Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2017

10. «Decadenza»

Προηγούμενα:

Κάποια μέρα θα γίνετε σαν αυτούς που κοροϊδεύετε –μπορεί και χειρότεροι, σίγουρα χειρότεροι… Γιατί ο κόσμος προχωράει, η κοινωνία εξελίσσεται, ο χτεσινός χουντικός κλασομπανιέρας  που σε τραβάει από το μανίκι και τσιρίζει «μη μπλέξεις, μην είσαι χαζός, άσε τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα», όταν έρθετε εσείς στα πράγματα θα βάζει μόνος του το φίδι στην τρύπα και θα του κρατάει το κεφάλι απέξω για να δαγκώσει τα παιδιά του. Κι ο σημερινός κομματικός που σε φωνάζει μαύρη αντίδραση, οπορτούνα και μηδενιστή, αύριο θα είσαι εσύ αλλά δε θα φωνάζεις –θα κόβεις τη φωνή των δικών σου παιδιών γιατί, του κερατά, δεν θα είναι παρά ανεύθυνα κωλόπαιδα που μάθανε στην καλοπέραση.
Κάποια μέρα έτσι θα γίνετε και θα είσαστε περισσότερο σαπιοκοιλιάδες υπερτασικοί, κατακόκκινοι όχι στο κόμμα αλλά επειδή σκύψατε να δέσετε τα κορδόνια σας. Σκύψατε γενικώς.
Εγώ θα λείπω, δεν θα τα δω όλα αυτά γιατί θα πεθάνω πριν φτάσω τα 30 –όσο προλαβαίνω ακόμα να φτιάξω ένα όμορφο πτώμα.

Για την ώρα κοιμάμαι στο σπίτι του Αντώνη, βαριέμαι να τρέχω στο σπίτι των γέρων μου ξημερώματα –μου έχει βγάλει δεύτερο κλειδί ο δικός μου και τον προλαβαίνω αγουροξυπνημένο πριν πάει για δουλειά –πίνουμε καφέ, του λέω τι ωραία είναι η ζωή, μου ρίχνει κάμποσα γαμωσταυρίδια και κοπανάει την πόρτα πίσω του όσο εγώ σωριάζομαι όπου βρω. Ξυπνάω μεσημέρι και γίνομαι φοιτητής μέχρι να νυχτώσει οπότε παίρνω σβάρνα τους δρόμους –Εξάρχεια, Κυψέλη, Ομόνοια, Νέα Σμύρνη και πάλι πίσω…

Έχω γίνει μόνιμος στον ΠΗΓΑΣΟ, ο Ντάνυ πλέον με χαιρετάει εγκάρδια, «καλώς το παιδί, τα πιάσαμε τα λεφτά μας και σήμερα», ο ντιτζέι και κιθαρίστας των Cpt Neφος έχει πλέον όνομα, λέγεται Ντρενογιάννης, είναι και στο καλύτερο συγκρότημα που έχω δει στα πέριξ, τους Antitroppau Council, μαζί με το Τζαβάρα που τραγουδάει, οργώνουν όποια σκηνή πατήσουν –από τις μεγάλες της Γεωπονικής ή του υπογείου της ΑΣΟΕΕ μέχρι τις ανύπαρκτες σαν αυτή του ΠΗΓΑΣΟΥ. Είμαι φανατικός τους –πάω όπου πάνε, πάω κι όπου δεν πάνε –πάω παντού.  
Όταν ξημερώνει, πριν χωθώ στο σπίτι του Αντώνη, αράζω τη μηχανή στο αποξηραμένο παρκάκι δίπλα στο ΦΙΞ, την πέφτω στα παρτέρια και καπνίζω το τελευταίο-πρώτο τσιγάρο της μέρας, τότε το στομάχι μου διπλώνει από τον τρόμο –μπορεί να φταίει και το επίφοβο φως του αστεριού του Εωσφόρου που φέγγει όταν σβήνουν τα φώτα της πόλης, μαλακίες… Φταίει που έχω χάσει ακόμα μια νύχτα και γυρίζω μόνος, χωρίς εκείνη, κάποια εκείνη τέλος πάντων και το μόνο που με περιμένει είναι ένας μουρτζούφλης Αντώνης θυμωμένος με την ημέρα που ξεκινάει, με την κάθε ημέρα…

Ένα πρωί, σταμάτησα για κατούρημα στο Αιδοίο του Πάρεως, εκεί που παλιά ήταν το Γκριν Παρκ κι έπεσα πάνω σε κάποιο Άγγλο (μάλλον), σαραντάρη (ίσως) –φόραγε το πιο βρώμικο μπλουζάκι των Pink Floyd που έχω δει στη ζωή μου, ήταν και ξεχειλωμένο κι από κάτω περίσσευε μια κοιλιά ίσα με 100 μπύρες φαρδιά, πήγαινε βάρκα-γιαλό ο τύπος κι έπρεπε να τον αποφύγω ενώ συνέχιζα το κατούρημα, Επικίνδυνες Αποστολές μιλάμε… 
Με πέρασε ξυστά…
«Σάιν ον γιού κρέιζι ντάιμοντ», του φώναξα όσο κουμπωνόμουν.
«Άσσο φίλτρο», μου απάντησε και ξαναπλησίασε για τράκα.
«Να πας να σε κεράσει ο Γουότερς ρε φύκι», του ξηγήθηκα, κάπως χεσμένος καθότι με μεθυσμένο ποτέ δεν ξέρεις…
Καβάλησα στα γρήγορα τη μηχανή κι εκείνος φώναζε από πίσω μου «Ντίσκο σακς» και γέλαγε.
Έτσι λοιπόν καταλήγει η ηρωική γενιά του Μάη του ’68; Ζήτουλες; Εμείς δε θα τους μοιάσουμε –εμείς θα φύγουμε ντυμένοι για σαββατιάτικη έξοδο και με το μάτι άγριο γιατί ο κόσμος μας χρωστάει μα δεν θέλουμε, όχι να εισπράξουμε, αλλά ούτε να τους φτύσουμε. Εμείς, κάποιοι εμείς, τέλος πάντων…

Στη σχολή τα πράγματα πάνε μια χαρά χάλια. Οι Αυτόνομοι έχουμε πέσει σε αδράνεια –εντάξει όχι όλοι… Ο Μάκης τρέχει στα ΔουΣου και στα ΣουΣου, ο Παπ αποδιοργανώνει καταστάσεις, ο Πάρης επεξεργάζεται τις θέσεις μας –ποιες θέσεις μας; Τι είμαστε για να έχουμε θέσεις; Αστικά λεωφορεία;
Η Μαρία κυνηγάει τον Αντώνη όσο ο Αντώνης κυνηγάει τη φοιτητική ζωή και η Βιβή… Λοιπόν μάγκα μου, αυτή έχει γαμηθεί εντελώς. Βρήκε ένα φλώρο ονόματι Μάνο, πολύ όμορφο παιδί με φραντζούλα και πράσινο τζιν (αν έχεις το θεό σου ρε πούστη μου) και τον ερωτεύτηκε σφόδρα. Ο Μάνος την ερωτεύτηκε επίσης –ή έτσι λέει –γιατί ο τύπος είναι πιο κενός από σακουλάκι Φοφίκο σε σχολική αυλή. Αλλά του έκατσε γκόμενα μπάνικη, που διαθέτει και άποψη από πάνω κι έχει διαβάσει και δέκα πράγματα πέρα από τη Σούπερ Κατερίνα και τα βιβλία της Δέσμης –μαλάκας ήταν να την αφήσει; Κοπέλες σαν τη Βιβή δεν βρίσκονται εύκολα γι΄αυτό και πάνε χαμένες. Εύκολα.

Είναι πρωί για τους φοιτητές, δηλαδή περασμένες 12 το μεσημέρι κι έχω αράξει στο παγκάκι της πίσω αυλής, κάτω από το άγαλμα του Πάντου. Παίζει κάποιο μάθημα με το Φίλια –δεν τον πάω αλλά κάνει φοβερές παραδόσεις –ψήνομαι να παρακολουθήσω, δεν βλέπω και κανένα από τους δικούς μου… Βασικά είμαι εδώ μπας και βρεθεί κανένας γνωστός να μου κάνει το τραπέζι στο εστιατόριο της σχολής γιατί εγώ δεν παίρνω κουπόνια –είμαι γηγενής, κατάλαβες; Και λιάζομαι μαζί με βαριέμαι. Έχω μισοκλείσει τα μάτια λόγω ήλιου οπότε ακούω πρώτα τις φωνές και μετά βλέπω τα πρόσωπα.
«Όταν μιλάω να σωπαίνεις, εντάξει μαλακισμένη;»
Ανοίγω τα μάτια –βλέπω έναν τεταρτοετή Κνίτη πολύ λεβεντόπαιδο Αρίστος στυλάκι –με το γαλάζιο πουκάμισο ανοιχτό τρία κουμπιά, το παντελόνι το υφασμάτινο, λεπτή πιέτα και το ταλαιπωρημένο σκαρπίνι χρώματος απροσδιορίστου. Τον έχω κόψει από καιρό το μαλάκα –είναι τραμπούκος και φιγουρατζής. Ετοιμάζομαι να ξανακλείσω μάτι όταν βλέπω σε ποια μιλάει και είναι η Κασσάνδρα απέναντί του με σκυμμένο το κεφάλι –γαμώ το σύμπαν γαμώ…
Πετάγομαι χωρίς να σκεφτώ, τους πλευρίζω.
«Γιατί φωνάζεις ρε φίλε;» του χώνομαι.
Με κοιτάζει σα να είμαι κουνούπι μονόφτερο.
«Εσύ ποιος είσαι;» απορεί γνήσια.
«Αυτός που σε ρωτάει γιατί φωνάζεις, αυτός είμαι», μαγκώνω.
«Α πάενε από δω ρε…» μαγκώνει με τη σειρά του.
«Δε μιλάς καλά», παρατηρώ και γέρνω προς το μέρος του δήθεν να του ξεσκονίσω τα μανικετόκουμπα που δεν έχει.
Τσιμπάει, με σπρώχνει –αυτό περίμενα.
Του μουντάρω, χορεύουμε λίγο τσικ του τσικ, μαζεύεται κόσμος –κάτι Αγωνίτες μπαίνουν στη μέση και μας διακόπτουν –πού διάολο είναι οι δικοί μου όταν τους χρειάζομαι;
Ψάχνω για την Κασσάνδρα η οποία έχει απομακρυνθεί –βλέπω την πλάτη της.
«Θες να σε γαμήσω ρε κωλόπαιδο;» φουντώνει ο Κνίτης.
«Εσύ θέλεις;» απορώ.
«Θα σε γαμήσω ρε…» επαναλαμβάνει μπας και δεν το κατάλαβα.
«Βρες κάναν άλλον, εγώ δεν πάω με άντρες», του ξεκαθαρίζω.
Κάνει να μου ορμήσει ξανά –τον κρατάνε. Απομακρύνομαι –δε με ενδιαφέρει ο τύπος.

Πλησιάζω την Κασσάνδρα, της σκουντάω τον ώμο.
«Συγνώμη, μαλακία μου», λέω σιγά.
Δεν γυρίζει –και τότε καταλαβαίνω ότι κλαίει. Ψάχνω τον Κνίτη να του φάω τ΄ άντερα αλλά έχει φύγει.
«Μπορώ να κάνω κάτι;» ξαναρωτάω.
Γυρίζει, ρουφώντας τη μύτη της και φτιάχνει μισό χαμόγελο απ΄αυτά που σταματάνε λεωφορείο στην κατηφόρα.
«Εντάξει είμαι… Δεν έπρεπε να ανακατευτείς…»
«Είπα συγνώμη…» επαναλαμβάνω. «Απλά μου ήρθε κάπως όταν τον άκουσα…»
«Εγώ έφταιγα», λέει.
«Εσύ ε;» γελάω.
Με κοιτάζει όλο περιέργεια –δεν κλαίει πια.
«Πού είναι το αστείο;» ρωτάει.
Μαζεύομαι….
«Το αστείο είναι ότι δεν γίνεται να φταις εσύ…» ψιθυρίζω.
«Γιατί το λες αυτό; Και μάλιστα χωρίς να ξέρεις…»
Τι να της πεις τώρα;
 «Το λέω γιατί είσαι πολύ όμορφη για να φταις», μουρμουρίζω με σκυμμένο το κεφάλι.
Και αμέσως πέφτει ένα κόκκινο τού ηλιοβασιλέματος –κάτι περαστικά αυτοκίνητα στη Συγγρού παίζουν βιολιά με τις κόρνες τους γιατί τώρα μίλησα και δεν υπάρχει επιστροφή.
«Ευχαριστώ», ψιθυρίζει. «Το είχα ανάγκη…»
«Εντάξει», κουμπώνω λόγω αμηχανίας. «Τώρα να πηγαίνω –τα λέμε…»
Γυρίζω κιόλας πλάτη, έφτασα πολύ μακριά και θέλει κόπο να επιστρέψω στο καθημερινό μου τίποτα.
«Να σου πω…», μου λέει.
Κοντοστέκομαι. Γυρίζω κιόλας να την κοιτάξω.
«Έχεις να πας σε μάθημα;»
Έχω να πάω όπου θέλεις εσύ…
«Όχι –το εστιατόριο περίμενα ν΄ ανοίξει».
«Πώς τις τρως αυτές τις αηδίες;» γελάει με τη σειρά της.
«Με το στόμα –πώς αλλιώς;» απορώ.
Με ακουμπάει στον ώμο παιχνιδιάρικα.
«Έλα βρε χαζέ –πάμε σπίτι μου να σου κάνω το τραπέζι. Το αξίζεις…»
Μένω κόκκαλο να την κοιτάζω –τι είπε τώρα;

Κάπως έτσι βρισκόμαστε στη μηχανή, μένει Καλλιθέα και κάνω ρεκόρ αργοπορίας στη διαδρομή –πηγαίνω τόσο αργά που φοβάμαι μην πέσουμε λόγω ακινησίας –αλλά είναι τόσο όμορφο να την έχω πίσω μου και να κρατάει τα χέρια της δεμένα γύρω από τη μέση μου. Αναρωτιέμαι κιόλας –αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω την Κασσάνδρα, τι θα έλεγα… Λοιπόν, έχει κοντό μαλλί με φράντζες και καταπληκτικό σώμα –λίγο πιο κοντή από μένα, στήθος μπαζούκας που σε σημαδεύει, κάτι πόδια πιο μακριά από πλάνο του Αγγελόπουλου, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Μύτη γαλλική, χείλια σαρκώδη –ούτε εκεί… Τα μάτια της –τεράστια, βαθυπράσινα, όταν σε κοιτάζει εξατμίζεσαι ζεστός σαν υδρατμός –εκεί είναι το θέμα. Μάλλον…
«Εδώ», μου λέει στο αυτί και βιάζομαι να ανέβω πεζοδρόμιο γιατί είναι ικανός να ξεχαστώ και να την πάω μέχρι Σούνιο.
Μένει σε μια πολυκατοικία σχετικά καινούργια –τρίτο όροφο, διαμέρισμα διαμπερές, καμιά σχέση με τα ανήλιαγα ημιυπόγεια των υπολοίπων γνωστών μου. Και το σπίτι της είναι τακτοποιημένο, ντρέπεσαι να πατήσεις, άσε που μυρίζει όπως κι εκείνη –κάθομαι στον καναπέ στη μέση του κεντρικού δωματίου γιατί μου έχουν κοπεί τα γόνατα.
«Μακαρονάδα τρως;» ρωτάει χαμογελώντας όσο κρεμάει την τσάντα της δίπλα στην εξώπορτα.
«Τρώω..»
«Ε, τότε φτιάχνω», χαμογελάει. «Κάθισε εδώ, δεν θ΄ αργήσω».
Και χώνεται στη μικρή κουζίνα. Κάθομαι –βγάζω τις Καμήλες, πάω ν΄ ανάψω αλλά πετάγομαι επιτόπου. Πάω κι εγώ προς την κουζίνα βιαστικά.
Βλέπω την πλάτη της καθώς βάζει μια κατσαρόλα πάνω στο ηλεκτρικό μάτι, δε με έχει πάρει είδηση –γυρίζει προς το ντουλάπι δεξιά της και τότε με βλέπει, ξαφνιάζεται.
«Είπα… σκέφτηκα να σε βοηθήσω…» ψελλίζω.
Χαμογελάει μέχρι τ΄ αυτιά.
«Ναι ε; Λοιπόν εντάξει –θα τρίψεις ντομάτες για τη σάλτσα;»
«Να τις τρίψω… Πού να τις τρίψω;» κοιτάζω τριγύρω απορημένα.
«Κάτσε, θα σου δώσω εγώ», προθυμοποιείται.
Κάθομαι στο μικρό τραπέζι και μου φέρνει κάτι ντομάτες εντελώς ακατάλληλες για πέταμα σε αγώνα ποδοσφαίρου συν ένα τρίφτη πολλαπλών χρήσεων –ωραία, και τώρα τι κάνουμε;
Με παίρνει αμέσως χαμπάρι.
«Δε σου έχει μάθει η μαμά σου να μαγειρεύεις;» κοροϊδεύει.
«Δε μου έχει μάθει κανένας –τίποτα. Είμαι ανεπίδεκτος», το γυρίζω σε άποψη για να μην ξεφτιλιστούμε εντελώς.
Φέρνει κάτι σκατολοϊδια –μαϊντανούς, άνηθους, φασκόμηλα, αντίδια, αρχίδια –ούτε που ξέρω τι είναι όλα αυτά. Πιάνει κι ένα μικρό μαχαίρι, κάθεται δίπλα μου.
«Το μυστικό της καλής σάλτσας είναι το σκόρδο», μου λέει συνωμοτικά.
«Το σκόρδο ε;» κάνω σα χάχας. «Ας παραμείνει μυστικό τότε –εγώ δεν πρόκειται να το πω σε κανέναν».
Γελάει.
«Να το παραλείψουμε λες;»
«Ναι, καλύτερα…»
«Γιατί μπορεί και να πρέπει να φιλήσεις κάποια –δεν είναι σωστό να βρωμάς…» συνεχίζει.
Τι να της πεις τώρα;.
«Όχι δεν είναι εκεί το θέμα… Απλά το σκόρδο μού φέρνει κατάθλιψη», παραδέχομαι αμήχανα.
Με κοιτάζει –ψάχνει να δει αν της κάνω πλάκα. Την κοιτάζω, εντελώς σοβαρά.
«Άντε, τρίβε», μου λέει.
Και αφοσιώνεται στον τεμαχισμό των σκατολοϊδίων. Όσο εγώ τρίβω –δηλαδή για την ακρίβεια όσο καταστρέφω τις ντομάτες. Και χαζεύω τα δάχτυλά της, μακριά, λευκά –τα νύχια της βαμμένα κόκκινα…
«Γιατί δε μιλάς;» με ρωτάει.
«Όταν τρίβουν δε μιλάνε», απαντάω.
Γελάει. Εγώ πάλι όχι.
«Τελικά, μπορεί και σε είχα παρεξηγήσει», μου εκμυστηρεύεται στο εντελώς άσχετο.
Την κοιτάζω.
«Τι εννοείς;»
«Σε θεωρούσα κάπως αντιδραστικό και κρετίνο σαν τους άλλους…»
«Ποιους άλλους;»
«Αυτούς… την παρέα σου…»
Πάω να ξύσω το κεφάλι αμήχανα αλλά το μετανιώνω λόγω τοματοπολτού.
«Η παρέα μου είναι αντιδραστικοί και κρετίνοι δηλαδή;»
«Ε, δεν είναι;»
«Για να το λες…»
Με βλέπει ότι έχω μαγκώσει και αλλάζει λίγο ύφος.
«Δεν ξέρω κιόλας –έτσι δείχνετε… Όλο φιγούρα και λόγια χωρίς σκοπό…»
«Λόγια χωρίς σκοπό…» μουρμουρίζω. «Φταίει μάλλον η απέχθειά μας προς τη σκοπιμότητα...»
Σηκώνει τους ώμους.
«Να –αυτό ακριβώς εννοώ», λέει. «Αυτό που είπες ακούγεται όμορφο αλλά δε σημαίνει τίποτα».
«Για σένα», λέω με τη σειρά μου σηκώνοντας τους ώμους.
«Τι θα πει αυτό; Είμαι χαζή και δεν καταλαβαίνω;» θυμώνει κάπως.
«Χαζή δεν είσαι –γι΄αυτό δεν καταλαβαίνεις».
«Ωραία –εξήγησέ μου λοιπόν…»
Έχω τελειώσει με τη γενοκτονία των ντοματικών –σηκώνομαι, πλένω τα χέρια μου στο νεροχύτη.
«Καπνίζουμε;» ρωτάω.
«Εγώ όχι –εσύ αν θέλεις…»
Σηκώνομαι, φέρνω τα σύνεργα στο τραπέζι της κουζίνας –έτσι έχω χρόνο να σκεφτώ, αλλά δεν τον αξιοποιώ. Ξανακάθομαι δίπλα της.
«Λέω ότι είναι εύκολο να στρατεύεσαι κάτω από ένα σκοπό και έτσι να πιστεύεις ότι κάνεις κάτι… Όμως τότε αυτό που έχει σημασία είναι να πιστεύεις στο σκοπό κι εγώ δε βρίσκω τίποτα να πιστέψω. Ούτε εσύ, ούτε κανένας μας –απλά πρέπει κάτι να κάνουμε κι έτσι κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας με αγώνες και ιδανικά κι όποιον πάρει ο χάρος… Καλά κάνουμε, από το να είμαστε αδρανείς… Κάπου πηγαίνουμε –κι αυτός που έχει σκοπό κι αυτός που δεν έχει –σε τελική ανάλυση, δεν πρόκειται να φτάσουμε πουθενά, η διαδρομή μετράει, έτσι δε λένε; Ε, λοιπόν εγώ θέλω να κάνω τη διαδρομή ξέροντας ότι αυτό έχει αξία –όχι να γίνει η παγκόσμια επανάσταση που ποτέ δε γίνεται, όχι να αλλάξουμε τον κόσμο που δε θέλει ν΄ αλλάξει, αλλά να ξεκουνηθούμε, να γίνουμε καλύτεροι. Ή χειρότεροι… Να γίνουμε κάτι τέλος πάντων…» σταματάω κι αφοσιώνομαι στο τσιγάρο μου που καπνίζει από μόνο του.
Με κοιτάζει σκεφτική. Εγώ αποφεύγω…
«Αυτές οι κουβέντες γίνονται καλύτερα με γεμάτο στομάχι», λέει στο τέλος.

Κι έτσι φτιάχνουμε τη μακαρονάδα –εκείνη διευθύνει εγώ ακολουθώ –σε κάποια φάση σβήνει το μάτι, «δεν θα κολλήσουμε το μακαρόνι στον τοίχο να δούμε αν έγινε;» ρωτάω –γελάει.
Στρώνουμε τραπέζι στο κεντρικό δωμάτιο, θέλει να μάθει αν πίνω κρασί –της εξηγώ ότι πίνω αλλά όχι μόνος μου –φέρνει ένα γυάλινο μπουκάλι με κόκκινο κρασί, καθόμαστε ο ένας απέναντι στην άλλη, με σερβίρει –δεν κατεβαίνει μπουκιά. Το βλέπει.
«Τόσο χάλια τα έκανα;» απορεί.
«Όχι –είναι πολύ ωραία…»
«Τότε;»
«Τότε… Να σε ρωτήσω κάτι; Εσύ κι ο τύπος… δηλαδή τα έχετε σα να λέμε;» αλλάζω θέμα.
Γελάει πονηρά.
«Γιατί θες να μάθεις;»
«Επειδή…» χώνω μια μπουκιά στο στόμα, μασάω για κάνα δίμηνο χωρίς να καταπίνω.
«Επειδή;»
Παρατράβηξε το ζήτημα –καλό είναι να τελειώνουμε, να πέσει και η σχετική κρυάδα…
«Επειδή ρε συ Κασσάνδρα είσαι η πιο όμορφη κοπέλα που έχω δει στη ζωή μου –αν αυτό μετράει πουθενά… Και λέω ότι δεν αξίζει να χαραμίζεσαι με τον κάθε μαλάκα», αδειάζω το ποτήρι μου, ξαναγεμίζω με κρασί.
Με την άκρη του ματιού τη βλέπω να κατεβάζει το βλέμμα –κάτι ψάχνει στο βάθος του πιάτου της.
«Ευχαριστώ…» ψιθυρίζει.
«Αλλά;» χώνομαι.
«Τι αλλά
«Πάντα υπάρχει ένα αλλά…»
«Αλλά τον έχεις παρεξηγήσει…»
Γελάω.
«Ότι πεις…»
«Ας αλλάξουμε θέμα», μου ζητάει. «Για αυτά που έλεγες στην κουζίνα…»
Την κοιτάζω.
«Δεν έλεγα τίποτα στην κουζίνα –πώς σου ήρθε αυτό τώρα; Εσύ τραβιέσαι μ΄ ένα Κνίτη που φοράει γαλάζιο πουκαμισάκι και σκαρπίνι, αύριο θα γραφτείς και στο κόμμα, αν δεν είσαι ήδη, θα σταματήσεις να ξυρίζεις τις μασχάλες σου καθότι χειραφέτηση και θα σπρώχνεις τις μέρες σου από ΚΟΒα σε πορεία κι από αφισοκόλληση σε διανομή φυλλαδίων που κανένας δε διαβάζει… Και θα περιμένεις να γίνει ο κόσμος καλύτερος –στο μεταξύ μπορεί και να φας κάνα σκαμπίλι αλλά κάπου θα φταις κι εσύ, δεν τρέχει τίποτα… Αυτό έλεγα στην κουζίνα –κατάλαβες;»
Σπρώχνω το πιάτο, αρπάζω τις Καμήλες για βοήθεια. Αλλά το μετανιώνω –δεν μαζεύεται το πράγμα ούτε με 18 Καμήλες. Σηκώνομαι.
«Έφευγες;» τη ρωτάω. «’Αστο –καλύτερα να φύγω εγώ…»
«Κάτσε κάτω», μου λέει παγωμένα.
Κάθομαι.
«Άκου…» μου αρπάζει το πακέτο από το χέρι, ψαρεύει μια Καμήλα, την ανάβει, πνίγεται αλλά δεν τη σβήνει. «Τα λες πολύ όμορφα –τόσο όμορφα που ανέχομαι μέχρι και να με προσβάλεις χωρίς να σε πετάξω έξω. Τι κρίμα που όλα αυτά είναι σκέτες βλακείες… Αλήθεια, έτσι ρίχνετε κοπέλες εσείς οι ψαγμένοι; Οι αυτόνομοι, οι αναρχικοί… Για τέτοιοι δεν περνιέστε; Και μετά; Όταν θα φορέσετε τα πουκαμισάκια που κοροϊδεύεις και θα πληρώνετε τα μαλλιοκέφαλά σας για χειροποίητο σκαρπίνι –πάλι τα ίδια θα λέτε; Ή θα το γυρίσετε –πώς το λέει το τραγούδι; Ήταν μια τρέλα νεανική που τώρα έχει περάσει –κάπως έτσι ε; Και θα το παίζετε πολύπειροι –ότι όλα τα έχετε ζήσει, όλα τα έχετε δει –ματαιότης… Και πάλι θα ρίχνετε κοπελίτσες, δηλαδή μονά-ζυγά δικά σας, κάνω λάθος; Εγώ λοιπόν δεν θέλω ν΄ αλλάξω, ότι είμαι σήμερα θα είμαι πάντα. Και καλύτερα να είμαι έτοιμη, παρά να καταντήσω σαν κάτι άπλυτες ποιήτριες της συφοράς που παρακαλάνε για… άντε μη σου πω γιατί παρακαλάνε…»
Τώρα με κοιτάζει κατάματα, καπνίζει την Καμήλα χωρίς να πνίγεται και την κοιτάζω κι εγώ –ήταν τόσο φανερό από την αρχή, το έβλεπα αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Είναι μια γυναίκα από άλλο κόσμο κι εγώ δεν θέλω να πάω εκεί, ούτε αυτή να έρθει προς τα δω. Απορώ τι διάολο κάνω στο σπίτι της…
Και τότε νιώθω ότι το κεφάλι μου θα εκραγεί από τον πόνο, προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, κλείνω τα μάτια, αλλά το πράγμα χειροτερεύει γιατί μάλλον έχω καταπιεί κάποιο ζωντανό αρουραίο ο οποίος στριφογυρίζει στο στομάχι μου, με το ζόρι προλαβαίνω να σκύψω στο πλάι κι αρχίζω να ξερνάω στο πάτωμα, σε κάποια φάση μάλλον πέφτω από την καρέκλα γιατί βρίσκομαι γονατιστός μπροστά σε μια λίμνη από χολή στην οποία επιπλέον κάτι μακαρόνια.
Πετάγεται από την καρέκλα της, έρχεται πάνω μου –κάτι μου λέει, εντάξει καλά είμαι, πού έχεις καμιά σφουγγαρίστρα;
Με βοηθάει να σωριαστώ στον καναπέ και μένω εκεί να την ακούω που καθαρίζει –μάλιστα σιγοτραγουδάει κιόλας… Λοιπόν, νομίζω ότι από πριν φαινόταν, αλλά τώρα είναι ξεκάθαρο… Την έχω κατακτήσει πλήρως την κοπέλα…
Και βέβαια, είναι από εκείνες τις στιγμές που παρακαλάς να υπήρχε θεός και να σου άνοιγε μια τρύπα να σε καταπιεί –να γλιτώσεις. Κλείνω τα μάτια –ίσως αν κοιμόμουν λιγάκι…

Ξυπνάω όταν έξω έχει πάρει να σκοτεινιάζει –βλέπω αναμμένο το φως της κολώνας από το παράθυρό της, σκέτη θλίψη. Σηκώνω το κεφάλι, νιώθω βρώμικος και σακάτης, κοιτάζω τριγύρω αλλά δεν τη βλέπω πουθενά. Στήνομαι στα πόδια μου –νιώθω αμέσως καλύτερα, ο καναπές της αποδείχτηκε τελικά πολύ άβολος.
Η πόρτα του μπάνιου είναι ανοιχτή –χώνομαι μέσα, ρίχνω μισό τόνο νερό στα μούτρα μου, στρώνω υποτυπωδώς τα μαλλιά μου, ψαρεύω μια οδοντόκρεμα και τρίβω μπόλικη στα δόντια μου με το δάχτυλο, τότε μόνο τολμώ να κοιταχτώ στον καθρέφτη και απορώ με την τόλμη μου –χάλια ανεπανόρθωτα δείχνω.
Όταν βγαίνω τη βλέπω να με περιμένει –έχει ανάψει ένα πλαϊνό λαμπατέρ και πραγματικά την ευγνωμονώ για το ημίφως.
«Είσαι καλύτερα;» ρωτάει.
«Ναι ευχαριστώ… Και συγνώμη… Ειλικρινά…»
Χαμογελάει.
«Δεν τρέχει τίποτα…»
«Λοιπόν, να πηγαίνω…» λέω.
«Κάτσε κάτω», κάνει κοφτά.
Κάθομαι. Κι αμέσως ξανασηκώνομαι. Με κοιτάζει αυστηρά. Ξανακάθομαι.
«Να ρωτήσω τι έπαθες;» ρωτάει.
«Να ρωτήσεις, αλλά δεν ξέρω τι να σου απαντήσω…»
«Καλά…»
Σηκώνεται από τη θέση της κι έρχεται να καθίσει δίπλα μου. Περνάει το χέρι της από τα μαλλιά μου όσο εγώ κοιτάζω τις μύτες των παπουτσιών μου.
«Είσαι καλό παιδί, δεν θέλω να μαλώνουμε», μου λέει ψιθυριστά.
«Ναι –στα καλάθια δε χωράω…» χαμογελάω. «Συγνώμη για πριν –μαλακίες έλεγα…»
«Δεν ξέρω…»
«Εντάξει –δεν ξέρεις… Αλλά δεν έχει και καμιά σημασία….»
Το χέρι της σταματάει στον ώμο μου.
«Νύχτωσε», παρατηρεί κοιτάζοντας από το παράθυρο.
«Συμβαίνουν αυτά…» μπλαζάρω αχρείαστα.
«Αν δεν αισθάνεσαι καλά μπορείς να μείνεις…» προτείνει.
«Μια χαρά είμαι», ξεκαθαρίζω.
«Και πάλι μπορείς να μείνεις…» μουρμουρίζει κατεβάζοντας το κεφάλι.
Παίρνει και το χέρι της από τον ώμο μου. Το σκέφτομαι… Έτσι λοιπόν… Τόσα χρόνια ντυνόμουν στην τρίχα, φτιαχνόμουν, πούλαγα ένα σκασμό υφάκια -και για να ρίξω την ομορφότερη κοπέλα που έχω δει στη ζωή μου αρκούσε ένας εμετός…
Γελάω –με κοιτάζει με περιέργεια. Ξέρω πολύ καλά ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Και ξέρω ότι αν μείνω θα πηδηχτούμε και είμαι πολύ τυχερός που αυτή η κοπέλα θα κάτσει να την πηδήξω λόγω οίκτου, αλλά…
Γέρνω στη μεριά της, την τραβάω λίγο κοντά μου, τη φιλάω στο μάγουλο –νιώθω υπέροχα.
Σηκώνομαι.
«Κι εσύ είσαι καλό παιδί», λέω. «Να προσέχεις γιατί είσαι πολύτιμη κι ας μην το ξέρεις…»
Μαζεύω τα πράγματά μου, φοράω το μπουφάν μου, φτάνω στην πόρτα, γυρίζω και τη βλέπω να με κοιτάζει ανέκφραστη.
«Αν ποτέ με χρειαστείς…» ανοίγω την πόρτα κι εξαφανίζομαι πριν το μετανιώσω.
Αυτό ήταν. Και πολύ ήταν…

Οδηγώ τη μηχανή το ίδιο αργά με πριν –ίσως και πιο αργά, αν αυτό είναι δυνατό. Προσπαθώ να σκεφτώ αλλά το μυαλό μου έχει γίνει ζελές –τα χέρια μου, τα πόδια μου το ίδιο. Σταματάω έξω από τη σχολή –τώρα το εστιατόριο θα έχει ανοίξει για βράδυ. Περνάω την καγκελόπορτα, τα γόνατα κομμένα, τα χέρια ψόφια ψάρια –αν είναι να κάνω αυτό που σκέφτομαι πρέπει να συνέλθω. Άμεσα.
Κατεβαίνω τα σκαλιά, μπαίνω στο εστιατόριο –κόβω κίνηση. Οι δικοί μου κάνουν βαβούρα σ΄ένα τραπέζι στο βάθος, δεν τους θέλω τώρα, δεν τους χρειάζομαι. Ένας φλώρος με σκουντάει με το δίσκο του –μαγκώνω, τον κοιτάζω άγρια, κάνει να ζητήσει συγνώμη αλλά το μετανιώνει και φεύγει.
Κι εγώ βρίσκω αυτόν που έψαχνα. Σ΄ένα τραπέζι με κάτι νεοφερμένα Κνιτάκια πουλάει μούρη, αγορεύει όλο έπαρση. Πάω κατά πάνω του, φρενάρω στο μισό μέτρο. Με βλέπει, κουμπώνει.
«Τι θες ρε μουνί; Πας γυρεύοντας;» σφυρίζει.
«Έλα έξω», του λέω κοφτά.
«Άντε γαμήσου», γελάει.
«Έλα έξω», επαναλαμβάνω και παγώνει το αίμα μου καθώς ακούω τη φωνή μου.
Δεν είμαι καλά…

Στρίβω, πηγαίνω κατά έξω, σίγουρος ότι με ακολουθεί. Μέχρι να φτάσουμε στα παγκάκια δεν γυρνάω καν προς το μέρος του. Βγάζω τις Καμήλες.
«Κάνε τσιγάρο», του πασάρω.
«Τι θες τώρα δηλαδή;» απορεί.
«Ένα πράγμα…» λέω ήρεμα. «Αν την πειράξεις, αν της ξαναφωνάξεις… ψέματα… αν την ξαναδώ στεναχωρημένη, κι ας μη φταις εσύ –θα σου βγάλω τα μάτια και θα στα βάλω στον κώλο. Εντάξει;»
«Κάτσε καλά ρε σπόρε…» πάει να το παίξει.
«Εντάξει;» τον κόβω.
Με κοιτάζει –το σκέφτεται. Δεν περιμένω πολλά όμως κάτι έχω που τον φοβίζει και ξέρω τι είναι αυτό. Γιατί όλοι φοβούνται τους απελπισμένους.
Μου πετάει την Καμήλα –με βρίσκει στο στήθος, σπίθες στα ρούχα μου –δεν κουνάω ούτε βλέφαρο.
«Είσαι παλαβός ρε πούστη», λέει στο τέλος και κάνει να φύγει.
«Εντάξει;» επαναλαμβάνω παγωμένα.
Γυρίζει –χαμογελάει.
«Θα σε θυμάμαι όταν την πηδάω», λέει.
«Το καλό που σου θέλω», απαντάω.
Φεύγει βιαστικά και μένω να τον παρακολουθώ όσο κατεβαίνει τα σκαλιά. Ένας καργιόλης που η ζωή του φέρθηκε καλύτερα από όσο άξιζε. Έτσι πάνε αυτά…

Πρέπει να φύγω.


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Καλό του ταξίδι.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2017

9. «Τα αγόρια δεν κλαίνε»

Προηγούμενα:

Καπνίζουμε και κοιτάζουμε το ταβάνι περιμένοντας να μας ρίξει κανένα σοβά έμπνευσης. Απ΄ότι βλέπω –υπάρχει μια ρωγμή δίπλα το γύψινο του φωτιστικού κι επίσης ξημερώνει. Άσχημη ώρα… Η Λία δίπλα μου δεν ξέρω τι βλέπει, ούτε τι σκέφτεται.

Από τότε που φτάσαμε σπίτι της, δυάρι τρίτου ορόφου στην Κυψέλη, συνέβησαν τα εξής δραματικά: Αμηχανία, εκνευρισμός, άβολο πήδημα και εξηγούμαι…
Αμέσως μόλις μπήκαμε στο διαμέρισμα την είδα Τζέρυ Λιούις, έριχνα πράγματα από τα τραπεζάκια, κοπάναγα σε κλειστές πόρτες (κάποιος συμβολισμός εδώ σε σχέση με τη Λία, βλέπε παρακάτω), αναποδογύριζα παρατημένα ποτήρια με νερό –πολύ αστείος, πολύ γελοίος. Η Λία άλλαξε με το που έκλεισε η πόρτα πίσω μας. Νευρική, βιαστική –ένα στυλάκι άντε να τελειώνουμε, μια ψυχή που είναι να βγει… Με πήγε στο δωμάτιό της (πορτατίφ-άρρωστο μπλε φως κι ο Μπέλα Λουγκόζι να μας στέλνει χαιρετίσματα από το ημίφως), άρχισε να γδύνεται χωρίς να με κοιτάζει, έκανα το ίδιο –τι άλλο να ΄κανα δηλαδή;
Χωθήκαμε μετά κάτω από μια κουβέρτα κι άρχισα να τη χαϊδεύω σε στυλ ο Μικρός Εξερευνητής, εκείνη είχε γύρει το κεφάλι της στο πλάι –σε κάποια φάση μου είπε «μπες μέσα μου» κι αυτό ακριβώς έκανα. Η συνέχεια έμοιαζε με ταινία του Βέντερς –πολύ περπάτημα, καθόλου συναίσθημα. Η Λία είχε κλείσει τα μάτια, ανέπνεε βαριά κι αν δεν στριφογύριζε κάθε λίγο για να μην την ενοχλεί ο αγκώνας μου στα πλευρά ή να μην της πλακώνω το πόδι, θα πήγαινα στοίχημα ότι την είχε πάρει ο ύπνος. Σε κάποια φάση την ένιωσα να τεντώνεται απότομα, αλλά μπορεί και να ήθελε να ξεμουδιάσει. Κάπου αποδέχτηκα ότι δεν πήγαινε πουθενά το όλο θέμα, ξάπλωσα δίπλα της, εκείνη δεν αντέδρασε και της είπα ότι θα πήγαινα για ένα ντους.
Η προοπτική ήταν να τραβήξω κάποια μαλακία όπως μου είχαν πει οι έμπειροι ότι πρέπει να γίνεται σε παρόμοιες φάσεις αλλά όταν βρέθηκα μόνος με τη μπανιέρα κατάλαβα πως δεν υπήρχε τέτοια προοπτική. Πλύθηκα λοιπόν, έβγαλα από πάνω μου τον ιδρώτα της παλιοκουβέρτας και τη λέζα της εκλογοαπολογιστικής –επέστρεψα δίπλα της μυρωδάτος σαν κουφετάκι, μόνο για να τη δω να σηκώνεται και να πηγαίνει με τη σειρά της στο μπάνιο.
Έμεινα μόνος στο δωμάτιο, χάζεψα τη βιβλιοθήκη μελαμίνη που ήταν δίπλα στο κρεβάτι –όλα τα καλά παιδιά ήταν εκεί, ο Λύκος της Στέπας, ο Φύλακας της Σίκαλης, ο Ξένος κι ο Τζόζεφ Κ. Ένιωσα κάμποσο καλύτερα αλλά όχι καλά. Κι όταν επέστρεψε η Λία και ξάπλωσε δίπλα μου είχα την τάση να σηκωθώ και να το βάλω στα πόδια αλλά αντί γι΄αυτό έβγαλα δυο Καμήλες, τις άναψα και της πάσαρα τη μία με υφάκι πολύ Τζέσι Λούτζακ.
Εδώ είμαστε τώρα…

«Σε ποιο έτος είσαι;» τη ρωτάω ξεκάρφωτα –μπας και σπάσει ο πάγος.
«Τρίτο», λέει αόριστα και πάντως όχι σε μένα.
Πήδηξα μεγαλύτερη… Μαγκιά…. Αλλά ήταν αυτό πήδημα;
«Λες να είναι εντάξει οι υπόλοιποι;» κάνω δεύτερη προσπάθεια προσέγγισης.
Το σκέφτεται.
«Για το Βιτόφσκι εννοείς; Εντάξει –συνηθισμένα πράγματα… Όλοι αυτοί είναι Πατησιώτες και Χαλεπάδες. Παλιά ήταν ίδια παρέα, μετά χώρισαν. Πρώτα ήταν όλοι πάνκηδες, τώρα έχουν γίνει νιου γουέιβ και οι άλλοι έγιναν Όι…» λέει σιγά ψάχνοντας τασάκι να σβήσει το τσιγάρο της.
Τα ξέρω αυτά, τα έχω ξαναδεί. Το πανκ είναι ένα φίδι που τρώει την ουρά του τα τελευταία χρόνια και κάμποσοι που νιώσαμε τον κόσμο ανάποδα μετά τους Pistols, τους Clash κι όλα τα άλλα συγκροτήματα της πρώτης φουρνιάς, βρεθήκαμε πολύ απρόθυμοι να δεχτούμε ότι πανκ σημαίνει να κλωτσήσω το παλιό και να πάω παρακάτω. Πάντα ήταν ευκολότερο το να κλωτσάς από το να περπατάς –σκέψου το κι έτσι… Αφήσαμε πολλούς δικούς μας εκεί πέρα –άλλους σε φάση Punk and Disorderly κι άλλους στο Oi –χωρίσαμε όπως συμβαίνει μετά από κάθε καλό πάρτυ.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει.
Πετάγομαι. Την είχα ξεχάσει για λίγο.
«Σκέφτομαι αυτό… το μεταξύ μας…» λέω ψέματα.
«Δεν πιστεύω να σου μπαίνουν ιδέες για σχέσεις και τα τέτοια…» μου ρίχνει μια κατάψυξη.
«Όχι ρε συ –για τέτοια είμαστε τώρα;» το παίζω ψύχραιμος.
Και νιώθω ένα δάγκωμα κάπου εκεί στο ηλιακό πλέγμα γιατί είναι όμορφη ρε γαμώτο, τα μάτια της σε παίζουν άνετα πινγκ πονγκ μεταξύ ευτυχίας κι αυτοκτονίας –τι χρώμα έχουν; Σαν το μέλι που τρέχει σκούρο από την κηρύθρα κι εντάξει, έχει μικρό στήθος αλλά και τι μ΄αυτό; Πολύ όμορφη, ακόμα και μετά το πήδημα, ακόμα και με το φως της ημέρας –πάω στοίχημα…
«Εντάξει», λέει ήρεμα και γυρνάει στο αριστερό πλευρό της, τυλίγεται στο χέρι μου, χαλαρώνει.
«Νόμιζα πάντως…» αρχίζω ο κλασσικός ηλίθιος που πρέπει, υποχρεωτικά, να γαμάει κάθε φάση.
«Τι πράγμα;» μουρμουρίζει μισοκοιμισμένη.
«Ότι βαριόσουν προηγουμένως –γι΄αυτό το έκοψα…»
Γελάει παιχνιδιάρικα.
«Είσαι χαζός», λέει.
«Πες μου κάτι που δεν ξέρω», μουρμουρίζω βαριεστημένα.
Με φιλάει στο μάγουλο, το παίζω Βούδας γιατί δε θέλω να με περάσει για λιγούρη. Και μετά με φιλάει κανονικά –αυτή έφταιγε κύριε δικαστά –κι έτσι γυρίζω προς το μέρος της και μπαίνω στο κόλπο, πάμε κανονικά για δεύτερο γύρο, επαναληπτικό, πάλι εκτός έδρας αλλά τώρα ο προπονητής έχει διαβάσει τον αντίπαλο, η ομάδα δεν περνάει εύκολα τη σέντρα, αφήνει πρωτοβουλίες στους αντίπαλους επιθετικούς και προετοιμάζεται για ξαφνικές αντεπιθέσεις –φροντίζω να μη χαραμίσω τους αιφνιδιασμούς μου και το σύστημα αποδίδει, εντάξει, δε βλέπουμε μεγάλο παιχνίδι, το σκορ μένει σε χαμηλά επίπεδα αλλά κάποια στιγμή τη νιώθω να τινάζεται ανεξέλεγκτα, κοντεύει να με ρίξει στο πλάι, πράγμα δύσκολο βέβαια καθότι διαθέτουμε σέντερ φορ περιοχής, βαρύ κορμί που δεν πέφτει ούτε με φάουλ…
«Μπορείς να τελειώσεις μέσα μου, παίρνω χάπι», ψιθυρίζει.
Και βέβαια δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα από το «μπορείς»…

Πέφτουμε στα μαξιλάρια κάμποσο λαχανιασμένοι –τώρα το σκηνικό μοιάζει μ΄ αυτά που βλέπουμε στις ταινίες και νιώθω πολύ καλύτερα.
Με ξαναφιλάει στο μάγουλο, μου γυρνάει την πλάτη και ξεραίνεται επί τόπου –τι λες ρε παιδί μου; Δεν το κάνουν μόνο οι άντρες αυτό λοιπόν… Μένω ακίνητος, βουτηγμένος στο ζελέ της κούρασης –κοιμάμαι ξύπνιος όσο μια ταινία ξετυλίγεται κάπου στο βάθος. Ακούω την αναπνοή της, ρυθμική –αλλά μπορεί και να είναι η δική μου αναπνοή –τι σημασία έχει;

Πετάγομαι –δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει (πάντως όχι πολλή) –γιατί η κουβέρτα μου φέρνει φαγούρα και γενικώς δεν κοιμάμαι εύκολα σε ξένα σπίτια. Τώρα το ταβάνι είναι όλο δικό μου, μένω άγαλμα για να μην την ξυπνήσω και σκέφτομαι ότι τέτοια κορίτσια σαν τη Λία ποτέ δεν γίνονται δικά μας, μονίμως περνάνε από πάνω μας σαν αέρας καλοκαιρινής νύχτας –λίγη δροσιά και για τη συνέχεια ψήσου στην κόλαση, μαλάκα.
Θέλω να καπνίσω και νιώθω τα πόδια μου να μουδιάζουν από την ακινησία –σηκώνομαι με προφυλάξεις, εκείνη αναστενάζει μέσα στον ύπνο της, σίγουρα όχι για μένα.
Φοράω το τζιν και το φανελένιο μου πουκάμισο γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να βρω άλλα ρούχα εδώ μέσα. Βγαίνω από το δωμάτιό της στις μύτες –άραγε μένει κι άλλος σ΄αυτό το διαμέρισμα; Το κεντρικό δωμάτιο βλέπει σε τρεις πόρτες –η μια είναι της τουαλέτας, το ξέρω από χτες βράδυ. Οι άλλες δυο είναι κλειστές –ποια από τις δυο να είναι η κουζίνα; Γιατί αν δεν πιω έναν καφέ άμεσα θ΄αρχίσει να μου φταίει ο κόσμος όλος. Πλησιάζω την πρώτη πόρτα –στήνω αυτί, νέκρα… Πάω στην άλλη πόρτα…
Τότε ανοίγει η πόρτα της τουαλέτας και βγαίνει μια Νατάσα με μπουρνούζι και πετσέτα στο κεφάλι –σα διαφήμιση χρωμοσαμπουάν. Μένω κόκαλο –κοίτα να δεις που τώρα θα βγάλει την πετσέτα και θα τινάξει μαλλί στην κάμερα…
«Επ! Τι κάνεις εκεί;» ρωτάει ξαφνιασμένη.
«Ψάχνω την κουζίνα», μουρμουρίζω.
«Στο δωμάτιο της Λίας ήσουν;»
«Όχι –περαστικός. Αλλά άκουσα ότι φτιάχνετε καλό καφέ», ρίχνω την κρυάδα μου.
Χαμογελάει.
«Πάμε μέσα», λέει καθώς με προσπερνάει και ανοίγει την πόρτα στην οποία ετοιμαζόμουν να στήσω αυτί.

Τραβάω μια καρέκλα δίπλα στο μικρό τραπέζι όσο εκείνη ζεσταίνει νερό.
«Έναν καφέ τον χρειαζόμαστε», συμπεραίνει.
Το μπουρνούζι έχει ανοίξει λίγο –προσπαθώ να κοιτάξω χωρίς να καρφωθώ.
«Θα προσέχεις το νερό μέχρι να φορέσω κάτι;» μου ζητάει και φεύγει στα γρήγορα.
Να το προσέχω –αλλά το νερό ήδη κοχλάζει και η Νατάσα πουθενά, βρίσκω τα σύνεργα φτιάχνω ένα νες σκέτο για πάρτη μου, εκείνη πώς σκατά να τον πίνει; Και τότε ανακαλύπτω ότι έχω αφήσει τα τσιγάρα στο δωμάτιο της Λίας –βλαστημάω, ξαναπηγαίνω χοροπηδώντας σαν ακρίδα, βουτάω και τις κάλτσες μου να τις φορέσω γιατί πολύ κρύο το πλακάκι αδερφέ μου…
Όταν επιστρέφω η Νατάσα έχει φτιάξει ήδη τον καφέ της, φοράει κάτι πυτζάμες με γατάκια και μπορώ τώρα να τη χαζέψω με την ησυχία μου. Καλή είναι, αλλά προτιμώ τη Λία. Όχι δηλαδή ότι αν μου την έπεφτε αυτή θα με ενοχλούσε –αλλά λέμε τώρα…
«Δε μ΄ έχει συνηθίσει η Λία να κοιμάται με ξένους στο σπίτι», λέει καθώς τραβάει ένα τσιγάρο από το πακέτο της και κάθεται δίπλα μου.
Ανασηκώνω φρύδι με ύφος –ω, μα ήμουν ο πρώτος της λοιπόν; Το πιάνει.
«Όχι –δεν εννοώ ότι δεν έχει ξαναφέρει κάποιον για πήδημα –αλλά τους διώχνει πριν ξημερώσει».
«Κι αν πηδηχτούν ξημερώματα;» απορώ.
«Και πάλι τον διώχνει πριν του φέξει», μου λέει πονηρά.
«Εντάξει –μάλλον την πήρε ο ύπνος πριν προλάβει να με διώξει», κάνω μαγκωμένα. «Πίνω τον καφέ και έφυγα».
«Όχι –δεν το είπα γι΄αυτό…» διαμαρτύρεται.
Χέσε μας ρε Νατάσα… Με πέταξες σε μια γκόμενα που βαριέται τη ζωή της –άσε μην τ΄ ακούσεις εσύ πρωινιάτικα…
«Εσύ τώρα γύρισες;» γυρίζω την κουβέντα.
«Ναι –πριν λίγο…»
«Τι έγινε στο μαγαζί;»
«Στο μαγαζί –όλα καλά. Τους πήγαν σηκωτούς μέχρι δυο τετράγωνα παρακάτω και μετά τους άφησαν».
«Τι θέμα είχαν με το δικό σας;»
Τραβάει κοντά της τσάντα της, βγάζει ένα λεπτό στριφτό πονηρό, το ανάβει καλά πριν με κεράσει. Γαμηθήκαμε πρωινιάτικα –θα κάνω ένα κεφάλι πιο βαρύ κι από τριαξονική νταλίκα. Αλλά όταν σου προσφέρουν δεν αρνείσαι –είναι αγένεια…
«Μην τα ψάχνεις τώρα», χαμογελάει.
Δεν τα ψάχνω –τι με νοιάζει στην τελική;
«Κι εσείς εδώ… πώς την έχετε δει; Δυο κορίτσια μόνα παρασέρνουν ανυποψίαστους θαμώνες του Πήγασου;» καλαμπουρίζω.
Γελάει.
«Πρώτη φορά πήγαμε Πήγασο –συχνάζουμε στην Αποθήκη, εδώ παρακάτω…»
Δεν το έχω ακουστά το μαγαζί.
«Λαϊβάδικο;»
«Ναι».
«Ποιοι παίζουν;»
«Villa, Yell-o, South, Metro…»
Παράδεισος…
«Ωραία…» λέω για να πω κάτι.
Πίνουμε καφέ, καπνίζουμε το λιβάνι –τελικά δεν μου βάρυνε το κεφάλι, μάλλον το αντίθετο –σαχλαμαρίζουμε απαντώντας ο ένας στην άλλη χωρίς να ακούμε τι λέμε, έχω μια κούραση που με σκεπάζει όλο και περισσότερο –φοβάμαι ότι θα κουτουλήσω στο τραπέζι και θα ξυπνήσω μεθαύριο.
Τότε μπαίνει στην κουζίνα η Λία. Παθαίνω ταχυπαλμία συν εφίδρωση γιατί είχα δίκιο –είναι όμορφη και στο φως της μέρας.
«Εδώ είσαι;» ρωτάει ανέκφραστα.
«Έφευγα…» ψελλίζω.
Δεν βλέπω να ταράζεται και ιδιαίτερα. Πάει μέχρι το νεροχύτη, φτιάχνει τον καφέ της, έρχεται να καθίσει δίπλα στη Νατάσα –αλλά μακριά από μένα.
Πέφτει μουγκαμάρα.
«Τι πάθατε οι δυο σας; Τσακωμένοι είσαστε;» απορεί η Νατάσα.
«Όχι, δε νομίζω…» απαντάω.
Την κοιτάζω, κάτι έχει χάσει μέσα στην κούπα του καφέ της και ψάχνει να το βρει.
«Λοιπόν… να πηγαίνω», σηκώνομαι αργά.
«Κάτσε –τι έπαθες; Μύγα σε τσίμπησε;» λέει η Νατάσα.
«Έχουμε εκλογές στη σχολή σήμερα και πρέπει να πάω…» θυμάμαι ξαφνικά.
«Α ναι –κι εμείς στη δικιά μας αλλά δεν πάμε ποτέ», λέει η Νατάσα.
Η Λία δε λέει τίποτα.

Χώνομαι στο δωμάτιό της, μαζεύω τα ρούχα μου, ετοιμάζομαι. Κοιτάζω συνέχεια προς την πόρτα –μπας και την ανοίξει και μπει, αλλά τίποτα δε γίνεται. Ξαναπάω στην κουζίνα σε αργή κίνηση, μαζεύω τις Καμήλες και τον ζίπο.
«Λοιπόν –τα λέμε… γενικά», μουρμουρίζω.
«Εντάξει, γεια», λέει η Νατάσα.
«Γεια», λέει και η Λία.
Χωρίς εντάξει…

Έξω στο δρόμο έχει πάρει να μεσημεριάζει για τα καλά, ένας πούστης ήλιος μού τρυπάει το κρανίο –ανεβαίνω στη μηχανή πιο άδειος κι από λευκό ψηφοδέλτιο. Χάνομαι στους δρόμους με τα νησιά, νιώθω σα φεριμπότ «Σύρος-Τήνος-Μύκονος-Αλόννησος». Βγαίνω από τη συνοικία, καρφωτός στην Πατησίων κι όλα μοιάζουν τόσο παλιά –έχουν περάσει χρόνια από τότε που άκουγα την αναπνοή της δίπλα μου, ή ίσως και τη δική μου αναπνοή, όσο εκείνη βάραινε το μπράτσο μου και τελικά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Ξέχνα ότι σε ξέχασε –έτσι δεν πάει;

Η σχολή βουίζει -κανονικό μηχάνημα που φτιάχνει ποπ κορν στα σινεμά –Κνίτες τσακώνονται με Πασπίτες για τραπεζάκια-αφίσες-σκατά, Αγωνίτες αγωνίζονται να σαγηνεύσουν ψηφοφόρους, Δαπίτες κάνουν πασαρέλα και οι δικοί μου λιάζονται, ίδια φίδια που αλλάζουν δέρμα. Παρκάρω απέξω γιατί στο προαύλιο δεν έχει χώρο ούτε για να φτύσεις, περπατάω αργά, τα πόδια μου εκτελούν με χρονοκαθυστέρηση. Εντοπίζω τη Βιβή να χειρονομεί σε μια παρέα με Αλέκα, Πάρη, Μάκη, Μαρία και αλλάζω κατεύθυνση –δε γουστάρω να τους δω τώρα.
Ο Κύπριος έχει χυθεί σ΄ένα παγκάκι μαζί με το Χωρικό και είναι κατουρημένοι στα γέλια –εκεί θα πάω.
Ξεκινάω και στα δυο βήματα κοντοστέκομαι γιατί έχει πάρει το μάτι μου την Κασσάνδρα να μιλάει με τον Μπήκωφ και το Γιάννη, τους αρχικνίτες. Την έχουν πλευρίσει, τους τρέχουν τα σάλια –κομματικό καμάκι κι έτσι. Ο Μπήκωφ (Μπήκας δηλαδή αλλά το έχουμε αλλάξει επί το σταλινικότερον) έχει χώσει τη μουτράκλα του στα πέντε εκατοστά από το μάγουλό της, έχει απλωθεί, δουλεύει σπάτουλα στους ώμους της, σε λίγο θα της πιάσει και τον κώλο ο καργιόλης…
Τώρα είμαι σε φάση πολύ άνετη, έχω πηδήξει, έχω καπνίσει το τσιγάρο μου, βάλε και την κούραση με τη χυλόπιτα που με έχουν μετατρέψει σε Θλιμμένο Μπούφο –τους πλησιάζω.
Πρώτα με βλέπει ο Γιάννης -βιάζεται να μου κόψει επαφή με το θύμα.
«Πώς πάει ρε μάγκες;» ρωτάω στο αδιάφορο.
«Καλά», λέει ο Μπήκωφ και ξαναπέφτει στην Κασσάνδρα.
Εκείνη με βλέπει, με θυμάται, μου χαμογελάει –ανταποδίδω.
«Όλα καλά Κασσάνδρα;» επιμένω.
«Καλά», λέει άνευρα.
«Πάντα καλά…» εύχομαι όσο τραμπαλίζομαι από το δεξί στο αριστερό παπούτσι.
Αρχίζουν να εκνευρίζονται περιμένοντας να φύγω. Δεν πρόκειται…
Ο Χωρικός μας παίρνει γραμμή κι έρχεται τρέχοντας –μάλλον πιστεύει ότι θα γίνει κάποιος τσαμπουκάς με τους Κνίτες. Ο Κύπριος φεύγει επιφυλακτικά από την άλλη πλευρά για να τους βάλουν στη μέση.
«Τι έγινε; Εδώ κάνουν εγγραφές για τα Σοβιέτ;» φωνάζει ο Χωρικός.
«Άντε ρε αρχίδι», χάνει την ψυχραιμία του ο Γιάννης.
«Πρόσεχε πώς του μιλάς. Χάνεις ψηφοφόρους», τον προειδοποιώ.
«Σιγά μη μας ψήφιζε…» λέει ο Μπήκωφ που για να πιάσει αστείο πρέπει να του το αναλύσεις διαλεκτικά.
«Το κορίτσι μαζί σας είναι;» συνεχίζει ο Χωρικός δείχνοντας την Κασσάνδρα.
Εντάξει –θα γίνει της κόφας…
«Ναι –μαζί τους είμαι», απαντάει ξερά η Κασσάνδρα.
Παγώνω –κι ο Χωρικός το ίδιο. Τι έγινε τώρα;
Στο μεταξύ ο Κύπριος που δεν έχει καταλάβει, ορμάει φωνάζοντας «Ζήτω στην επανάστασην» αλλά φρενάρει στα δυο μέτρα γιατί όλοι τον κοιτάζουμε σαν εξωγήινο.
«Τα λέμε στην καταμέτρηση», μουγκρίζω και τους γυρίζω την πλάτη.
«Απόψε θα σας σβήσουμε», τους χώνεται ο Χωρικός και με προφταίνει.
Ο Κύπριος ξύνει το κεφάλι του μπας και κατεβάσει καμιά ιδέα, αλλά τελικά οι Κνίτες παίρνουν την Κασσάνδρα και φεύγουν καμαρωτοί.

«Τι έγινε τώρα;» αναρωτιέται ο Χωρικός.
«Μας έφαγαν την κοπέλα οι Κνίτες μαλάκα μου», διαπιστώνω.
«Όχι ρε…» διαμαρτύρεται.
Ναι ρε… Ακόμα και οι Κνίτες φαίνονται πιο σοβαροί από εμάς, ή λιγότερο επίφοβοι –πες καλύτερα: λιγότερο μαλάκες. Έτσι πάει…

Μ΄ όλα αυτά δεν έχω πάει να ψηφίσω, άσε που δεν έχω και καμιά όρεξη. Φταίει ο Μάκης, δεν μπορώ να δεχτώ ότι αυτός ο παπάρας κατεβαίνει μαζί μας. Μπαίνω στη σχολή, ο κόσμος είναι λιγότερος εκεί μέσα, πλησιάζω το Αμφιθέατρο και πέφτω πάνω στον Αντώνη.
«Δικέ μου –πού ήσουνα εσύ;» γελάει όσο μου ρίχνει ένα κεφαλοκλείδωμα.
«Σιγά ρε πούστη…» διαμαρτύρομαι, γιατί είμαι βαμβακερός αυτές τις ώρες κι αν με τραβήξεις ξεχειλώνω.
«Μεγαλεία όμως… Σε ψήφισα. Πάμε για μπύρες;» τα ρίχνει όλα μονοκοπανιά.
«Τι έκανες;»
«Σε ψήφισα, πάμε για μπύρες;»
«Πού με ψήφισες;»
«Καλά με δουλεύεις φιλαράκι; Στο ψηφοδέλτιο των Αυτόνομων. Γιατί –κατέβηκες και μ΄ άλλους;»
Τι λέει τώρα ο κρετίνος;
Το σπρώχνω πέρα, μπαίνω στο αμφιθέατρο, μου δίνουν το μάτσο με τα ψηφοδέλτια, χώνομαι στο παραβάν και με βρίσκω να φιγουράρω σε αλφαβητική σειρά –παρέα με Παπ, Μάκη, Βιβή, Πάρη και κάμποσους άλλους. Πετάω τα ψηφοδέλτια στο καλάθι, βγαίνω έξω –ο τύπος στην κάλπη μού φωνάζει, δεν τον ακούω.
«Άντε στο Βαστάζο κι έφτασα», φωνάζω στον Αντώνη καθώς τον προσπερνάω.

Αλωνίζω την αυλή, δε βρίσκω κανέναν –κατεβαίνω στο εστιατόριο αλλά είναι κλειστό. Απέναντι στου Βαστάζου είναι όλοι μαζεμένοι –μαζί τους έχει βολευτεί κι ο Αντώνης. Τρία τραπέζια κολλημένα –ξεχωρίζω τον Παπ, τον βουτάω και πάμε παραδίπλα.
«Γιατί ρε μαλάκα;»
Με κοιτάζει μπερδεμένος.
«Γιατί με έβαλες στο ψηφοδέλτιο;»
Γελάει.
«Μπήκαμε όσοι μπορούσαμε για να κάνουμε μπούγιο».
Τον αφήνω, κάνω δυο βήματα πίσω.
«Μπούγιο ε; Αυτό ήταν που θα ερχόμασταν ατομικά κι όχι μαζικά σαν πρόβατα;»
Με κοιτάζει –συννεφιάζει κάπως.
«Δεν είναι έτσι τα πράγματα…»
«Και πώς είναι δηλαδή; Βάζουμε μέσα τον κάθε Μάκη για να μη μας πουν ελιτίστες, βάζουμε κόσμο στο ψηφοδέλτιο για να δείχνουμε πολλοί –στο τέλος θα κατεβάσουμε και τα σώβρακα στους καθηγητές για να μας περνάνε τα μαθήματα σαν τους Κνίτες;»
Ο Παπ με κοιτάζει και μετά σταματάει να με κοιτάζει –γίνεται απόμακρος.
«Κάπου θα πρέπει να παίζουμε και με τους κανόνες», λέει.
«Πού το διάβασες αυτό ρε μάγκα; Γιατί εγώ νόμιζα ότι τα μέσα αγιάζουν το σκοπό –είμαι λάθος;»
Δε λέει τίποτα –τον βλέπω ότι θέλει να τελειώνει η υπόθεση, του γυρίζω την πλάτη. Πηγαίνει προς το τραπέζι με τους δικούς μας, δεν έχω καμιά όρεξη να τον ακολουθήσω αλλά είναι ο Αντώνης… Τον ακολουθώ λοιπόν, σωριάζομαι σε μια καρέκλα, ψαρεύω ένα καθαρό ποτήρι και μοιράζομαι μπύρα –το στομάχι μου εκλιπαρεί για έλεος.
Βλέπω τον Αντώνη να έχει απλωθεί κατά Μαρία μεριά και λάμπει το μούτρο του γιατί η Μαρία ανταποκρίνεται εμμέσως πλην σαφώς. Εντάξει –κάποιος κάνει κάτι, δεν είμαστε όλοι στην απόρριψη και την απογοήτευση…
«Εσύ κάτι έχεις», με κόβει η Βιβή.
«Νεύρα», λέω.
«Είναι εκείνες οι μέρες του μήνα…» φιλοσοφεί ο Πάρης.
«Είναι κάθε μέρα του κάθε μήνα», μουγκρίζω.
«Συνάδελφοι –νομίζω ότι αν είχαμε κι άλλο χρόνο θα εξασφαλίζαμε καλύτερο αποτέλεσμα, αυτό θα πρέπει να αποτελέσει τροφή για σκέψη σε σχέση με τις μελλοντικές μας δράσεις», αγορεύει ο Μάκης.
«Ποιο αποτέλεσμα;» απορώ.
«Στις εκλογές αναφέρομαι», μου εξηγεί ο Μάκης.
«Βγήκαν τα αποτελέσματα;»
«Εντάξει –μπορεί κανένας να προδικάσει αν διαβάσει σωστά τις ενδείξεις…»
«Θα πάψεις ή θα πάθω αιμόπτυση;» του χώνεται η Βιβή.
Ο Παπ κοιτάζει τα ανύπαρκτα περιστέρια που ερωτεύονται σκαρφαλωμένα στα μαύρα καλώδια της ΔΕΗ.

«Τι κάνουμε μέχρι ν΄ αρχίσει η καταμέτρηση;» ρωτάει η Μαρία.
«Πάμε για κάνα φαγητό;» προτείνει ο Αντώνης.
«Έχει κλείσει το εστιατόριο», λέει ο Πάρης.
«Άμα βάζετε τα υλικά, βάζω τα κουζινικά», ξαναπροτείνει ο Αντώνης.
Μένει δυο τετράγωνα από τη σχολή –γιατί όχι;

Μαζευόμαστε στο σπίτι του -Βιβή, Μαρία, Πάρης, Μάκης και εγώ τελευταίος. Ισόγειο με θέα τον παράδρομο, οι κουρτίνες ξεχασμένες όπως και τα παραθυρόφυλλα –όσο οι υπόλοιποι τρέχουν μεταξύ κουζίνας, μανάβικου και κρεοπωλείου εγώ βρίσκω λίγο χώρο να καταρρεύσω δίπλα στο ημίδιπλο κρεβάτι του, πάνω σε μια φλοκάτη, και να ξεραθώ ακαριαία. Κατάσταση λιποθυμίας, χωρίς όνειρα –κάποιος με σκουντάει, κάποιος κοροϊδεύει, στ΄ αρχίδια μου, θέλω να μείνω στο βυθό της λίμνης παρέα με τα σαπρόφυτα.
«Ξύπνα μανάρι μου, το φαγητό είναι έτοιμο», ακούγεται από τα μεγάφωνα και είναι η Βιβή που με κλωτσάει με το μποτάκι της.
Ξυπνάω –μπορώ να κάνω διαφορετικά;

Στο διπλανό δωμάτιο ο κόσμος τρώει καθισμένος ανακούρκουδα σε στυλ γιόγκι –πάω μέχρι την κουζίνα, σερβίρομαι ένα πιάτο πατάτες με κρέας, κάθομαι, τρώω, δεν δίνω σημασία…
«Ωραίο το έχεις κάνει», λέει η Μαρία στον Αντώνη και μάλλον εννοεί το δωμάτιο.
Κοιτάζω τριγύρω κι αυτό που βλέπω με πείθει ότι η κοπέλα έχει πάθει τύφλωση λόγω καψούρας.
«Έχεις τα χάλια σου», μου λέει ο Πάρης.
Πες κάτι που δεν ξέραμε…

Ο Μάκης την πέφτει ασύστολα στη Βιβή η οποία είναι έτοιμη να τραβήξει στιλέτο –τους χαζεύω και θα γέλαγα αν μπορούσα να ορίσω το στόμα μου.
«Ένα κορίτσι σαν εσένα πώς και δεν έχει σχέση;» λέει ο Μάκης.
«Έχω σχέση…» απαντάει εκείνη.
«Τι σχέση;»
«Τη χειρότερη. Με τους πάντες και τα πάντα», τον γειώνει η Βιβή.
Ο Πάρης από την πλευρά του κάνει ότι δε βλέπει το ενδιαφέρον της Μαρίας για τον Αντώνη και προωθείται.
«Έχω ένα πιάσιμο στην πλάτη, μπορείς με τρίψεις λίγο;» την κοιτάζει λιγωμένα.
«Δεν ξέρω να τρίβω», λέει η Μαρία.
«Να σε τρίψω εγώ;» χώνεται ο Αντώνης.
«Άσε –να μου λείπει…» τρομάζει ο Πάρης.
«Θα πάμε στην καταμέτρηση;» χώνομαι γιατί η κατάσταση δε μου αρέσει καθόλου.

Φτάνουμε από τους τελευταίους –στη μεγάλη αίθουσα του καινούργιου κτιρίου όλες οι θέσεις είναι πιασμένες, βολευόμαστε στη γαλαρία, δίπλα στους δικούς μας. Ένα ξέφτιλο προεδρείο ανοίγει τις κάλπες κι αρχίζει να απαγγέλλει. Βγαίνουν οι πρώτες ψήφοι, ΠΣΚ, ΠΣΚ, ΠΑΣΠ, ΠΣΚ, Αγώνας, ΠΣΚ…
Όταν αναγγέλλεται η πρώτη ψήφος στους Αυτόνομους γιουχάρουμε όλοι μαζί –έτσι είναι το έθιμο. Εγώ πάντως γιουχάρω με όλη μου την ψυχή.
Στο καπάκι γινόμαστε γήπεδο –αρχίζουν τα συνθήματα και το κοροϊδιλίκι. Οι Πασόκοι με τους Κνίτες είναι έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια –κουμπώνω, ετοιμάζομαι, αλλά τίποτα δε γίνεται.
Έχω σκεβρώσει εκεί μέσα, η κάπνα και η βαβούρα μου διαλύουν το κεφάλι –σηκώνομαι, σπρώχνω, η Βιβή με αγριοκοιτάζει, ο Αντώνης τραβάει τη Μαρία προς το μέρος του για να μου κάνουν χώρο –βγαίνω έξω στον τεράστιο προθάλαμο. Θέλω να καπνίσω αλλά ο λαιμός μου έχει διαφορετική άποψη, πάω και σωριάζομαι κάτω από ένα ταμπλό με μισοσκισμένες αφίσες, πρέπει να φύγω από εδώ πέρα, δεν ξέρω τι θέλω να κάνω και δεν θέλω να κάνω τίποτα… Κάπου έχω ένα σπίτι και κάτι γέρους που θα με περιμένουν, να με ξυπνήσουν νωρίς το πρωί, γιατί οι καλοί άνθρωποι ξυπνάνε νωρίς και να μου φτιάξουν έναν καφέ νερόπλυμα που θα μου τον βγάλουν από τη μύτη με τη μουρμούρα τους –αλλά εκεί θέλω να πάω.  Να μην είμαι πια στο δρόμο, να μη με περνάνε για μαλάκα οι ιδεολόγοι, να βρω ίσως και μια γκόμενα που θα τη γουστάρω και θα με γουστάρει και θα είμαστε συνέχεια μαζί –δηλαδή τόσο δύσκολο είναι;

Η Βιβή σωριάζεται δίπλα μου σαν άδειο σακί –με σκουντάει κιόλας για να επανέλθω.
«Τι τρέχει με σένα ρε μαλακισμένο;» ρωτάει γεμάτη ανθρώπινο ενδιαφέρον.
«Δε γουστάρω –αυτό τρέχει…» μουρμουρίζω.
«Τι δε γουστάρεις;»
«Ξέρω ‘γω; Τι έχεις πρόχειρο;» το παίζω Τζώνυ ο Άγριος.
«Καλά –ξεκαβάλα, ηλίθιε…» γελάει.
«Ρε Βιβή –τι πάει στραβά, μου λες; Γιατί μας έχουν βάλει στο μάτι οι καργιόληδες και μας φορτώνονται; Γιατί μας χαλάνε τις φάσεις; Τι θέλουν από μας τέλος πάντων;»
Ξεκαρδίζεται στα γέλια.
«Γκομενική η φάση –έτσι;»
Το παραδέχομαι –ποιος μπορεί να κρυφτεί από τη Βιβή;
«Έφαγες φτύσιμο;»
«Περισσότερο κι από γραμματόσημο…»
«Για ποια μιλάμε;»
«Για ποιες –πες καλύτερα…»
«Εντάξει, το είπες μόνος σου. Τι παραπονιέσαι λοιπόν;»
Την κοιτάζω –και βέβαια έχει δίκιο.
«Όμως… Εγώ πήγα για να μείνω…»
«Ναι μωρέ μαλάκα μου –πήγες για να μείνεις άμα σου κάτσει, αν δεν κάτσει δεν τρέχει τίποτα, πάμε παρακάτω. Τι τις περνάς τις κοπέλες –για ηλίθιες; Νομίζεις ότι δεν το βλέπουν οτι πας να παίξεις στα σίγουρα;»
«Και τι προτείνεις δηλαδή;»
«Εγώ δεν προτείνω τίποτα –τι είμαι για να προτείνω; Εσύ όμως τι γουστάρεις; Μια κοπέλα ειδικά ή κάποια κοπέλα γενικά κι ότι κάτσει;»
Το σκέφτομαι και σκέφτομαι ότι αυτό που θέλω είναι η Κασσάνδρα αλλά δεν έχω τ΄ αρχίδια να τη διεκδικήσω. Γιατί αν με φτύσει, θα πνιγώ…
Κοιτάζω λοιπόν τη Βιβή και η Βιβή με κοιτάζει και τίποτα δε γίνεται, αλλά τότε ανοίγουν οι εξώπορτες με θόρυβο και μπουκάρουν τα ΚΝΑΤ.
Η Βιβή σφίγγεται ενστικτωδώς πάνω μου, τρομάζω λίγο -τα γομάρια ούτε να μας φτύσουν –μπαίνουν στην αίθουσα που γίνεται η καταμέτρηση συντεταγμένα σαν στρατιωτάκια.
«Πάμε μέσα», λέω.
«Είσαι σίγουρος;» με ρωτάει.
«Όχι», απαντάω.
«Ε, τότε να πάμε…» χαμογελάει η Βιβή.
Φτάνουμε στην πόρτα, ανοίγουμε και πέφτουμε πάνω στη ζωοπανήγυρη –τα ΚΝΑΤ σπρώχνουν για να φτάσουν στο προεδρείο, ο κόσμος τους σπρώχνει για να τους βγάλει έξω, η ΠΣΚ σπρώχνεται για να ενωθεί με τα ΚΝΑΤ. Αρχίζουμε να μοιράζουμε σφαλιάρες τριγύρω –τις περισσότερες τις τρώνε άνθρωποι που θέλουν το ίδιο με μας, να διώξουν τα ΚΝΑΤ δηλαδή. Αυτό θα πει οργάνωση…
Δυο γομάρια έχουν αρπάξει τη Βιβή κι εκείνη τους βρίζει –πέφτω πάνω στον έναν, έρχεται κάπως στα ίσα της η κατάσταση, η Βιβή ξεφεύγει. Και τότε βλέπω ότι οι δικοί μου έχουν κάνει κοινό μέτωπο με τους Αγωνίτες, ανοίγουν διάδρομο, φτάνουν στο προεδρείο και κάνουν τείχος κανονικό –εκεί θέλω να πάω, το προσπαθώ αλλά είναι αδύνατο.
Βλέπω τον Μπήκωφ με την ομάδα του να σπρώχνεται με τους Πασπίτες –εντάξει, αυτοί κόλλησαν στο βάλτο… Τα ΚΝΑΤ έχουν μείνει χωρίς καθοδήγηση, δεν ξεχωρίζουν τους δικούς τους από τους άλλους, βαράνε στο σωρό και οπισθοχωρούν για να παραμείνουν μασίφ. Σε μια γωνιά, κάποιοι ξέμπαρκοι βαράνε τους Δαπίτες –έτσι για προπόνηση…
Ένας χοντρός με προχωρημένη φαλάκρα σηκώνεται από το προεδρείο, κρατάει ένα χαρτί, ανακοινώνει ότι η καταμέτρηση έληξε –θα εκφωνήσει τα τελικά αποτελέσματα.
Τότε γίνεται και η τελική επίθεση, κόσμος πολύς ορμάει προς το προεδρείο αλλά το ανθρώπινο τείχος κρατάει μέχρι να τελειώσει την απαγγελία ο χοντρός κι έτσι μαθαίνω ότι οι Αυτόνομοι είναι η τρίτη δύναμη στη σχολή, μετά την ΠΣΚ και την ΠΑΣΠ. Τι λες ρε παιδί μου…

Βγαίνω έξω όσο πιο αθόρυβα γίνεται, εγκαταλείπω το κτίριο –ο κρύος αέρας της νύχτας με τρυπάει, συνέρχομαι. Τελικά όλα πάνε χειρότερα κι όταν καλυτερεύουν τόσο το χειρότερο για μας… Είμαστε πιασμένοι στο δόκανο, αν θέλουμε να γλιτώσουμε πρέπει να κόψουμε το πόδι μας. Το χέρι μας ή την καρδιά μας. Και μετά τι αξία θα έχει να συνεχίσουμε, αφού δεν θα είμαστε πια οι ίδιοι;


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους The Cure.

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

8. «Ένα άλλο κορίτσι, ένας άλλος πλανήτης»



Στο κέντρο της πλατείας έχουν ανάψει μια βρωμερή φωτιά, στάχτες προσγειώνονται στις καρέκλες του ΤΣΑΦ και της Μαρωνίτας, κάτι φρικαρισμένοι φρίκουλες χοροπηδάνε γύρω της σαν ινδιάνοι που ξέμειναν από νερό της φωτιάς. Από τον πεζόδρομο εμφανίζεται ο Άσιμος με την πέντε-έξι αρκουδιάρηδες που τον ακολουθούν εκστασιασμένοι κοπανώντας τουμπερλέκια –με πιάνει μια ξεγυρισμένη αναγούλα. Δεν έχω γόνατα να πάω ούτε μέχρι τα φλιπέρια, ακουμπάω σ΄ένα τοίχο και περιμένω το μοιραίο που ποτέ δεν έρχεται στην ώρα του. Ο Καβάτζας μαζί με τον άλλο το Βαγγέλη πλησιάζουν όλο βιασύνη, πέφτουν πάνω μου, παρά λίγο να σωριαστούμε.
«Ίσωμα στραβάδια», ξεφυσάω.
«Θάνατος στους φοιτητές, τους αυριανούς διευθυντές», γελάει ο Καβάτζας.
Ο Βαγγέλης χεσμένος από τα σιρόπια κοιτάζει τριγύρω.
«Πρέπει να μαζέψουμε ξύλα», μουρμουρίζει.
«Γιατί; Έρχεται βαρύς χειμώνας;» απορώ.
Ο Βαγγέλης εξαφανίζεται τρέχοντας –ούτε που με άκουσε.
«Τι παίζει;» ρωτάω τον Καβάτζα.
«Λίγα πράγματα…» μουρμουρίζει ενώ μου τρακάρει τσιγάρο.
«Τόσο καλά...» καταλήγω.

Πάω μέχρι το περίπτερο του Μαοϊκού, εξοπλίζομαι με δυο Καμήλες φιλοπερίεργες –ψάχνω για κάποια καλή διάθεση…
«Ανάψαμε», κάνω νόημα στο Μαοϊκό δείχνοντας τη φωτιά.
«Μπα –ακόμα σβηστοί είμαστε», σχολιάζει μέσα από τα δόντια του.
Έχει τα δίκια του. Καμιά φωτιά δεν είναι ικανή να μας ζεστάνει, πάει καιρός τώρα…
Στο μεταξύ, ένας μαλάκας με πατέντα έχει βρει κάποιον πυροσβεστήρα και τρέχει να τον πετάξει στη φωτιά, στη μέση της πλατείας –άλλοι τρέχουν πίσω του να τον προλάβουν, τους ξεφεύγει, ο κόσμος το βάζει στα πόδια πανικόβλητος, ο μαλάκας εκτοξεύει τον πυροσβεστήρα όταν φτάνει στα 3 μέτρα από τη φωτιά και αστοχεί. Η πλατεία γίνεται ένα τεράστιο χάχανο.
Νυστάζω και πονάνε τα γόνατά μου –ήρθα κατευθείαν από τη γαμωσυνέλευση και βγαίνει η κούραση από τους πόρους του δέρματός μου, σταχτί ιδρώτας. Πάω μέχρι τη μηχανή, βγάζω το πέταλο, κόβω κίνηση –πουθενά να τρέξεις, πουθενά να κρυφτείς…
Είναι η μέρα, δηλαδή η νύχτα, που θα δω τι είναι αυτός ο ΠΗΓΑΣΟΣ για τον οποίο πολλοί μιλάνε πολύ. Τηλεμάχου –δυο στενά πάνω από την πλατεία, πας και με τα πόδια, αλλά πώς ξαναγυρνάς… Στην τρίτη μανιβελιά η μηχανή αρχίζει να δουλεύει, φεύγω πιο αποκαμωμένος από πορεία Ειρήνης στο Καλλιμάρμαρο.
Έξω από το κωλάδικο είναι παρκαρισμένα μπόλικα παπιά και κάτι εντούρια χάρβαλα –το σκέφτομαι σοβαρά να παρκάρω εκεί και το δικό μου, ίσως παρακαλέσω το φρουρό να ρίχνει κάνα μάτι μη μου το γδύσουν τίποτα ηλεκτρολόγοι, αλλά δεν έχω διάθεση ούτε να φτύσω…
Περνάω από την είσοδο του μαγαζιού, χαζεύω αφίσες συγκροτημάτων που ξέρω, άλλων που δεν ξέρω και πολλών που θα ήθελα να μάθω –με μια κουβέντα, βίδωσέ με εκεί μέσα κι άσε με, αφεντικό –θέλω να τους δω όλους.
Μέσα είναι κάμποσοι μαζεμένοι, υπάρχει μια μικρή σκηνή που δεν την παίρνεις χαμπάρι με την πρώτη –πηγαίνω προς το μπαρ, βλέπω ένα εύκαιρο σκαμπό, σκαρφαλώνω και προσπαθώ να ανασυνταχτώ. Κοιτάζω τον κόσμο τριγύρω –ωραίοι, δικοί μου, νιώθω άνετα. Από τα ηχεία παίζει Cramps, ο κόσμος κουνιέται ελαφρά, κατεβάζοντας μπουκάλια μπύρας, έχει κι ένα δωμάτιο παραδίπλα με τραπεζάκια γεμάτα κόσμο που κάνει φασαρία.
Ο μπάρμαν είναι ωραίος τύπος –κάνει χαβαλέ με τον ντιτζέι, κάπου τον ξέρω το ντιτζέι αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ.
«Μαλάκα Ντάνυ –αν δε φέρεις κάτι να πιω ΤΩΡΑ, δεν έχει ούτε μουσική ούτε λάιβ», γελάει ο ντιτζέι στο μπάρμαν.
«Εγώ πάντως θα την έπινα μια Στολίσναγια με τόνικ», χώνομαι ανάμεσά τους.
«Εσύ κι ο Σιντ Βίσιους», μουρμουρίζει ο μπάρμαν Ντάνυ.
Δέσαμε…

Καπνίζω και κατεβάζω τη βότκα αργά γιατί δεν είμαι για σπατάλες –δυο κορίτσια έρχονται κι ακουμπάνε στη μπάρα δίπλα μου, τζιν μπουφάν με κονκάρδες, κολλητά παντελόνια και ψηλές μπότες, τις κόβω με την άκρη του ματιού μου, δε θέλω να πιστέψω ότι άνοιξε η τύχη μου αλλά τα δεδομένα έχουν μια τάση να με διαψεύσουν. Η πιο κοντινή μου έχει ξανθό μαλλί εντελώς Cure και η διπλανή της κόκκινο τύπου Ziggy. Όμορφες και οι δύο ή έτσι μου φαίνεται.
«Ποιοι θα παίξουν;» ρωτάω στο αδιάφορο.
Η ξανθιά με κοιτάζει –ξεκινάει να με κόβει με μισό μάτι αλλά στην πορεία μαλακώνει κάπως. Μάλλον είδε τα χάλια μου και με λυπήθηκε.
«Οι Νέφος –δεν είδες την αφίσα;» απορεί.
Τους ξέρω τους Cpt Neφος, έχω και το σινγκλάκι τους από το Χάπενινγκ –υπέροχα…
«Δεν προσέχω τις αφίσες γιατί έχω πρόβλημα με τις μέρες», παραδέχομαι.
«Τι πρόβλημα;» απορεί η ξανθιά.
«Χάνω μέρες, είμαι χασομέρης…» απαντάω.
Με κοιτάζει λες και της πάσαρα κακάδι από τη μύτη μου.
«Εσύ;» συνεχίζω απτόητος.
«Αν έχω πρόβλημα με τις μέρες;» ρωτάει.
«Γενικά ρε παιδί μου…» λέω για να πω κάτι.
«Νατάσα», μου απαντάει στο ξεκάρφωτο.
Λέω το όνομά μου και τη βλέπω να γυρίζει προς τη φίλη της για να το μεταφέρει. Η κοκκινομάλλα γέρνει προς το μέρος μου.
«Λία», μου λέει.
«Ενδιαφέρον», παρατηρώ.
«Τι πράγμα;» ρωτάει.
Το αφήνω να περάσει γιατί αν τους κάνω κι άλλο αστειάκι θα φωνάξουν τους μπάτσους από δίπλα να με δέσουν.
«Σε ποια σχολή;» με ρωτάει η Νατάσα.
Τι διάολο –βρωμάω φοιτητίλα;
«Πάντειο –εσείς;»
«Αγγλική φιλολογία», απαντάνε με ένα στόμα.
Ε, και λοιπόν;
Τότε πετάγεται ο ντιτζέι από τη θέση του και ανεβαίνει στη σκηνή -από τα τραπέζια του άλλου δωματίου εμφανίζονται κάμποσοι ακόμα –εμφανώς οι Cpt Neφος. Τους έχω ξαναδεί στου Γκύζη, αλλά στο σινγκλάκι δεν ήταν τόσο πανκ –έχουν και σαξόφωνο πλέον. Η μουσική έχει σταματήσει και το συγκρότημα χαιρετάει βιαστικά –ξεκινάνε, κάμποσοι βγαίνουν μπροστά για να χορέψουν, να φωνάξουν -χαμογελάω. Δεν είμαι πια κουρασμένος.
«Ωραίοι», λέω στη Νατάσα δίπλα μου.
Χαμογελάει, με κοιτάζει κάπως περίεργα και τη βλέπω ότι γυρίζει στη φίλη της.
«Θα μας προσέχεις λίγο τα πράγματα να πάμε μια τουαλέτα», μου λέει.
«Ευχαρίστως», χαμογελάω τυπικά.
Γι΄αυτό λοιπόν με θέλανε οι γκόμενες. Για να τους φυλάω τις τσάντες όσο πουδράρουν τις μύτες τους… Δε γαμιέται –τουλάχιστον υπάρχει το συγκρότημα…
Το οποίο κόβει κώλους πάνω στην ανύπαρκτη σκηνή. Θα σηκωνόμουν να πέσω πάνω στους άγριους που κοπανιούνται στην πρώτη σειρά αλλά φοβάμαι ότι στα δυο βήματα θα καταρρεύσω σαν κέντα που σκάει δίπλα σε φλος ρουαγιάλ.
«Πιάσε μια μπύρα Ντάνυ, απόψε θα διψάσουμε», φωνάζει κάποιος δίπλα στ΄ αυτί μου.
Γυρίζω ξαφνιασμένος και πέφτω πάνω στον Άλκη.
«Τι θες εσύ εδώ ρε;» μάλλον το λέμε ταυτόχρονα.
Τον Άλκη τον ξέρω από τη συνοικία –είναι ένα χρόνο μικρότερός μου, συχνάζουμε στα ίδια στέκια.
«Προετοιμάζομαι για πανελλήνιες», ξεκαρδίζεται ο Άλκης.
Το συγκρότημα παίζει την κλασική του διασκευή στο Guns of Brixton.
«Αυτό είναι SOS», του λέω.
«Έπεσε πέρσι, κάθε χρόνο το ίδιο θα πέφτει;» αναρωτιέται.
Πού είναι οι κοπέλες; Τώρα που είμαστε δύο ίσως να μπορούσαμε να προωθηθούμε πιο εύκολα…

Το συγκρότημα τελειώνει –ο χώρος γεμάτος ιδρώτα και οι κοπέλες είναι πάλι δίπλα μου. Πότε ήρθαν, δεν το κατάλαβα. Σπινταρισμένες, γελάνε πολύ, κοιτάζουν ακόμα περισσότερο –τι σκατά να κάνω μόνος μου;
«Πού θα πάτε μετά;» ρωτάω αποφασισμένος να μην πέσω χωρίς να προσπαθήσω.
«Δεν ξέρω», λέει η Νατάσα. «Πού θα πάμε;» ρωτάει τη Λία.
«Θα πάμε κάπου;» απορεί η Λία.
Το ξέρω αυτό το κόλπο –καταλήγει στο «έχουμε δουλειά αύριο, θα πρέπει να γυρίσουμε σπίτια μας» για να ξεφορτωθούν τον ενοχλητικό.
«Εσύ πού προτείνεις;» με ρωτάει η Νατάσα.
Αυτό δεν το περίμενα…
 «Εγώ είμαι από χωριό –δεν τα ξέρω τα κατατόπια… Παίζει κάνα μπαράκι στα πέριξ;» ψελλίζω.
«Από χωριό ε»; με κοιτάζει περίεργα η Λία. «Από πού;»
Της λέω το προάστιο που μένω.
«Καλέ αυτό είναι εδώ παραέξω…» γελάει η Νατάσα.
«Ναι –αλλά χωριό…» επισημαίνω.
«Ε, αφού είσαι άβγαλτος, να σε ξεναγήσουμε στη μεγάλη πόλη», γελάει η Λία.
«Πού θα τον πάμε;» ρωτάει η Νατάσα.
«Πού αλλού; Βιτόφσκι…» αποφαίνεται η κοσμογυρισμένη Λία.
Γίναμε…

Φεύγουμε μπροστά στο μπάτσο τρικάβαλο –κωλώνω λιγάκι μη μας την πέσουν τίποτα περιπολικά αλλά ο μπάτσος δε δίνει δεκάρα, έχει βάλει κάποιο κρύο και η Λία που είναι στο ενδιάμεσο, κολλάει πάνω μου κι εγώ ξεχνάω τα πάντα γιατί τελικά η ζωή μπορεί και να είναι υπέροχη.
Μέχρι να φτάσουμε στο Βιτόφσκι τουλάχιστον…

Γιατί εκεί μέσα τις χάνω –πέφτουν στις αγκαλιές γνωστών και φίλων, βρίσκομαι μόνος και κλασσικός μαλάκας που χρησιμεύει ως ταρίφας. Ψάχνομαι για λεφτά, στύβω τις τσέπες για να πιω μια μπύρα, ακουμπάω σ΄έναν τοίχο, σκέφτομαι ότι θα μείνω εδώ μέχρι να με βαρεθεί ο τοίχος –όλα τα καλά παιδιά πετάγονται στη μέση του μαγαζιού με τη σειρά τους, ανάλογα με το σήμα που παίρνουν από τα ηχεία. Οι σαϊκομπιλάδες πανηγυρίζουν για κάποιο Έγκλημα στο νεκροταφείο, οι κιουράδες κόβουν νευριασμένοι βόλτες γιατί πήρε φωτιά στο Κάιρο, οι πάνκηδες σκάνε επί δικαίων και αδίκων για να αποδείξουν ότι η Σούπα είναι καλό φαγητό –κάπου εκεί αρχίζω να καταλαβαίνω πιο άνετα τους στίχους των τραγουδιών γιατί έχουν μπει τα Κειμήλια των Metro Decay, ο κόσμος φρενάρει –το κομμάτι γαμάει αλλά είναι δικό μας το συγκρότημα, σιγά μη χορέψουμε μ΄ αυτούς…
«Τι κάνεις εδώ μόνος σου;» με βουτάει από το μπράτσο η Νατάσα. Έχει κολλήσει το στόμα της στο αυτί μου και μυρίζω το άρωμά της ανακατεμένο με ιδρώτα –φτιάχνομαι.
«Την είδα απόμαχος κι έτσι…» χαμογελάω.
«Άσε βρε τις σαχλαμάρες… Η δικιά μου σε γουστάρει, το κατάλαβες, έτσι;»
Χάνω επαφή με τις πατούσες μου –το πρόβλημα εντοπίζεται μάλλον στα γόνατα που έχουν λυθεί και πάνε μόνα τους. Στηρίζομαι στον τοίχο, πίνω μια γερή γουλιά μπύρα, πνίγομαι.
«Έτσι ε;» λέω σαν κλασσικός ηλίθιος.
«Άντε να της πεις καμιά κουβέντα –τι περιμένεις;» μου σφυρίζει η Νατάσα και χάνεται σε μια παρέα με νιουγουεϊβάδες.
Τελειώνω τη μπύρα, καθυστερώ λίγο μπας και πουλήσω μούρη –σε ποιον όμως; Η Λία κάθεται σ΄ένα τραπέζι τίγκα στα μπουκάλια και στα ξεχειλισμένα τασάκια, την πλησιάζω –τραβάω μια καρέκλα δίπλα της.
«Πώς πάει; Διασκεδάζουμε;» τη ρωτάω.
«Μπα –ψιλοβαριέμαι…» παραδέχεται.
«Κι εγώ το ίδιο ήμουν πριν λίγο», λέω.
«Μπα; Και τώρα τι άλλαξε;» με κοιτάζει απορημένη.
«Τώρα… μιλάω μαζί σου», λέω με υφάκι μεγάλου εραστή.
Χαμογελάει.
«Και θα με κάνεις κι εμένα να μη βαριέμαι;» με κοιτάζει με βλέμμα απ΄αυτά που κάνουν τα παγωτά να τρώγονται με κουταλάκι.
Τραβάω πιο κοντά την καρέκλα –το σωστό είναι να της την πέσω στα ίσα αλλά ακόμα κωλώνω.
«Μπορώ να σε κάνω να μη βαριέσαι γενικώς, αλλά να βαριέσαι εμένα ειδικώς», χαμογελάω και κάπου στο σύμπαν ένας πλανήτης πεθαίνει παγωμένος από το κρύο αστείο.
«Ε, τότε…» λέει εκείνη.
Και γέρνει προς το μέρος μου –εντάξει, τόσο μαλάκας δεν είμαι –την τραβάω κι άλλο κοντά μου και τη φιλάω, κανονικά, με απ΄ όλα…
Ξεκολλάμε για λίγο αλλά ξανακολλάμε επιτόπου γιατί μας άρεσε αυτό που κάναμε προηγουμένως –η Λία μυρίζει τσιγάρο και βαρύ άρωμα κι έχει την τάση να κολλάει πάνω μου εντελώς εφαρμοστικά –αυτό πολύ μου αρέσει.
«Τι έγινε; Λίγο σας άφησα μόνους κι αρχίσατε τα σαλιαρίσματα;» φωνάζει η Νατάσα πάνω από το κεφάλι μας.
Ναι –κρατήσου μην πέσεις από κάνα σύννεφο…

Της χαμογελάμε αγκαλιασμένοι σε στυλ σκανδαλιάρικα παιδιά και τέτοιες γελοιότητες, η Λία ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο μου –υπέροχη κατάσταση.
«Θα πάμε από το σπίτι του Νίκου –θες να ΄ρθεις;» τη ρωτάει η Νατάσα.
Μαγκώνω κάπως –τι πουστιά είναι αυτή τώρα;
«Μπα, βαριέμαι… Λέω να γυρίσω σπίτι να την πέσω», απαντάει η Λία.
Τι εννοεί η ποιήτρια; Μου βάζει πάγο ή μου κάνει σήμα για τα περαιτέρω;

 Ξαναμένουμε οι δυο μας.
«Θέλεις να σε πάω σπίτι;» της προτείνω.
«Ας πιούμε ένα τελευταίο…» λέει. «Βασικά δε γούσταρα να πάω μαζί τους».
«Αυτό σημαίνει ότι γουστάρεις να είσαι μαζί μου;» ρωτάω ηλιθιωδώς.
«Θα δείξει…» μουρμουρίζει καθώς σηκώνεται.
«Τι να σου φέρω;»
«Είμαι ταπί», της εξηγώ.
«Τζιν πίνεις;»
«Και πίνω και φοράω».
«Θα φέρω ένα και για τους δυο μας», δηλώνει πηγαίνοντας προς το μπαρ.
Την χαζεύω να απομακρύνεται –έχει ατέλειωτα πόδια και μια κίνηση γατίσια, τι χρώμα έχουν τα μάτια της; Από βυζιά πώς πάει; Να θυμηθώ να τα ψάξω όλα αυτά…

Και τότε ανοίγει η πόρτα του μαγαζιού κι εμφανίζονται 5 κουρεμένοι –περπατάνε σε παράταξη μέχρι το κέντρο του μαγαζιού -πέφτει παγωμάρα. Οι παρέες μαζεύονται σε επιφυλακή. Εγώ κάθομαι σαν τον καλό μαλάκα στο τραπεζάκι μου αφού δεν έχω πού να πάω. Ψάχνω για τους νιουγουεϊβάδες της Νατάσας αλλά μάταια. Η Λία περιμένει στο μπαρ αμέριμνη.
Οι κουρεμένοι κοπανάνε τις βρωμοαρβύλες τους στο πάτωμα και κάτι φωνάζουν, στήνω αυτί. Κάποιον ψάχνουν. Και τελικά βρίσκω την παρέα της Νατάσας, γιατί οι σκινάδες έχουν βουτήξει έναν από τους δικούς της και τον κοπανάνε. Αρχίζω να ιδρώνω –εδώ μέσα θα πεθάνουμε. Σηκώνομαι, περιμένω να δω ανταπόκριση από το μαγαζί, οι πάνκηδες είναι στην τσίτα, εύχομαι να μην πάω άκλαυτος.
«Αφήστε τον ρε γαμημένοι», γκαρίζω.
Κοντοστέκομαι για να μετρήσω πόσες θα μαζέψω –αλλά εκείνη τη στιγμή σκάνε πάνω τους οι πάνκηδες συντονισμένοι, παίρνει γραμμή και το υπόλοιπο μαγαζί, βάζουν στη μέση τους κουρεμένους και βαράνε κατά βούληση. Ησυχάζω –φτηνά τη γλιτώσαμε…
Τρέχω κατά το μπαρ, βρίσκω τη Λία, την τραβάω κοντά μου γιατί έχει σπάσει ο κύκλος και τα σκίνια κάνουν πίσω προς το μέρος μας. Ένας απ΄ αυτούς στρίβει, τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα, ρίχνει μια κλωτσιά στον αέρα επειδή νομίζει ότι πάμε να του κόψουμε το δρόμο –μπαίνω μπροστά της, μαζεύω την κλωτσιά στην αριστερή γάμπα, σφίγγω τα δόντια. Ο κουρεμένος παίρνει θάρρος, μας πλησιάζει κι άλλο –είναι όμως ηλίθιος γιατί έχει γυρίσει την πλάτη στους υπόλοιπους –κάποιος κιουράς του σκάει ένα μπουκάλι μπύρας στην κεφάλα, ο σκιν γονατίζει μέσα στα αίματα. Η Λία ουρλιάζει, την τραβάω προς την έξοδο.

Πεταγόμαστε έξω, μας χτυπάει κρύος αέρας αλλά δεν ξέρω αν είναι απ΄ αυτό που τρέμει η Λία. Από το μαγαζί ακούγονται φωνές και σπασίματα.
«Πάμε να φύγουμε», λέει κλαίγοντας.
«Ναι», μουρμουρίζω αλλά δεν κουνάω από τη θέση μου.
Θέλω να δω που θα καταλήξει όλο αυτό.
«Πάμε», μου φωνάζει.
Διακρίνω μια υστερία που όλο πλησιάζει. Την τραβάω λοιπόν προς τη μηχανή και την κρατάω αγκαλιά με την πλάτη γυρισμένη προς την πόρτα. Το σκέφτομαι. Δεν βλέπω άλλους κουρεμένους στα πέριξ –μάλλον ο κόσμος στο μπαρ θα τους τσακίσει και θα τους πετάξει στα σκουπίδια. Τη σπρώχνω απαλά πίσω, ανεβαίνω στη μηχανή, τη νιώθω να ανεβαίνει πίσω μου.
«Πού πάμε;» ρωτάω πριν ξεκινήσουμε.
Μου γυρίσει το κεφάλι προς τα πίσω, κοντεύει να μου στραμπουλίξει το σβέρκο αλλά μου σκάει ένα ξεγυρισμένο φιλί και το ξεχνάω.
«Σπίτι μου να πηδηχτούμε», βογκάει.
Δε μου φαίνεται άσχημο σαν ιδέα… Ξεκινάω καρφωμένος χωρίς καν να τη ρωτήσω που μένει. Δεν έχει σημασία…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους The Only Ones

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι