εντάξει», είπε μετά από ώρα.
Ήπια τον καφέ μου βράζοντας –τι σκατά έτρεχε εδώ πέρα; Πού ήταν η Τζούλια που όλοι ξέρουμε και όλοι αγαπάμε;
Η επόμενη ώρα κύλησε στα μουγκά –όταν προσπάθησα να της μιλήσω ανακάλυψα ότι είχε πάει σε άλλη γη, σ΄ άλλα μέρη, τα παράτησα λοιπόν.

Ήπιαμε καφέ ακούγοντας το δρόμο να κορνάρει κάτω από το παράθυρό της, έκανα να βάλω τίποτα μουσική, έψαξα αλλά δε βρήκα κάτι να κολλάει –τα παράτησα, σηκώθηκα.
«Θα βγούμε;»
Με κοίταξε σα να ήμουνα μούχλα σε πλακάκι του μπάνιου.
«Πού να πάμε;»
Εδώ, τώρα θα γαμηθούμε πολύ άσχημα…
«Ρε Τζούλια δεν είχαμε πει;»
«Α ναι… Εντάξει…»
«Τι εντάξει;»
«Όχι, βαριέμαι…»
«Δηλαδή θέλεις να περιμένεις αυτή την Ήρθα που είσαι…»
«Πες το κι έτσι…»
«Γιατί –εσύ δεν μπορούσες να το πεις;»
«Θα περιμένω την Άννα –τρέχει τίποτα;»
«Κάτι λούκια στο μπαλκόνι αλλά μη δίνεις σημασία…»
«Τι;»
«Τίποτα. Λοιπόν, εγώ λέω να κάνω μια γύρα…»
«Ναι, πήγαινε…»
Φόρεσα το μπουφάν μου τσαντισμένος, πήγα από πάνω της, ήθελα να σκύψω να τη φιλήσω, να τη ρωτήσω τι σκατά ήταν αυτή η Άννα και γιατί την έκανε χάλια –κι αυτό θα έπρεπε να γίνει αλλά δεν το έκανα, προτίμησα να στρίψω απότομα, κοπάνησα και την πόρτα πίσω μου.

Πήγα με τα πόδια στην πλατεία γιατί αν έπαιρνα τη μηχανή θα την κοπάναγα σε κάναν τοίχο από τα νεύρα μου. Το περπάτημα σε ηρεμεί –έτσι λένε όσοι δεν ξέρουν από θυμό… Είχε βραδιάσει κανονικά, σκέφτηκα να ανηφορίσω κατά Πήγασο αλλά ακόμα δεν θα είχαν ανοίξει, χώθηκα λοιπόν στα φλιπέρια να πω δυο κουβέντες στο φίλο μου το Ροζ Πάνθηρα που ένιωθε από σχέσεις –τι διάολο, τόσα χρόνια τραβιόταν με τον Οβίδα κι αυτός…
Στο πρώτο παιχνίδι τα σκάτωσα –τίναζα τις ρακέτες λες και είχα Πάρκινσον, κούναγα το μασίνι ατσούμπαλα, δυο τιλτ και μια μπίλια στο δεξί αυλάκι, πόσο πιο ξεφτίλας; Στο δεύτερο παιχνίδι πήγα καλύτερα –είχα αρχίσει να ξεχνάω τις σημαδεμένες πόρτες και τις μαλακισμένες φιλενάδες, στο τρίτο παιχνίδι κέρδισα έξτρα μπάλα –την οποία χαράμισα σαν κλασικός ηλίθιος. Άναψα μια Καμήλα και άφησα το μασίνι να κρυώσει –γύρω μου κάμποσοι φώναζαν αλλά δεν έδωσα σημασία, με απασχολούσε αν θα έπρεπε να χτυπήσω μια μπύρα ταΐζοντας τον Ροζ Πάνθηρα ή να την κάνω για αλλού.
Τότε άκουσα τα πόδια που έτρεχαν στο πλακόστρωτο, δεν χρειαζόταν να γυρίσω για να καταλάβω ότι ήταν αρβύλες αυτές που κάνανε τη μεγαλύτερη φασαρία και το γεγονός ότι ακούγονταν ταυτόχρονα τα γκλοπ να χτυπάνε σε ασπίδες δεν μου άφηνε περιθώρια παρερμηνείας.
Γύρω μου όλοι κόλλαγαν τις πλάτες στους τοίχους, ελπίζοντας να μοιάσουν αόρατοι. Μαλακίες. Η τζαμαρία του μαγαζιού κατέβηκε με ψαρωτικό θόρυβο, γυάλινες λεπίδες έφυγαν σπρωγμένες από τις ασπίδες τους –ένα παιδί ούρλιαξε πιάνοντας το αριστερό του μπούτι.
«Γαμώ την Παναγία μου», μούγκρισε ο μαγαζάτορας και πετάχτηκε πίσω από το ταμείο, δεν πρόλαβε να κάνει δυο βήματα και η κοιλιά του βρήκε σ΄ένα Πάκμαν, σταμάτησε αγκομαχώντας.
Οι Ματατζήδες στήθηκαν απέξω, στον πεζόδρομο, ήταν καμιά δεκαριά και φώναζαν σαν καρπουζέμποροι σε λαϊκή.
«Βγείτε έξω ρε μουνόπανα», έκανε ένας τους χώνοντας το κεφάλι του εκεί που πριν υπήρχε τζαμαρία.
«Έξω ρε… Έξωωω…» γάβγισαν κι οι υπόλοιποι στο πιο χορωδιακό.
Ένα παιδί ξεκίνησε να πάει προς τα έξω αλλά όταν έφτασε στη σιδεριά της πόρτας δεν έβρισκε από πού ν΄ ανοίξει. Όπως στεκόταν αναποφάσιστο, το άρπαξε ένας καργιόλης μπάτσος από τα μαλλιά και το τράβηξε μέσα από τη διαλυμένη πόρτα, το παιδί έπεσε προς τα έξω, βρήκε στα απομεινάρια της τζαμαρίας και πήρε να πετάει αίματα όσο ούρλιαζε –κανονικό σιντριβάνι.
«Γαμώ το σπίτι σας καργιόληδες», φώναξε ένας πάνκης από δίπλα μου και τους έσκασε το μπουκάλι μπύρας που κρατούσε.
Δεν το περίμεναν, είχαν κατεβάσει ασπίδες –το μπουκάλι βρήκε ένα Ματατζή στο δόξα πατρί, ο μαλάκας γονάτισε.
Πήραμε θάρρος. Μαζέψαμε ότι βρήκαμε εύκαιρο –μπουκάλια, καρέκλες, κάτι κουτσά τραπέζια, ένας μάλιστα έβγαλε τη μπαλαντέζα και τους τη φέρμαρε, άρχισε να γίνεται της Αγιαβαρβάρας εκεί πέρα. Οι Ματατζήδες έκαναν πίσω, δυο μάζεψαν τον δικό τους και τον έσυραν στα πιτς για αλλαγή ελαστικών, οι υπόλοιποι περίμεναν μπερδεμένοι όσο το παιδί που πέρασαν μέσα από τα γυαλιά σφάδαζε μπροστά τους.
Το θέμα είναι ότι κι εμείς το βλέπαμε το παιδί και είχαμε χεστεί πάνω μας –σήμερα θα πεθάνουμε, σήμερα θα μας φάνε στα κρυφά ρε φίλε…
Ο φόβος είναι άσχημο πράγμα γιατί σε κάνει αδίστακτο, άνοιξαν τα παιδιά τη γαμωπόρτα, είδαν τους μπάτσους να διστάζουν και χύθηκαν πάνω τους με όσα καρεκλομπούκαλα δεν είχαν καταναλωθεί προηγουμένως στις ελεύθερες βολές –χώθηκα ανάμεσά τους άδειος, σκεφτόμουν ότι θα μας δένανε όλους, στην καλύτερη, οπότε ήταν προτιμότερο να μη με πιάσουν με κάνα φονικό εργαλείο στο χέρι.
Όταν βγήκα στον πεζόδρομο πήρε το μάτι μου ότι από αριστερά την πλατεία, το κυνηγητό πήγαινε σύννεφο, γι΄αυτό μάλλον δεν είχαν πάρει χαμπάρι οι υπόλοιπες διμοιρίες ότι κάποιοι δικοί τους στριμώχτηκαν στον πεζόδρομο. Την είδα τη φάση και μετάνιωσα που δεν είχα πάρει κι εγώ κάνα μαρκούτσι να τους κοπανήσω τις κεφάλες γιατί είχαν μαζευτεί οι Ματάδες στην είσοδο της απέναντι πολυκατοικίας και τα παιδιά τους βαράγανε ανελέητα. Έψαξα να βρω το παιδί που πέρασε μέσα από τα τζάμια κι ευχόμουν μέσα μου να έχει φύγει, να το έχουν πάρει οι εξωγήινοι, να μη το δω –αλλά ήταν εκεί, διπλωμένο στο πλακόστρωτο κι έκλαιγε χωρίς να βγάζει ήχο.
Πήγα από πάνω του, κοίταξα τριγύρω μπας και βρισκόταν κάνας πρόθυμος αλλά πού τέτοια τύχη; Έσκυψα, τον άρπαξα από τις μασχάλες, έκανα να τον σηκώσω και τότε ούρλιαξε. Ταράχτηκα –κόντεψα να τον αφήσω να σκάσει κάτω σα σακί με πατάτες, τελευταία στιγμή το ξανασκέφτηκα και τον έσυρα μέχρι κάποιο κοντινό τοίχο, τον ακούμπησα εκεί πέρα σε φάση καθισμένος-σωριασμένος κι έφυγα προς τα πίσω.
Έτρεξα στην πλατεία, βρήκα ένα μπάτσο καπελάκια να αφρίζει, στήθηκα μπροστά του.
«Ένα ασθενοφόρο, κάποιος έχει τραυματιστεί», του είπα σταθερά σαν εκφωνητής ειδήσεων.
Ο καργιόλης δε με έβλεπε καν –συνέχιζε να φωνάζει, σταγόνες σάλιου έσκαγαν στα μούτρα μου.
«Ένα ασθενοφόρο…» του φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα.
Τινάχτηκε στον αέρα, μόλις εκείνη τη στιγμή πήρε χαμπάρι ότι στεκόμουν μπροστά του. Το δεξί του χέρι έφυγε σπασμωδικά, μπερδεύτηκε στο σακάκι της στολής καθώς πάλευε να βγάλει κάτι από την τσέπη του παντελονιού του κι εγώ καθόμουν εκεί σα χάχας. Ο καπελάκιας με τα πολλά τράβηξε ένα περίστροφο και μου κοπάνησε την κάνη κατακέφαλα, δεν πόνεσα αλλά ένιωσα μια υγρασία πάνω από το δεξί φρύδι.
«Πιάστε τον», ούρλιαξε στο πουθενά.
Του γύρισα την πλάτη κι έγινα Λούης –σιγά μην καθόμουν να περιμένω… Έστριψα Τοσίτσα, μετά βρέθηκα Θεμιστοκλέους, το κεφάλι κάτω, τα πόδια στους ώμους, άκουσα ασπίδες να χτυπάνε σε τοίχους, σήκωσα το κεφάλι, πήγαινα καρφί πάνω σε διμοιρία, φρέναρα, άλλαξα κατεύθυνση.
Βρέθηκα μέσα σ΄ένα άδειο πάρκινγκ, κοπάνησα τέρμα τοίχο κάτω από τη μπογιά «90 δρχ. η πρώτη ώρα», σωριάστηκα. Ακουμπισμένος στον ασβέστη, δίπλα από κάτι αγκάθια άναψα μια Καμήλα για να ξελαχανιάσω –τι να είχε γίνει το παιδί; Το άφησα μέσα στα αίματα, όπως είχα αφήσει και τον Αντώνη να τον κυνηγάνε οι μπάτσοι –ήμουν αυτός που παρατάει τους πάντες για να σώσει τον κώλο του. Εντάξει –ο Αντώνης τη σκαπούλαρε και για το παιδί τι να έκανα δηλαδή… Άμα ανοίξεις το κουτί με τις δικαιολογίες, μέχρι κι από φόνο απαλλάσσεσαι –αυτό ξέρω να πω.

Έφτασα κουτσαίνοντας στο σπίτι της Τζούλιας γιατί κάπου είχα στραμπουλίξει ολίγο από αριστερό αστράγαλο –μικρό το κακό. Τα χέρια μου έτρεμαν όσο ξεκλείδωνα, η χαραγμένη πόρτα με κοίταζε βαριεστημένα.
Το μέσα δωμάτιο είχε τόσο καπνό που σκέφτηκα να τρέξω στο τζάκι για να ξεβουλώσω την καμινάδα, μόνο που το διαμέρισμα της Τζούλιας δεν είχε τζάκι. Άκουσα κάτι γέλια κακαριστά, μπλεγμένα με σκόρπιες λέξεις που δεν έβγαζαν νόημα, τα μάτια μου έτσουξαν.
«Ανοίχτε κάνα παράθυρο, θα πάτε από άδηλο αναπνοή», μούγκρισα.
«Αυτός είναι λοιπόν;» ακούστηκε μια φωνή από τον καναπέ.
Την εντόπισα. Φορούσε ένα μίνι που το έλεγες άνετα φαρδιά ζώνη κι ένα μπλουζάκι με ντεκολτέ μέχρι τον αφαλό. Ξυπόλητη, κοντά κόκκινα μαλλιά, δεν ήταν όμορφη αλλά αυτό δε νομίζω ότι το πρόσεχε κανένας. Είχε ένα υφάκι Μαίρης Χρονοπούλου, «αγοράκι, από μένα, να ΄χεις να λαβαίνεις» τέτοια φάση….  Την αντιπάθησα αμέσως.
«Κι εσύ είσαι η Άννα…» είπα ξεψυχισμένα.
Κάθισα απέναντί της, δίπλα στη Τζούλια και τίναξα μια πρόθυμη Καμήλα από το μαλακό πακέτο. Την ώρα που άναβα με πήρε χαμπάρι η δικιά μου.
«Τι έπαθες; Τι έχεις;»
«Τι έχω;» απόρησα.
«Αίματα…»
«Ντεν έματες, τώρα τα μάτεις», το έπαιξα χιουμορίστας.
Η Άννα ξεκαρδίστηκε.
«Πάμε μέσα», ούρλιαξε η Τζούλια και με τράβηξε από το χέρι –εκείνη ήταν ήδη όρθια και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά, κοίτα τώρα τι γίνεται ρε μαλάκα…
Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη του μπάνιου ψιλοκώλωσα. Το αίμα είχε κοκαλώσει φτιάχνοντάς ένα τεράστιο φρύδι, προέκταση του κανονικού μου. Η Τζούλια έβρεξε μια πετσέτα και πήρε να το σκουπίζει –τινάχτηκα γιατί πόναγε σα διάολος… Αλλά της είπα να συνεχίσει –τελικά είχα ένα σκίσιμο αξιοπρεπές, έκανε δουλίτσα το κουμπούρι….
«Τα ρούχα σου…» βόγκηξε η Τζούλια.
Τότε το είδα –η μπλούζα μου ήταν τίγκα στο αίμα και το παντελόνι τα ίδια. Μόνο το μπουφάν την είχε γλιτώσει.
«Δεν είναι από μένα… Ένα παιδί το γαμήσανε οι μπάτσοι…» ξεκίνησα να λέω.
Δε με άφησε να συνεχίσω. Κόλλησε πάνω μου και με φίλησε με τόση δύναμη που βρόντηξε το κεφάλι μου στα πλακάκια, δίπλα στην κρεμάστρα.
Το ίδιο απότομα με παράτησε, χάιδεψε τα μαλλιά μου, άγγιξε απαλά την πληγή πάνω από το φρύδι με το δάχτυλό της και χαμογέλασε.
«Είσαι καλύτερα τώρα;» με ρώτησε.
«Όχι πολύ, αλλά αν το συνεχίζαμε αυτό με το φιλί, μάλλον θα βοηθούσε…» είπα χαζά.
«Έλα, πάμε έξω…» ψιθύρισε τραβώντας με από το χέρι.
Βγήκαμε μαζί αλλά στο διάδρομο έστριψα –χώθηκα στην κρεβατοκάμαρα και βρήκα ένα μπόγο με βρώμικα ρούχα, διάλεξα μια κολεγιακή κι ένα τζιν για ν΄ αλλάξω τα ματωμένα. Πλύθηκα και λίγο, ξεβρόμισα –αλλά η μυρωδιά του φόβου που μοιάζει με ιδρωμένο μέταλλο δεν έλεγε να φύγει από πάνω μου.

Κάθισα πάλι απέναντι από την Άννα, η Τζούλια μου πάσαρε τη μπύρα της όσο συνέχιζαν την κουβέντα τους. Της έλεγε η Άννα ότι έμεινε κοντά ένα μήνα στο χωριό (κάποιο χωριό) κι ένας πρώην συμμαθητής τους είχε γίνει μπάτσος και μίλαγε μαζί του στην πλατεία που είχε βγάλει βόλτα το ανιψάκι της κι εκεί που μιλάγανε, κοιτάει το ανιψάκι –ετών 5, να σημειωθεί αυτό- το μπάτσο και του λέει: «γιατί φοράς καπέλο;»
Ήμουν έτοιμος να χασμουρηθώ αλλά το έκοψα απότομα γιατί η Άννα σταμάτησε να μιλάει και μας κοίταξε περιμένοντας. Την κοίταξα κι εγώ που χαμογελούσε σαν ηλίθια και φοβήθηκα μην έπαθε κάποιο εγκεφαλικό.
«Γιατί φοράς καπέλο –το ‘πιασες;» μου έκανε.
Η Τζούλια δίπλα μου έγνευσε όλο θαυμασμό.
Τις κοίταξα απορημένος.
«Μέρα ήταν ή νύχτα;» ρώτησα.
«Βράδυ».
«Ε, γι΄αυτό τον ρώτησε».
Η Άννα τίναξε τα μπράτσα της στον αέρα αγανακτισμένη.
«Χαζός είσαι;» με ρώτησε.
«Ναι, κομματάκι…» παραδέχτηκα σεμνά.
«Βρε, το παιδί είδε αυτό που δε βλέπουμε οι υπόλοιποι. Το καπέλο…»
«Το καπέλο…» επανέλαβα σαν καθυστερημένος.
Γαμώ το μουνί του Ωνάση, σε χίπισσα πέσαμε…
«Κατάλαβες τώρα;» μου χαμογέλασε.
«Κατάλαβες», είπα και μπουκώθηκα μπύρα μη μου φύγει καμιά χριστοπαναγία.
«Θα μου στρίψεις ένα;» ζήτησε η Άννα.
Η Τζούλια ανασήκωσε τους ώμους και η άλλη έβγαλε ένα μεταλλικό κουτάκι από την τσάντα της. Η Τζούλια διάλεξε ένα περιοδικό με λευκό οπισθόφυλλο και βάλθηκε να ξεκοιλιάζει δυο από τις Καμήλες μου πριν κολλήσει τα τσιγαρόχαρτα πατικώνοντάς τα με την κόψη του χεριού της. Ευτυχώς το μαλακό μου πακέτο δεν προσφερόταν για τζιβάνα κι έτσι διέλυσαν τις Μαλμπουρίνες της Άννας. Μετά αρχίσανε να τρίβουν ένα βρομερό λιβάνι γεμίζοντας μαυρίλες τα νύχια τους –κάποια αηδία…

Πήραμε να καπνίζουμε αμίλητοι όσο το τσιγάρο έφερνε γύρες –μάπα ήταν αλλά δε γαμιέται…
«Σκατά η μέρα σήμερα, το χρειαζόμουν για χαλάρωση…» ψέλλισε η Άννα.
Την κοίταξα. Τα μάτια της είχαν γλαρώσει, αν δεν μοιραζόμασταν την ίδια χούσπα θα πίστευα ότι είχε γίνει κανονικά –έμεινα λοιπόν να τη χαζεύω και να προσπαθώ να καταλάβω πόσο το έπαιζε ή αν είχε στ΄ αλήθεια ψηθεί ότι μαστούρωσε. Δεν έβγαλα άκρη.
«Πες μας τι έγινε», πρότεινε η Τζούλια.
Άρχισα λοιπόν να τους διηγούμαι την ιστορία –μου πήρε κοντά 5 λεπτά να τους εξηγώ τα κατορθώματά μου στο Ροζ Πάνθηρα και μόλις ένα λεπτό για να τους περιγράψω όσα έγιναν στη συνέχεια.
«Σου έβγαλε πιστόλι;» άσπρισε η Τζούλια.
Πήγα να απαντήσω, αλλά δεν πρόλαβα.
«Αυτό δεν είναι τίποτα –εμένα μια φορά με έχουν πυροβολήσει σε συναυλία στη Νέα Σμύρνη», πετάχτηκε η Άννα.
Ε μα, φαίνεσαι ότι είσαι πυροβολημένη…
«Πότε ρε συ;» έκανε όλο ενδιαφέρον η Τζούλια.
Τα υπόλοιπα τα έχασα γιατί ψιλοέλιωσα επιτόπου στον καναπέ –φτάσανε τα βλέφαρα μέχρι τα γόνατα, έκοψα επαφή με τον έξω κόσμο, μόνο ένα πλατάγισμα από γέλια και σκόρπιες κουβέντες σαν κύμα που σκάει στις πέτρες, έφτανε μέχρι το κεφάλι μου.

«Δε σε πειράζει να κοιμηθείς στον καναπέ; Είναι ψόφια η Άννα και…»
Τινάχτηκα. Η Τζούλια χαμογελούσε, όρθια μπροστά μου με τα χέρια σταυρωμένα.
«Κάνε δουλειά σου…» μούγκρισα κι οριζοντιώθηκα άμεσα.

Δεν ξέρω πόση ώρα βρισκόμουν σε λήθαργο, αλλά με ξύπνησε ένας δυνατός θόρυβος -πετάχτηκα ιδρωμένος, κοίτα να δεις που σπάσανε την πόρτα και με σέρνουν από το μαλλί στα πλακόστρωτα…
Έψαξα τριγύρω, σκοτάδι –μόνο ένα μικρό φως τρεμόπαιζε στο δίπλα δωμάτιο, σηκώθηκα να δω τι γινόταν. Κι αυτό που γινόταν ήταν η Άννα μπροστά στο ανοιχτό ψυγείο, με τη γνωστή μπλούζα και το βρακί, κοντοστάθηκα λίγο αμήχανα (και για να πάρω μάτι, βέβαια). Γύρισε.
«Σε ξύπνησα; Συγνώμη…»
«Δεν τρέχει τίποτα…»
Τράβηξε ένα μπολ με μακαρόνια που το είχε εκεί μέσα η Τζούλια από τότε που ζούσε ο Τζον Λένον, έβγαλε και μια μπύρα –κάθισε στο τραπέζι.
«Θα μου κάνεις παρέα;» ρώτησε.
Τι ήθελα να σηκώθηκα ο πούστης;
«Ναι», έκανα απρόθυμα και τράβηξα τις Καμήλες κοντά μου όσο έπιανα θέση απέναντί της.
Εκείνη έπεσε με τα μούτρα στο μπολ.
«Μεγάλες πείνες», σχολίασε μπουκωμένη.
Κούνησα το κεφάλι.
«Εσύ λοιπόν; Τι κάνεις;» με ρώτησε.
«Σπρώχνω τους όρθιους στην Ομόνοια», μούγκρισα.
Χαμογέλασε. Σταμάτησε να μπουκώνεται και μου τράκαρε τσιγάρο.
«Δε με πας –έτσι;» ρώτησε.
«Έτσι», παραδέχτηκα.
«Γιατί;»
«Είμαι μονόχνοτος, μάλλον γι΄αυτό…»
«Και για την πόρτα;»
«Και για την πόρτα…»
Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά, έστειλε δαχτυλίδια καπνού στο ταβάνι.
«Σιγά το πράγμα ρε συ… Μην είσαι τόσο μικροαστούλης…»
«Μικροαστούλης…» μουρμούρισα.
Έσκυψα προς το μέρος της.
«Πες μου κάτι ρε Άννα… το ζόρι για την πόρτα ποιος θα το τραβήξει;»
«Τι εννοείς;»
«Ποιος θα φάει κωλόχερο από τον ιδιοκτήτη, ποιος θα κάτσει να τη βάψει…»
«Σαχλαμάρες…»
«Σαχλαμάρες –εντάξει. Ποιος θα τραβήξει το ζόρι όμως;»
«Ξέρω ΄γω; Η Τζούλια;»
«Μέσα είσαι…»
Έσπρωξα πίσω την καρέκλα και σηκώθηκα. Πατίκωσα και την Καμήλα στο τασάκι.
Στήθηκα μπροστά της, κρέμασα τα χέρια μου από τις τσέπες του τζιν και την κοίταξα προσεκτικά. Στην αρχή με κοίταζε κι αυτή, μετά έβγαλε έναν στεναγμό απαξίωσης και αφοσιώθηκε στο τσιγάρο της.
«Λοιπόν…. Άννα. Εγώ είμαι με τη Τζούλια και μ΄ αρέσει αυτό… Που σημαίνει ότι οι φίλες της είναι και δικές μου φίλες. Αλλά μέχρι εκεί. Δε σε πάω, δε με πας –ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, είμαστε σύμφωνοι;»
Με κοίταξε για κάμποση ώρα.
«Πού το ξέρεις ότι δε σε πάω;» ρώτησε στο τέλος.
«Δεν το ξέρω, αλλά το προτιμώ».
«Γιατί;»
«Γιατί πάμε αλλού εγώ κι εσύ και θα τρακάρουμε».
Γέλασε.
«Τα λέτε πιτσουνάκια μου;» άκουσα μια φωνή.
Η Τζούλια στεκόταν πίσω μου χαμογελαστή.
«Τα είπαμε…» απάντησα.

Πέρασα δίπλα από τη Τζούλια αποφεύγοντας να την κοιτάξω και πήγα για τον καναπέ.
«Θα ξαπλώσω εγώ στον καναπέ –έτσι κι αλλιώς δε νυστάζω άλλο», φώναξε η Άννα από την κουζίνα.
Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους, έστριψα προς την κρεβατοκάμαρα. Σωριάστηκα στη δική μου πλευρά του κρεβατιού και περίμενα τη Τζούλια.
Για κάμποσο…

Όταν πήρα χαμπάρι ότι δε θα ερχόταν σύντομα, έκλεισα τα μάτια κι έπιασα μια από τις κλασικές μας κουβέντες με τον Ρέιμοντ Τσάντλερ –είχαμε μονίμως ανοιχτό το θέμα του ποιος θα έπρεπε να παίζει το Μάρλοου στις ταινίες, ο Ρέι παρέμενε κολλημένος στον Κάρυ Γκραντ ενώ εγώ υποστήριζα με πάθος τον Γκάρυ Κούπερ… Μέχρι να με πάρει ο ύπνος δεν βγάλαμε άκρη…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Buzzcocks


Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

14. «Τις Τρίτες έκανε γιόγκα»

Προηγούμενα:

Έμενε στον 3ο όροφο μιας πολυκατοικίας απ΄αυτές του ’50, με τα ψηλά ταβάνια και τις γύψινες περικοκλάδες –μύριζε το σπίτι της φράουλα και καπνό, με το που μπήκαμε μας χτύπησε ένα άρρωστο φως από τα ανοιχτά πατζούρια. Είχαμε αρχίσει να χαϊδευόμαστε από το ασανσέρ –δεν είπαμε πολλά, για την ακρίβεια δεν είπαμε τίποτα, μόνο μουγκρίζαμε και κυλιόμασταν προσπαθώντας να ξεφορτωθούμε τα ρούχα μας πάνω στη φλοκάτη και στον τριθέσιο καναπέ –μέχρι να φτάσουμε στο κρεβάτι είχε περάσει πάνω από μια ώρα…
Βιαζόταν, λες και μας κυνηγούσαν –γελούσε πολύ και με κοίταζε συνέχεια στα μάτια –τότε κατάλαβα ότι ήταν ίδια η Μαρία Σνάιντερ, κι εγώ ήμουνα ερωτευμένος με τη Μαρία Σνάιντερ, μ΄ αυτή και με τη Ναστάζια Κίνσκι, τέλος πάντων, είχα σιχτιρίσει μέχρι και τον Μάρλον Μπράντο που κάποτε έπινα νερό στ΄ όνομά του για εκείνη τη μαλακία τη σκηνή στο Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, γιατί, εντάξει ρε τύπε –δεν μπορεί να έχεις καταντήσει μπουχέσας με το βρακί να κρέμεται και να θέλεις να μαγαρίσεις το λουλούδι, γαμώ τα ταλέντα σου μέσα δηλαδή… Αυτή ήταν η αιτία για τον πρώτο μου καυγά με τη Τζούλια, αλλά ας μην βιαζόμαστε.
Για την ώρα, όλο το σκηνικό παρέμενε μυθικό –γιατί ταιριάζαμε στο σεξ, καμιά αμηχανία, κανένα γόνατο κατά λάθος στο πλευρό, κανένας αγκώνας σε άβολη θέση –η πρώτη φορά που πηδηχτήκαμε ήταν τόσο άνετη σα να ήμασταν χρόνια ζευγάρι. Ψέματα –κανένα ζευγάρι χρόνων δεν πηδιόταν με τέτοια μανία…

Μετά έγινε η φάση κάμποσο ονειρική γιατί ήρθε η κατάρρευση, μισοκοιμόμασταν αγκαλιασμένοι χωρίς να σταματήσουμε το σεξ –ίσως αυτό να ήταν το κάνω έρωτα που λένε και στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας…

Κάμποσες συρμάτινες ακτίνες ήλιου με κάρφωσαν στα μάτια και ξύπνησα, πονούσα παντού και το κεφάλι μου ήταν σκέτο σιδηρουργείο, η Τζούλια κοιμόταν πάνω μου –ακινητοποιημένος με τον ήλιο κατάματα, μανίκι αδερφέ μου… Τότε άρχισαν να με παίρνουν τα άγχη, τι ώρα να είχε πάει, που ήταν ο Αντώνης, τι έπαιζε μ΄αυτό το σπίτι, μήπως υπήρχε κάνα κατοικίδιο, έτοιμο να μου ροκανίσει τα δάχτυλα των ποδιών; Ταχυπαλμία…
Την έσπρωξα δίπλα, όσο πιο μαλακά μπορούσα –μου πήρε κάνα τέταρτο που έμοιαζε τρίωρο αλλά τελικά σηκώθηκα. Ο κλασικός βρικόλακας που περιδιαβαίνει τα δωμάτια ωραίων κοιμωμένων –η ιστορία της ζωής μου. Αλλά όχι με τη Τζούλια…
«Ετοιμάζεσαι να την κοπανήσεις πριν φτιάξεις πρωινό;» μου ψιθύρισε.
Γύρισα και την είδα να ξυπνάει πιο όμορφη από τη φαντασία. Έλιωσα κάπως.
«Έλεγα να πάω…» μουρμούρισα χωρίς να ξέρω τη συνέχεια.
«Δεν πας πουθενά. Ακόμα», μου ξεκαθάρισε.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι, ανατρίχιασε καθώς βγήκε γυμνή από τις κουβέρτες, έψαξε να φορέσει κάτι και μου θύμισε ότι κι εγώ σε λίγο θα τουρτούριζα.
«Πρωινό λοιπόν…» είπε χαμογελαστά.
«Έχω έναν πονοκέφαλο..» παραπονέθηκα.
«Αρχίσαμε τις δικαιολογίες για να αποφύγουμε το σεξ;» ξεκαρδίστηκε.
Τι ήταν αυτή; Τι ήθελε μαζί μου;
«Παίζουν τίποτα ασπιρίνες; Αν είναι να το ξανακάνουμε πρέπει να χαπακωθώ», της εξήγησα.
«Μπάνιο όπως βγαίνεις αριστερά, στο ντουλαπάκι του καθρέφτη. Ετοιμάσου και σε περιμένω στην κουζίνα», είπε καθώς εξαφανιζόταν παλεύοντας να φορέσει μια κολεγιακή κι (επιτέλους) ένα βρακί.
Έμεινα μόνος, ντύθηκα –έτρεξα στην τουαλέτα, κατέβασα δυο ασπιρίνες με νερό κατευθείαν από τη βρύση, ανακάλυψα ότι βρωμούσε το στόμα μου κι έτριψα λίγη οδοντόκρεμα αποφεύγοντας επιμελώς να κοιταχτώ στον καθρέφτη. Έστρωσα τα μαλλιά μου με νερό, το ξανασκέφτηκα –πέταξα τα ρούχα μου, έκανα ένα γρήγορο ντους και βγήκα έτοιμος να αντιμετωπίσω τα πάντα.

Στην κουζίνα με περίμενε μια κούπα με αχνιστό καφέ συν κάποια μπισκότα και μαρμελάδα –ένιωσα το στομάχι μου ν΄ ανακατεύεται γιατί ήταν αδύνατο να ρίξω μέσα του ξηρά τροφή πριν τον δεύτερο καφέ και το πέμπτο τσιγάρο. Το όλο σκηνικό μου θύμισε φάσης Λίας μονίμως σε κουζίνες κατέληγα, με άσχημα αποτελέσματα…
Κάθισε δίπλα μου και με κοίταξε χαμογελαστή –ίσως κι αμήχανη.
«Λοιπόν;» ρώτησε.
«Λοιπόν… Ελπίζω να μην το μετάνιωσες…» ψιθύρισα κομπλαρισμένος.
«Ξέρω ΄γω; Εσύ;»
Γέλασα.
«Ήταν ωραία», συνέχισε. «Πες μου τώρα, αλήθεια, τι σκέφτεσαι;»
«Τι σκέφτομαι…» έξυσα το κεφάλι μου. «Σκέφτομαι οτι είσαι πολύ όμορφη και απορώ τι δουλειά έχεις μαζί μου…»
«Αυτό σκέφτεσαι για μένα;» με κοίταξε αινιγματικά.
«Έπρεπε να σκέφτομαι κάτι άλλο;» απόρησα.
«Κάποιοι θα σκέφτονταν ότι είμαι μια πουτάνα που πάει εύκολα με τον πρώτο τυχόντα…» είπε.
«Είμαι εγώ ο πρώτος τυχόντας;» διαμαρτυρήθηκα δήθεν οργισμένος.
Γέλασε.
«Όσο κι εγώ είμαι πουτάνα», απάντησε.
«Εντάξει –το λύσαμε λοιπόν», αποφάσισα.
«Σίγουρα;» με κοίταξε μ΄ εκείνα τα δολοφονικά πράσινα μάτια.
Άναψα μια Καμήλα και της την έδωσα. Άναψα και μια για μένα.
«Άκου, Τζούλια…» ξεκίνησα αποφασιστικά. «Οι πουτάνες είναι εργαζόμενες γυναίκες τις οποίες σέβομαι απολύτως, άρα ο χαρακτηρισμός δεν είναι προσβλητικός για μένα… Από την άλλη, υπάρχουν κάτι πουτάνες που δεν τις σέβομαι καθόλου –και είναι όσες παντρεύονται γιατί ερωτεύτηκαν ένα πορτοφόλι ή μια κοινωνική θέση ή κάτι σχετικό… Είσαι τέτοια; Αν κρίνω από το μαλάκα που διάλεξες να πηδηχτείς –μάλλον το αντίθετο θα έλεγα…»
Κάπνισε σκεφτική.
«Έχεις προοπτικές, αλλά θέλεις δουλειά ακόμα», είπε στο τέλος.
Ζορίστηκα λίγο.
«Τι σημαίνει αυτό τώρα;» τη ρώτησα.
«Έχουμε καιρό…» απάντησε.
«Έχουμε ε;» χαμογέλασα. Και το άφησα να περάσει γιατί αυτό που με ένοιαζε ήταν να είμαι μαζί της. Μαλακία μου ίσως…
«Πάμε μέσα;» μου έδειξε το κεντρικό δωμάτιο.
Σηκώθηκα –πήγαμε. Είχαν ανάψει και τα καλοριφέρ, καθίσαμε στον επίμαχο καναπέ και την αγκάλιασα. Τραβήχτηκε.
«Πάω να κάνω ένα μπάνιο κι έρχομαι», μου είπε. «Βάλε μουσική αν θες».

Έμεινα μόνος στο δωμάτιο, στη μια άκρη του ήταν ένα στερεοφωνικό και δίπλα –χύμα στο πάτωμα –κάμποσοι δίσκοι. Άρχισα να τους ψάχνω κάμποσο φοβισμένος –τι θα έκανα αν έπεφτα σε κάναν Πάριο ή τίποτα Μαρκόπουλο ας πούμε; Εντάξει –όχι κι έτσι… Δεν είχε καινούργια πράγματα αλλά βρήκα κάμποσο Τιμ Μπάκλεϊ, το κλασικό των Κινγκ Γκρίμσον, Άιρον Παντόφλα το γνωστό και, δυστυχώς, δυο των Μπιτ Χλόυντ…
Με πέτυχε να σκαλίζω τους δίσκους της –φορούσε ένα σετάκι φαρδιές πιτζάμες που την έκαναν να μοιάζει πιτσιρίκα.
«Πώς σου φαίνονται;» ρώτησε.
«Έχεις προοπτικές, αλλά θέλεις δουλειά ακόμα», είπα.
«Άντε ρε χαζέ….» έκανε και ήρθε πίσω μου να μ΄ αγκαλιάσει.
Βρεθήκαμε ξανά στη φλοκάτη, παιδεύτηκα λίγο να ξεκουμπώσω τη πυτζάμα της και να πετάξω τα δικά μου ρούχα.
«Να μη βάλω τίποτα να παίζει;» τη ρώτησα.
«Δεν έβαλες;» μου χαμογέλασε και με φίλησε.
Χάθηκα…

Τελικά τον έβαλα το δίσκο, μετά από κάμποση ώρα ενώ εκείνη κάπνιζε γυμνή στη φλοκάτη –και ήρθε ο Πολ Μπάτερφιλντ με τη Μπλουζ Μπάντα του να μας πει ότι θέλει ν΄ αφήσει πίσω το μυαλό του, να πάει να ψωνίσει μια ταφόπλακα και ν΄ ανακηρύξει τον εαυτό του νεκρό, ωραία πράγματα…
«Πρέπει να περάσω από τη σχολή, να δω τι γίνεται με το μαλάκα που έχασα χτες βράδυ», της είπα.
«Ναι –κι εγώ έχω κάτι δουλίτσες…» μουρμούρισε.
Σηκώθηκα σλόου μόσιον. Εκείνη άρχισε να ντύνεται.
«Είχαμε πει…» έκανα μαζεμένα.
«Ναι;»
«Για σινεμά…»
«Ε, αφού το είπαμε…»
«Να περάσω…»
Ήρθε κοντά και με αγκάλιασε.
«Κοίτα –να το ξεκαθαρίσουμε. Δε γαμιέμαι με τον πρώτο τυχόντα…»
«Δεν το είχαμε ξεκαθαρίσει αυτό;» απόρησα.
«Μεσημέρι πού θα φας;»
«Δεν ξέρω –στη σχολή μου;»
«Πάμε για πίτσα; Και μετά πάμε σινεμά…»
«Μετά το μεσημεριανό; Στην παιδική θα πάμε;» απόρησα.
«Ρε χαζέ –είναι κιόλας 2 η ώρα…» ξεκαρδίστηκε.
Αυτό τώρα πού το ήξερε;

Έφτασα στη σχολή πρώτος εγώ και η μηχανή ήρθε μετά από κάνα τέταρτο –πραγματικά ιπτάμενος. Όση την κλείδωνα, σφύριζα κάποιο τραγούδι που κανένας δεν είχε γράψει κι έτσι δεν ήξερα τα λόγια του. Αλλά ήξερα πολύ καλά τι έλεγε…
Και τότε έφαγα μια γερή στην πλάτη –γύρισα, βρέθηκα περικυκλωμένος.
«Πού ήσουνα ρε μαλακισμένο;» με ρώτησε η Βιβή, έτοιμη να μου σκάσει και δεύτερη.
«Εντάξει –τη γλίτωσα. Τον Αντώνη τον έχει δει κανένας;» ρώτησα.
«Δεν ήταν μαζί σου;»
Σκατά…

Το προηγούμενο βράδυ είχανε πιάσει τον Παπ στην Ομόνοια και το Γιώργο το Βασιλιά έξω από το Πολυτεχνείο. Αυτούς τους ξέραμε γιατί έτυχε να τους δουν άλλοι δικοί μας που τη σκαπούλαραν. Και όλοι στη σχολή έψαχναν τους γνωστούς τους. Στράβωσα άγρια –αν είχαν μαζέψει 2 ή 3 μίνιμουμ από Πάντειο που ήταν εκτός κέντρου, τι είχε γίνει με τις σχολές του κέντρου; Πόσους θα έψαχνε η Τζούλια από τη δική της σχολή; Η Τζούλια… Τι να έκανε τώρα; Τρίτο έτος –αρχίδια ρε φίλε –πώς να τα βάλεις με τους τριτοετείς;
«Θα έρθεις;» με σκούντησε ο Πάρης.
«Πού;» έκανα αγουροξυπνημένος.
«Στο σπίτι του Αντώνη ρε μαλάκα –τι έχεις πάθει πια;» τσίτωσε η Βιβή.

Πήγαμε, χτυπήσαμε –τίποτα. Εκείνη την ώρα πέρναγε η Μαρία, είχε κλειδί, ανοίξαμε –φυσικά και δεν υπήρχε ψυχή στο σπίτι. Κλεισούρα, τσιγαρίλα κι άπλυτα πιάτα –τα σημάδια του Αντώνη αλλά χωρίς τον Αντώνη. Τρέξαμε στο περίπτερο, πήραμε Ελευθεροτυπία μπας και έγραφε τίποτα ονόματα συλληφθέντων –έγραφε, αλλά δεν ξέραμε κανέναν απ΄ αυτούς…

«Πάμε για μάσα;» είπε ο Πάρης.
«Πάμε», είπα και τότε θυμήθηκα… «Όχι, πρέπει να την κάνω –έχω…»
Το  έκοψα, αλλά όχι αρκετά γρήγορα.
«Τι τρέχει με σένα ρε ηλίθιο; Πολύ μυστήριος δεν μας το παίζεις;» με πλεύρισε η Βιβή.
«Εγώ;»
«Εσύ. Και κατά πρώτον, πού ήσουνα μέχρι τώρα;»
«Πού ήμουνα;»
«Με ρωτάς;»
Χαμογέλασα κι έκανα να φύγω. Η Βιβή με έπιασε από το μανίκι –φρέναρα.
«Πες», απαίτησε.
«Μαρία Σνάιντερ».
«Αυτή με το Ταγκό
«Ολόιδια».
«Α –κι εγώ νόμισα ότι πήδηξες καμιά με βούτυρο…»
«Άντε να χαθείς χυδαία…» έσπασα καρπό και της ξέφυγα.
«Πρόσεχε ρε μαλακισμένο», μου σφύριξε.
«Τι πράγμα;» απόρησα.
«Δε μ΄ αρέσουν οι παρέες σου».
«Και πού τις ξέρεις;»
«Δεν τις ξέρω, γι΄αυτό δε μ΄ αρέσουν…»
Της πέταξα ένα φιλί στον αέρα και βρέθηκα Συγγρού τρεχάτος με τη μηχανή να με ακολουθεί λαχανιασμένη. Εντάξει –είχαμε ραντεβού για φαγητό, αλλά πού διάβολο ήταν το ραντεβού;

Έφτασα σπίτι της –παιδεύτηκα κάμποσο με τα κουδούνια, τελικά διάλεξα αυτό που δεν είχε όνομα και το χτύπησα. Τίποτα… Άρχισα να κόβω βόλτες. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα της πολυκατοικίας, βγήκε μια κυρία με σκυλάκι στο λαιμό, χώθηκα πίσω της. Ανέβηκα στον όροφό της, χτύπησα κουδούνι –τίποτα. Αισθάνθηκα ολίγον μαλάκας.
Έφυγα σφαίρα για το Χημείο –απ΄ ότι θυμόμουν εκεί στεγαζόταν και το Φυσικό, πάρκαρα απέξω και ανέβηκα τα σκαλιά σαν κοτόπουλο χωρίς κεφάλι. Μέσα γινόταν η γνωστή χάβρα. Έπιασα τοίχο, άναψα μια Καμήλα και βάλθηκα να χαζεύω τον κόσμο που πηγαινοερχόταν. Τι σκατά έκανα εκεί πέρα; Μετά τη χτεσινή νύχτα ποιος θα ερχόταν για μάθημα εκτός απ΄ αυτούς που δε με ενδιέφεραν; Άφησα την Καμήλα να καεί και ξαναβγήκα στη συννεφιά. Τότε με έπιασε ένας τρόμος –φαντάσου να ερχόταν η Τζούλια και να με έβλεπε… Ο παρανοϊκός που σε ψάχνει παντού –όχι ρε πούστη μου… Έτρεξα στη μηχανή, έβαλα μπροστά, πήγα να πατήσω κάτι παιδιά στη φούρια μου και τότε την άκουσα να με φωνάζει. Άσπρισα από τρόμο και κοκκίνισα από ευτυχία. Ταυτόχρονα.
Την είδα να ανεβαίνει τη Σόλωνος παρέα με 5-6 άτομα, έφυγε μπροστά τους και ήρθε να με βρει.
«Τι κάνεις εδώ;» μου χαμογέλασε.
«Είχαμε …» έκοψα απότομα γιατί φοβόμουν να πω τη λέξη.
«Ραντεβού», με συμπλήρωσε. «Και σαν ηλίθια δε σου είπα πού θα βρεθούμε…»
Χαμογέλασα –τι άλλο να έκανα;
«Σου είπα να πάμε για πίτσα και θεώρησα ότι ξέρεις πού…» συνέχισε εκείνη.
«Ναι –δεν ξέρω, είμαι από χωριό…» της θύμισα.
«Αλήθεια, σε ποια σχολή είσαι;»
«Πάντειο».
Γέλασε.
«Εσείς που ξέρετε τα πάντα λοιπόν…»
«Εκτός από τις πιτσαρίες», είπα.
Εκείνη τη στιγμή μας πλησίασε η υπόλοιπη παρέα της. Τρεις κοπέλες που θα τις πέρναγα άνετα για Κνίτισσες λόγω ντυσίματος και δυο αγόρια με υφάκι είμαι αλλού και τζιν μπουφάν. Κοντοστάθηκαν. Εγώ σαν αγγούρι καβάλα στην ακίνητη μηχανή, η Τζούλια δίπλα μου με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο ντεπόζιτο.
«Να σου συστήσω –Λένα, Μίνα, Άννα και ο Βασίλης με το Γιάννη», έκανε δείχνοντας κάθε φορά το σωστό άτομο.
«Χάρηκα», είπα χωρίς να το εννοώ.
«Πάμε;» πρότεινε γενικά η Τζούλια και μετά γύρισε στους υπόλοιπους. «Θα βρεθούμε Καζαλόμα», είπε.
Ανέβηκε πίσω μου στη μηχανή. Ξεκίνησα.
«Πού πάμε;»
«Θα σου πω».

Η πιτσαρία ήταν γεμάτη φοιτητές –έδιναν κουπόνια από τις σχολές –και πιο απρόσωπη από αίθουσα αναμονής υπεραστικών λεωφορείων. Βρήκαμε ένα τραπέζι με μπόλικες άδειες θέσεις και καθίσαμε, οι άλλοι δεν είχαν φτάσει ακόμα. Ένιωθα κάπως άβολα, υπολόγιζα ότι θα τρώγαμε μόνοι μας, όχι με το μισό Φυσικό παρέα (ή ότι κέρατο ήταν αυτοί που περιμέναμε).
«Τι να σου φέρω;» με ρώτησε.
«Ότι πάρεις κι εσύ», είπα αφηρημένα.
Δεν είχα και πολλή όρεξη για φαγητό τελικά…
Κάπνισα μισό τσιγάρο μέχρι να επιστρέψει κουβαλώντας 2 πίτσες και 2 μπύρες.
«Τα ποτά τα πληρώνετε –έτσι;» έκανα.
«Εντάξει –κερνάς τα επόμενα», με καθησύχασε.
Έπιασε ένα κομμάτι πίτσα με χαρτοπετσέτα, πήγα να κάνω το ίδιο και τότε ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να ονομάσω ούτε ένα συστατικό αυτού του πράγματος που με παραφύλαγε στον τσίγκινο δίσκο.
«Γεια σου μωρό –πότε θα μου πάρεις τελικά εκείνη την πίπα που λέγαμε;»
Πετάχτηκα. Ένας μαλλιάς είχε χώσει τη μούρη του μπροστά στη Τζούλια και της χαμογελούσε –εμένα με είχε φτυσμένο.
 «Όταν αποφασίσεις να πλυθείς», του απάντησε η Τζούλια μασουλώντας το κομμάτι της.
«Πφφφ, μια ζωή μικροαστή… Τόσο εκτός μόδας», γέλασε ο μαλλιάς.
Έβλεπα το ξεβαμμένο με χλωρίνη μπλουζάκι του και το στενό τζιν του, χαμογέλασα.
«Ενώ ο χιπισμός είναι μέσα στη μόδα», σχολίασα.
Γύρισε απότομα να με κοιτάξει, το μούσι του κουνήθηκε.
«Ποιο είναι το άτομο;» ρώτησε.
«Ποιο άτομο; Βλέπεις εσύ κανένα άτομο;» του χώθηκα.
«Τι θέλει ρε Τζούλια το παιδί;» γύρισε προς το μέρος της.
«Εντάξει –είναι φίλος μου», είπε σιγά η Τζούλια σκύβοντας το κεφάλι.
«Να προσέχεις τις παρέες σου μωρό», έκανε ο τύπος κι απομακρύνθηκε τινάζοντας τη μαλλούρα του στον αέρα.

Κοίταξα τη Τζούλια που παράτησε το μισοφαγωμένο κομμάτι πίτσας και άναψε τσιγάρο. Με κοίταξε κι εκείνη με σοβαρό ύφος.
«Πώς σου φαίνομαι;» με ρώτησε.
«Δηλαδή;»
«Σου μοιάζω με κάποια;»
Γέλασα.
«Ναι –με τη Μαρία Σνάιντερ».
Έμεινε κάπως ξερή.
«Τι πράγμα;»
«Μοιάζεις με τη Μαρία Σνάιντερ –κακό είναι;»
«Πώς σου ήρθε αυτό;»
Έξυσα τη φαβορίτα μου κι άναψα μια Καμήλα.
«Εσύ με ρώτησες», έκανα μπερδεμένος.
«Ναι, αλλά δεν εννοούσα αυτό… Εννοούσα αν σου μοιάζω με καμιά γυναικούλα που θέλει υποστήριξη. Άκου με τη Μαρία Σνάιντερ…» φύσηξε τον καπνό θυμωμένα.
Ο αέρας μύριζε καυγά κι εγώ είχα δυο επιλογές –σε άλλη περίπτωση θα το τραβούσα μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε, αλλά τώρα….
«Σε πείραξε που τη χώθηκα στο χίπη ή που σου είπα ότι μοιάζεις με τη Σνάιντερ;» ρώτησα.
«Και τα δυο…»
«Εντάξει –ας το πάμε από τα εύκολα… Θεωρώ ότι η Μαρία Σνάιντερ είναι μια από τις ομορφότερες γυναίκες που έχω δει στη ζωή μου…»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Άρα, μου έκανες κομπλιμέντο…»
«Όχι –είπα την αλήθεια….»
«Δε μοιάζω με καμία –εντάξει;»
«Δε μοιάζεις με καμία –πάμε παρακάτω…»
«Και δεν έχω ανάγκη υπεράσπισης…»
Έσβησα το τσιγάρο νευρικά.
«Άκου κάτι –από εκεί που έρχομαι, έχω συνηθίσει αλλιώς… Δεν είμαστε μόνοι, είμαστε παρέα…»
«Τι θα πει αυτό; Ότι μαζευόσαστε και πλακώνετε στο ξύλο όποιον πάει να πειράξει τις κοπέλες σας;»
«Όποιον πάει να μας πειράξει γενικώς. Όποιον μας κοιτάξει επίμονα. Όποιον μας μιλήσει χωρίς να θέλουμε. Οποιονδήποτε…»
«Και με ρώτησες εμένα αν θέλω να είναι έτσι;»
Σήκωσα το ποτήρι της μπύρας, ήταν άδειο –δεν είχα διάθεση να το ξαναγεμίσω.
«Όχι δε σε ρώτησα και ξέρεις γιατί; Επειδή ότι κι αν μου έλεγες εγώ πάλι το ίδιο θα έκανα».
«Άρα με γράφεις…»
«Σε γράφω επειδή σε υπερασπίζομαι;»
«Χωρίς τη θέλησή μου…»
«Χωρίς τη θέλησή σου –εντάξει. Άρα θα πρέπει να έρχεται ο κάθε παπάρας, να σου λέει μαλακίες κι εγώ να γελάω από δίπλα; Ή να κοιτάζω τριγύρω σε στυλ ωραίος καιρός σήμερα
Έσκυψε πάνω από το τραπέζι, τα μαλλιά της έπεσαν στα μάτια της, τα τίναξε πίσω και με κοίταξε.
«Τι θέλεις; Θέλεις να είμαστε μαζί;»
«Όχι –με έχεις εδώ με το ζόρι, επειδή κρατάς όμηρο το αδερφάκι μου», γέλασα.
«Απάντα κανονικά».
«Φυσικά και θέλω…»
«Τότε πρέπει να με καταλαβαίνεις…»
«Μόνο εγώ;»
«Τι θα πει αυτό;»
«Μόνο εγώ θα πρέπει να σε καταλαβαίνω;»
«Όταν αφορά την προσωπική μου ζωή –ναι».
«Είχα την εντύπωση ότι όταν κάποιοι είναι μαζί, η προσωπική ζωή είναι πληθυντικός…» είπα.
«Δεν πάει έτσι… Μπορούμε να είμαστε μαζί όσο κι εγώ μπορώ να είμαι μόνη μου. Δε θα γίνουμε ποτέ ένα πράγμα –αυτό είναι ισοπέδωση…»
«Μάλιστα…» μουρμούρισα σπρώχνοντας την πίτσα μακριά μου.
«Μάλιστα; Τι θα πει πάλι αυτό;»
«Μάλιστα ότι πείτε… Θα είμαστε μαζί κι ο καθένας μόνος του. Όταν έχεις όρεξη θα ρίχνεις σήμα να περνάω να πηδιόμαστε, όταν θέλεις παρέα θα με ειδοποιείς να πηγαίνουμε και καμιά βόλτα… Τα λέω καλά;»
«Όχι…»
«Εντάξει –πες τα εσύ τότε…»
«Δε βγαίνει άκρη», είπε θυμωμένα.
«Αυτό λέω κι εγώ…» έκανα όσο σηκωνόμουν. «Λοιπόν σου χρωστάω ένα κέρασμα μπύρες…»
Με κοίταζε καθώς έβαζα το στρατιωτικό μπουφάν μου κι εκείνη την ώρα διάλεξε η υπόλοιπη παρέα της να μπουκάρει στο μαγαζί. Ήρθαν στο τραπέζι μας όσο κοιταζόμασταν παγωμένα.
«Πού πας; Τώρα φεύγεις;» με ρώτησε μια από τις κοπέλες.
«Ναι –έτυχε κάτι…» μουρμούρισα.
«Πάμε έξω να σου πω…» είπε η Τζούλια και φόρεσε το μπουφάν της.
Βγήκε –την ακολούθησα. Πήγαμε στη μηχανή. Γύρισα να την κοιτάξω.
«Δε θ΄ ανέβεις;» με ρώτησε.
«Τι ήθελες να μου πεις;»
«Ανέβα…»
Ανέβηκα, αλλά δεν έβαλα μπροστά.
Ήρθε πίσω μου.
«Κάνε χώρο –δε χωράω», μου είπε.
Της έκανα χώρο, ανέβηκε πίσω μου.
«Άντε ξεκίνα…»
«Πού πάμε;»
«Σινεμά δεν είχαμε πει;»
Σήκωσα τους ώμους και ξεκίνησα τη μηχανή. Ο κινηματογράφος σώζει ζωές τελικά…

Φτάσαμε στην ΕΛΛΗ αμίλητοι, πάρκαρα, κατεβήκαμε –είχε ουρά στο ταμείο, στηθήκαμε χωρίς να ακουμπάνε ο ένας τον άλλο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά δηλαδή.
Στο πλάι της ουράς ήταν η Καρέζη με τον Καζάκο –εκείνος φόραγε ένα στρατιωτικό μπουφάν σαν το δικό μου, εκείνη ήταν ντυμένη γκράντε, εντελώς φαμ φατάλ. Τους χάζευα όσο περιμέναμε και, με κάποιο μυστήριο τρόπο, έμοιαζαν να μην πατάνε στη γη –αιωρούμενοι και χαμογελαστοί. Γύρισα στη Τζούλια, τους είχε δει κι αυτή αλλά δεν είπε τίποτα οπότε το άφησα να περάσει.
Πλήρωσα τα εισιτήρια και είπα τη μαλακία μου.
«Πατσίσαμε τις μπύρες νομίζω».
Εκείνη δεν με κοίταξε καν.

Μπήκαμε στο μπαρ του κινηματογράφου –είχαμε κάποια ώρα μέχρι ν΄ αρχίσει η ταινία.
«Παράτησες τους δικούς σου», παρατήρησα.
«Δεν είναι δικοί μου –φίλοι είναι», είπε.
«Ότι πεις…»
«Κόφτο- έτσι;»
Την κοίταξα –εκείνη προτίμησε να ασχοληθεί με τις αφίσες στους γύρω τοίχους.
«Τι πάει στραβά;» τη ρώτησα.
«Είσαι πολύ επεκτατικός, δε σέβεσαι τον προσωπικό μου χώρο».
«Απλά δεν τα πάω καλά με τα όρια», διευκρίνισα.
«Κοίτα –από τις εμπειρίες που έχω στο θέμα των σχέσεων… Ποτέ δεν πάει καλά όταν οι άνθρωποι κολλάνε ο ένας πάνω στον άλλο».
«Έχεις εμπειρίες ε;»
«Γιατί –εσύ δεν έχεις;»
Σηκώθηκα, πήγα στο μπαρ, πήρα δυο Στολίσναγια τόνικ, ξαναγύρισα δίπλα της.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε.
«Δοκίμασε –αν δεν σου αρέσει παίρνουμε κάτι άλλο…»
Ήπιε, της άρεσε μάλλον, άναψε τσιγάρο.
«Εντάξει;»
«Τι εντάξει;»
«Με το ποτό».
«Εντάξει».
«Αυτό ακριβώς… Δοκιμάζουμε κι αν δεν μας αρέσει, παίρνουμε κάτι άλλο…» συνόψισα.
Γέλασε ανόρεχτα.
«Υπήρχε λοιπόν κάποιος συμβολισμός στη βότκα…»
«Στολίσναγια –και ο συμβολισμός περιλάμβανε και το τόνικ», γέλασα με τη σειρά μου.
«Συνέχισε…» με παρότρυνε.
«Είπες για εμπειρία στις σχέσεις –εγώ δεν ξέρω τι είναι αυτό το πράγμα. Δεν έχεις καμιά σχέση με την όποια κοπέλα ήμουν πριν από σένα και δεν έχω σχέση με αυτούς που ήσουν πριν… Εμπειρία… Εδώ μηχανή αλλάζεις και ξεχνάς ότι ήξερες από την προηγούμενη αν δε θες να σαβουριαστείς…» σταμάτησα, δεν είχα κάτι άλλο να πω.
«Καλά λοιπόν… Ακόμα κι έτσι…»
«Δηλαδή;»
«Μόνος σου το είπες. Κάθε καινούργια σχέση δεν έχει σχέση με την προηγούμενη…»
Γελάσαμε και οι δυο με το αστειάκι.
«Άρα, θα πρέπει να με καταλάβεις και να φέρεσαι διαφορετικά απ΄ότι με τις προηγούμενες…» συνέχισε.
«Εκεί είχαμε μείνει στην πιτσαρία. Πρέπει να σε καταλάβω –εντάξει. Εσύ τι πρέπει να κάνεις;» της χώθηκα.
«Αρχίζει η ταινία…» είπε.
Τελειώσαμε τα ποτά μας και μπήκαμε στη μισοσκότεινη αίθουσα. Βολευτήκαμε, εκείνη αγκάλισε το μπράτσο μου και έριξε το κεφάλι της στον ώμο μου. Ήταν μια πολύ όμορφη ταινία –ένα παραμύθι που χρειαζόμασταν νομίζω…

Το βράδυ εκείνο κοιμήθηκα σπίτι της –μετά την ταινία περάσαμε από την πλατεία για κόψιμο κίνησης, εκείνη κολλημένη στην πλάτη μου καθώς μανουβράριζα τη μηχανή ανάμεσα σε παρκαρισμένους μπάτσους –μύριζε στάχτη και βερνίκι από αρβύλες ο αέρας.
«Όλα πεθαμένα ρε γαμώτο…» είχε ψιθυρίσει στο αυτί μου.
«Κι ο θάνατος μέσα στη ζωή είναι», είχα απαντήσει χαζά.
Το σεξ μεταξύ μας ήταν κάπως αλλιώτικο εκείνο το βράδυ –έμοιαζε με περπάτημα βαθειά μέσα στο δάσος, εκεί που κανένα πουλί δεν πετάει, κανένα ψάρι δεν κολυμπά, χανόμασταν και ξαναβρισκόμασταν για να χαθούμε πάλι και κάποια στιγμή εκείνη αναστέναξε κι εγώ την πήρα αγκαλιά- μετά μας πήρε ένας ύπνος και «μπορείς να πεις ότι αυτοί οι δρόμοι είναι ποτάμια, μπορείς να πεις ότι τα ποτάμια είναι δρόμοι, μπορεί να σκεφτείς ότι ονειρεύεσαι φίλε, αλλά κανένας ύπνος δεν πάει τόσο βαθειά»….

 Την ονειρεύτηκα γυμνή στην αγκαλιά μου και ξύπνησα και ήταν γυμνή στην αγκαλιά μου. Είχα σχέση τελικά…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στον Peter Hammill

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι