Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2017

9. «Τα αγόρια δεν κλαίνε»

Προηγούμενα:

Καπνίζουμε και κοιτάζουμε το ταβάνι περιμένοντας να μας ρίξει κανένα σοβά έμπνευσης. Απ΄ότι βλέπω –υπάρχει μια ρωγμή δίπλα το γύψινο του φωτιστικού κι επίσης ξημερώνει. Άσχημη ώρα… Η Λία δίπλα μου δεν ξέρω τι βλέπει, ούτε τι σκέφτεται.

Από τότε που φτάσαμε σπίτι της, δυάρι τρίτου ορόφου στην Κυψέλη, συνέβησαν τα εξής δραματικά: Αμηχανία, εκνευρισμός, άβολο πήδημα και εξηγούμαι…
Αμέσως μόλις μπήκαμε στο διαμέρισμα την είδα Τζέρυ Λιούις, έριχνα πράγματα από τα τραπεζάκια, κοπάναγα σε κλειστές πόρτες (κάποιος συμβολισμός εδώ σε σχέση με τη Λία, βλέπε παρακάτω), αναποδογύριζα παρατημένα ποτήρια με νερό –πολύ αστείος, πολύ γελοίος. Η Λία άλλαξε με το που έκλεισε η πόρτα πίσω μας. Νευρική, βιαστική –ένα στυλάκι άντε να τελειώνουμε, μια ψυχή που είναι να βγει… Με πήγε στο δωμάτιό της (πορτατίφ-άρρωστο μπλε φως κι ο Μπέλα Λουγκόζι να μας στέλνει χαιρετίσματα από το ημίφως), άρχισε να γδύνεται χωρίς να με κοιτάζει, έκανα το ίδιο –τι άλλο να ΄κανα δηλαδή;
Χωθήκαμε μετά κάτω από μια κουβέρτα κι άρχισα να τη χαϊδεύω σε στυλ ο Μικρός Εξερευνητής, εκείνη είχε γύρει το κεφάλι της στο πλάι –σε κάποια φάση μου είπε «μπες μέσα μου» κι αυτό ακριβώς έκανα. Η συνέχεια έμοιαζε με ταινία του Βέντερς –πολύ περπάτημα, καθόλου συναίσθημα. Η Λία είχε κλείσει τα μάτια, ανέπνεε βαριά κι αν δεν στριφογύριζε κάθε λίγο για να μην την ενοχλεί ο αγκώνας μου στα πλευρά ή να μην της πλακώνω το πόδι, θα πήγαινα στοίχημα ότι την είχε πάρει ο ύπνος. Σε κάποια φάση την ένιωσα να τεντώνεται απότομα, αλλά μπορεί και να ήθελε να ξεμουδιάσει. Κάπου αποδέχτηκα ότι δεν πήγαινε πουθενά το όλο θέμα, ξάπλωσα δίπλα της, εκείνη δεν αντέδρασε και της είπα ότι θα πήγαινα για ένα ντους.
Η προοπτική ήταν να τραβήξω κάποια μαλακία όπως μου είχαν πει οι έμπειροι ότι πρέπει να γίνεται σε παρόμοιες φάσεις αλλά όταν βρέθηκα μόνος με τη μπανιέρα κατάλαβα πως δεν υπήρχε τέτοια προοπτική. Πλύθηκα λοιπόν, έβγαλα από πάνω μου τον ιδρώτα της παλιοκουβέρτας και τη λέζα της εκλογοαπολογιστικής –επέστρεψα δίπλα της μυρωδάτος σαν κουφετάκι, μόνο για να τη δω να σηκώνεται και να πηγαίνει με τη σειρά της στο μπάνιο.
Έμεινα μόνος στο δωμάτιο, χάζεψα τη βιβλιοθήκη μελαμίνη που ήταν δίπλα στο κρεβάτι –όλα τα καλά παιδιά ήταν εκεί, ο Λύκος της Στέπας, ο Φύλακας της Σίκαλης, ο Ξένος κι ο Τζόζεφ Κ. Ένιωσα κάμποσο καλύτερα αλλά όχι καλά. Κι όταν επέστρεψε η Λία και ξάπλωσε δίπλα μου είχα την τάση να σηκωθώ και να το βάλω στα πόδια αλλά αντί γι΄αυτό έβγαλα δυο Καμήλες, τις άναψα και της πάσαρα τη μία με υφάκι πολύ Τζέσι Λούτζακ.
Εδώ είμαστε τώρα…

«Σε ποιο έτος είσαι;» τη ρωτάω ξεκάρφωτα –μπας και σπάσει ο πάγος.
«Τρίτο», λέει αόριστα και πάντως όχι σε μένα.
Πήδηξα μεγαλύτερη… Μαγκιά…. Αλλά ήταν αυτό πήδημα;
«Λες να είναι εντάξει οι υπόλοιποι;» κάνω δεύτερη προσπάθεια προσέγγισης.
Το σκέφτεται.
«Για το Βιτόφσκι εννοείς; Εντάξει –συνηθισμένα πράγματα… Όλοι αυτοί είναι Πατησιώτες και Χαλεπάδες. Παλιά ήταν ίδια παρέα, μετά χώρισαν. Πρώτα ήταν όλοι πάνκηδες, τώρα έχουν γίνει νιου γουέιβ και οι άλλοι έγιναν Όι…» λέει σιγά ψάχνοντας τασάκι να σβήσει το τσιγάρο της.
Τα ξέρω αυτά, τα έχω ξαναδεί. Το πανκ είναι ένα φίδι που τρώει την ουρά του τα τελευταία χρόνια και κάμποσοι που νιώσαμε τον κόσμο ανάποδα μετά τους Pistols, τους Clash κι όλα τα άλλα συγκροτήματα της πρώτης φουρνιάς, βρεθήκαμε πολύ απρόθυμοι να δεχτούμε ότι πανκ σημαίνει να κλωτσήσω το παλιό και να πάω παρακάτω. Πάντα ήταν ευκολότερο το να κλωτσάς από το να περπατάς –σκέψου το κι έτσι… Αφήσαμε πολλούς δικούς μας εκεί πέρα –άλλους σε φάση Punk and Disorderly κι άλλους στο Oi –χωρίσαμε όπως συμβαίνει μετά από κάθε καλό πάρτυ.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει.
Πετάγομαι. Την είχα ξεχάσει για λίγο.
«Σκέφτομαι αυτό… το μεταξύ μας…» λέω ψέματα.
«Δεν πιστεύω να σου μπαίνουν ιδέες για σχέσεις και τα τέτοια…» μου ρίχνει μια κατάψυξη.
«Όχι ρε συ –για τέτοια είμαστε τώρα;» το παίζω ψύχραιμος.
Και νιώθω ένα δάγκωμα κάπου εκεί στο ηλιακό πλέγμα γιατί είναι όμορφη ρε γαμώτο, τα μάτια της σε παίζουν άνετα πινγκ πονγκ μεταξύ ευτυχίας κι αυτοκτονίας –τι χρώμα έχουν; Σαν το μέλι που τρέχει σκούρο από την κηρύθρα κι εντάξει, έχει μικρό στήθος αλλά και τι μ΄αυτό; Πολύ όμορφη, ακόμα και μετά το πήδημα, ακόμα και με το φως της ημέρας –πάω στοίχημα…
«Εντάξει», λέει ήρεμα και γυρνάει στο αριστερό πλευρό της, τυλίγεται στο χέρι μου, χαλαρώνει.
«Νόμιζα πάντως…» αρχίζω ο κλασσικός ηλίθιος που πρέπει, υποχρεωτικά, να γαμάει κάθε φάση.
«Τι πράγμα;» μουρμουρίζει μισοκοιμισμένη.
«Ότι βαριόσουν προηγουμένως –γι΄αυτό το έκοψα…»
Γελάει παιχνιδιάρικα.
«Είσαι χαζός», λέει.
«Πες μου κάτι που δεν ξέρω», μουρμουρίζω βαριεστημένα.
Με φιλάει στο μάγουλο, το παίζω Βούδας γιατί δε θέλω να με περάσει για λιγούρη. Και μετά με φιλάει κανονικά –αυτή έφταιγε κύριε δικαστά –κι έτσι γυρίζω προς το μέρος της και μπαίνω στο κόλπο, πάμε κανονικά για δεύτερο γύρο, επαναληπτικό, πάλι εκτός έδρας αλλά τώρα ο προπονητής έχει διαβάσει τον αντίπαλο, η ομάδα δεν περνάει εύκολα τη σέντρα, αφήνει πρωτοβουλίες στους αντίπαλους επιθετικούς και προετοιμάζεται για ξαφνικές αντεπιθέσεις –φροντίζω να μη χαραμίσω τους αιφνιδιασμούς μου και το σύστημα αποδίδει, εντάξει, δε βλέπουμε μεγάλο παιχνίδι, το σκορ μένει σε χαμηλά επίπεδα αλλά κάποια στιγμή τη νιώθω να τινάζεται ανεξέλεγκτα, κοντεύει να με ρίξει στο πλάι, πράγμα δύσκολο βέβαια καθότι διαθέτουμε σέντερ φορ περιοχής, βαρύ κορμί που δεν πέφτει ούτε με φάουλ…
«Μπορείς να τελειώσεις μέσα μου, παίρνω χάπι», ψιθυρίζει.
Και βέβαια δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα από το «μπορείς»…

Πέφτουμε στα μαξιλάρια κάμποσο λαχανιασμένοι –τώρα το σκηνικό μοιάζει μ΄ αυτά που βλέπουμε στις ταινίες και νιώθω πολύ καλύτερα.
Με ξαναφιλάει στο μάγουλο, μου γυρνάει την πλάτη και ξεραίνεται επί τόπου –τι λες ρε παιδί μου; Δεν το κάνουν μόνο οι άντρες αυτό λοιπόν… Μένω ακίνητος, βουτηγμένος στο ζελέ της κούρασης –κοιμάμαι ξύπνιος όσο μια ταινία ξετυλίγεται κάπου στο βάθος. Ακούω την αναπνοή της, ρυθμική –αλλά μπορεί και να είναι η δική μου αναπνοή –τι σημασία έχει;

Πετάγομαι –δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει (πάντως όχι πολλή) –γιατί η κουβέρτα μου φέρνει φαγούρα και γενικώς δεν κοιμάμαι εύκολα σε ξένα σπίτια. Τώρα το ταβάνι είναι όλο δικό μου, μένω άγαλμα για να μην την ξυπνήσω και σκέφτομαι ότι τέτοια κορίτσια σαν τη Λία ποτέ δεν γίνονται δικά μας, μονίμως περνάνε από πάνω μας σαν αέρας καλοκαιρινής νύχτας –λίγη δροσιά και για τη συνέχεια ψήσου στην κόλαση, μαλάκα.
Θέλω να καπνίσω και νιώθω τα πόδια μου να μουδιάζουν από την ακινησία –σηκώνομαι με προφυλάξεις, εκείνη αναστενάζει μέσα στον ύπνο της, σίγουρα όχι για μένα.
Φοράω το τζιν και το φανελένιο μου πουκάμισο γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να βρω άλλα ρούχα εδώ μέσα. Βγαίνω από το δωμάτιό της στις μύτες –άραγε μένει κι άλλος σ΄αυτό το διαμέρισμα; Το κεντρικό δωμάτιο βλέπει σε τρεις πόρτες –η μια είναι της τουαλέτας, το ξέρω από χτες βράδυ. Οι άλλες δυο είναι κλειστές –ποια από τις δυο να είναι η κουζίνα; Γιατί αν δεν πιω έναν καφέ άμεσα θ΄αρχίσει να μου φταίει ο κόσμος όλος. Πλησιάζω την πρώτη πόρτα –στήνω αυτί, νέκρα… Πάω στην άλλη πόρτα…
Τότε ανοίγει η πόρτα της τουαλέτας και βγαίνει μια Νατάσα με μπουρνούζι και πετσέτα στο κεφάλι –σα διαφήμιση χρωμοσαμπουάν. Μένω κόκαλο –κοίτα να δεις που τώρα θα βγάλει την πετσέτα και θα τινάξει μαλλί στην κάμερα…
«Επ! Τι κάνεις εκεί;» ρωτάει ξαφνιασμένη.
«Ψάχνω την κουζίνα», μουρμουρίζω.
«Στο δωμάτιο της Λίας ήσουν;»
«Όχι –περαστικός. Αλλά άκουσα ότι φτιάχνετε καλό καφέ», ρίχνω την κρυάδα μου.
Χαμογελάει.
«Πάμε μέσα», λέει καθώς με προσπερνάει και ανοίγει την πόρτα στην οποία ετοιμαζόμουν να στήσω αυτί.

Τραβάω μια καρέκλα δίπλα στο μικρό τραπέζι όσο εκείνη ζεσταίνει νερό.
«Έναν καφέ τον χρειαζόμαστε», συμπεραίνει.
Το μπουρνούζι έχει ανοίξει λίγο –προσπαθώ να κοιτάξω χωρίς να καρφωθώ.
«Θα προσέχεις το νερό μέχρι να φορέσω κάτι;» μου ζητάει και φεύγει στα γρήγορα.
Να το προσέχω –αλλά το νερό ήδη κοχλάζει και η Νατάσα πουθενά, βρίσκω τα σύνεργα φτιάχνω ένα νες σκέτο για πάρτη μου, εκείνη πώς σκατά να τον πίνει; Και τότε ανακαλύπτω ότι έχω αφήσει τα τσιγάρα στο δωμάτιο της Λίας –βλαστημάω, ξαναπηγαίνω χοροπηδώντας σαν ακρίδα, βουτάω και τις κάλτσες μου να τις φορέσω γιατί πολύ κρύο το πλακάκι αδερφέ μου…
Όταν επιστρέφω η Νατάσα έχει φτιάξει ήδη τον καφέ της, φοράει κάτι πυτζάμες με γατάκια και μπορώ τώρα να τη χαζέψω με την ησυχία μου. Καλή είναι, αλλά προτιμώ τη Λία. Όχι δηλαδή ότι αν μου την έπεφτε αυτή θα με ενοχλούσε –αλλά λέμε τώρα…
«Δε μ΄ έχει συνηθίσει η Λία να κοιμάται με ξένους στο σπίτι», λέει καθώς τραβάει ένα τσιγάρο από το πακέτο της και κάθεται δίπλα μου.
Ανασηκώνω φρύδι με ύφος –ω, μα ήμουν ο πρώτος της λοιπόν; Το πιάνει.
«Όχι –δεν εννοώ ότι δεν έχει ξαναφέρει κάποιον για πήδημα –αλλά τους διώχνει πριν ξημερώσει».
«Κι αν πηδηχτούν ξημερώματα;» απορώ.
«Και πάλι τον διώχνει πριν του φέξει», μου λέει πονηρά.
«Εντάξει –μάλλον την πήρε ο ύπνος πριν προλάβει να με διώξει», κάνω μαγκωμένα. «Πίνω τον καφέ και έφυγα».
«Όχι –δεν το είπα γι΄αυτό…» διαμαρτύρεται.
Χέσε μας ρε Νατάσα… Με πέταξες σε μια γκόμενα που βαριέται τη ζωή της –άσε μην τ΄ ακούσεις εσύ πρωινιάτικα…
«Εσύ τώρα γύρισες;» γυρίζω την κουβέντα.
«Ναι –πριν λίγο…»
«Τι έγινε στο μαγαζί;»
«Στο μαγαζί –όλα καλά. Τους πήγαν σηκωτούς μέχρι δυο τετράγωνα παρακάτω και μετά τους άφησαν».
«Τι θέμα είχαν με το δικό σας;»
Τραβάει κοντά της τσάντα της, βγάζει ένα λεπτό στριφτό πονηρό, το ανάβει καλά πριν με κεράσει. Γαμηθήκαμε πρωινιάτικα –θα κάνω ένα κεφάλι πιο βαρύ κι από τριαξονική νταλίκα. Αλλά όταν σου προσφέρουν δεν αρνείσαι –είναι αγένεια…
«Μην τα ψάχνεις τώρα», χαμογελάει.
Δεν τα ψάχνω –τι με νοιάζει στην τελική;
«Κι εσείς εδώ… πώς την έχετε δει; Δυο κορίτσια μόνα παρασέρνουν ανυποψίαστους θαμώνες του Πήγασου;» καλαμπουρίζω.
Γελάει.
«Πρώτη φορά πήγαμε Πήγασο –συχνάζουμε στην Αποθήκη, εδώ παρακάτω…»
Δεν το έχω ακουστά το μαγαζί.
«Λαϊβάδικο;»
«Ναι».
«Ποιοι παίζουν;»
«Villa, Yell-o, South, Metro…»
Παράδεισος…
«Ωραία…» λέω για να πω κάτι.
Πίνουμε καφέ, καπνίζουμε το λιβάνι –τελικά δεν μου βάρυνε το κεφάλι, μάλλον το αντίθετο –σαχλαμαρίζουμε απαντώντας ο ένας στην άλλη χωρίς να ακούμε τι λέμε, έχω μια κούραση που με σκεπάζει όλο και περισσότερο –φοβάμαι ότι θα κουτουλήσω στο τραπέζι και θα ξυπνήσω μεθαύριο.
Τότε μπαίνει στην κουζίνα η Λία. Παθαίνω ταχυπαλμία συν εφίδρωση γιατί είχα δίκιο –είναι όμορφη και στο φως της μέρας.
«Εδώ είσαι;» ρωτάει ανέκφραστα.
«Έφευγα…» ψελλίζω.
Δεν βλέπω να ταράζεται και ιδιαίτερα. Πάει μέχρι το νεροχύτη, φτιάχνει τον καφέ της, έρχεται να καθίσει δίπλα στη Νατάσα –αλλά μακριά από μένα.
Πέφτει μουγκαμάρα.
«Τι πάθατε οι δυο σας; Τσακωμένοι είσαστε;» απορεί η Νατάσα.
«Όχι, δε νομίζω…» απαντάω.
Την κοιτάζω, κάτι έχει χάσει μέσα στην κούπα του καφέ της και ψάχνει να το βρει.
«Λοιπόν… να πηγαίνω», σηκώνομαι αργά.
«Κάτσε –τι έπαθες; Μύγα σε τσίμπησε;» λέει η Νατάσα.
«Έχουμε εκλογές στη σχολή σήμερα και πρέπει να πάω…» θυμάμαι ξαφνικά.
«Α ναι –κι εμείς στη δικιά μας αλλά δεν πάμε ποτέ», λέει η Νατάσα.
Η Λία δε λέει τίποτα.

Χώνομαι στο δωμάτιό της, μαζεύω τα ρούχα μου, ετοιμάζομαι. Κοιτάζω συνέχεια προς την πόρτα –μπας και την ανοίξει και μπει, αλλά τίποτα δε γίνεται. Ξαναπάω στην κουζίνα σε αργή κίνηση, μαζεύω τις Καμήλες και τον ζίπο.
«Λοιπόν –τα λέμε… γενικά», μουρμουρίζω.
«Εντάξει, γεια», λέει η Νατάσα.
«Γεια», λέει και η Λία.
Χωρίς εντάξει…

Έξω στο δρόμο έχει πάρει να μεσημεριάζει για τα καλά, ένας πούστης ήλιος μού τρυπάει το κρανίο –ανεβαίνω στη μηχανή πιο άδειος κι από λευκό ψηφοδέλτιο. Χάνομαι στους δρόμους με τα νησιά, νιώθω σα φεριμπότ «Σύρος-Τήνος-Μύκονος-Αλόννησος». Βγαίνω από τη συνοικία, καρφωτός στην Πατησίων κι όλα μοιάζουν τόσο παλιά –έχουν περάσει χρόνια από τότε που άκουγα την αναπνοή της δίπλα μου, ή ίσως και τη δική μου αναπνοή, όσο εκείνη βάραινε το μπράτσο μου και τελικά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Ξέχνα ότι σε ξέχασε –έτσι δεν πάει;

Η σχολή βουίζει -κανονικό μηχάνημα που φτιάχνει ποπ κορν στα σινεμά –Κνίτες τσακώνονται με Πασπίτες για τραπεζάκια-αφίσες-σκατά, Αγωνίτες αγωνίζονται να σαγηνεύσουν ψηφοφόρους, Δαπίτες κάνουν πασαρέλα και οι δικοί μου λιάζονται, ίδια φίδια που αλλάζουν δέρμα. Παρκάρω απέξω γιατί στο προαύλιο δεν έχει χώρο ούτε για να φτύσεις, περπατάω αργά, τα πόδια μου εκτελούν με χρονοκαθυστέρηση. Εντοπίζω τη Βιβή να χειρονομεί σε μια παρέα με Αλέκα, Πάρη, Μάκη, Μαρία και αλλάζω κατεύθυνση –δε γουστάρω να τους δω τώρα.
Ο Κύπριος έχει χυθεί σ΄ένα παγκάκι μαζί με το Χωρικό και είναι κατουρημένοι στα γέλια –εκεί θα πάω.
Ξεκινάω και στα δυο βήματα κοντοστέκομαι γιατί έχει πάρει το μάτι μου την Κασσάνδρα να μιλάει με τον Μπήκωφ και το Γιάννη, τους αρχικνίτες. Την έχουν πλευρίσει, τους τρέχουν τα σάλια –κομματικό καμάκι κι έτσι. Ο Μπήκωφ (Μπήκας δηλαδή αλλά το έχουμε αλλάξει επί το σταλινικότερον) έχει χώσει τη μουτράκλα του στα πέντε εκατοστά από το μάγουλό της, έχει απλωθεί, δουλεύει σπάτουλα στους ώμους της, σε λίγο θα της πιάσει και τον κώλο ο καργιόλης…
Τώρα είμαι σε φάση πολύ άνετη, έχω πηδήξει, έχω καπνίσει το τσιγάρο μου, βάλε και την κούραση με τη χυλόπιτα που με έχουν μετατρέψει σε Θλιμμένο Μπούφο –τους πλησιάζω.
Πρώτα με βλέπει ο Γιάννης -βιάζεται να μου κόψει επαφή με το θύμα.
«Πώς πάει ρε μάγκες;» ρωτάω στο αδιάφορο.
«Καλά», λέει ο Μπήκωφ και ξαναπέφτει στην Κασσάνδρα.
Εκείνη με βλέπει, με θυμάται, μου χαμογελάει –ανταποδίδω.
«Όλα καλά Κασσάνδρα;» επιμένω.
«Καλά», λέει άνευρα.
«Πάντα καλά…» εύχομαι όσο τραμπαλίζομαι από το δεξί στο αριστερό παπούτσι.
Αρχίζουν να εκνευρίζονται περιμένοντας να φύγω. Δεν πρόκειται…
Ο Χωρικός μας παίρνει γραμμή κι έρχεται τρέχοντας –μάλλον πιστεύει ότι θα γίνει κάποιος τσαμπουκάς με τους Κνίτες. Ο Κύπριος φεύγει επιφυλακτικά από την άλλη πλευρά για να τους βάλουν στη μέση.
«Τι έγινε; Εδώ κάνουν εγγραφές για τα Σοβιέτ;» φωνάζει ο Χωρικός.
«Άντε ρε αρχίδι», χάνει την ψυχραιμία του ο Γιάννης.
«Πρόσεχε πώς του μιλάς. Χάνεις ψηφοφόρους», τον προειδοποιώ.
«Σιγά μη μας ψήφιζε…» λέει ο Μπήκωφ που για να πιάσει αστείο πρέπει να του το αναλύσεις διαλεκτικά.
«Το κορίτσι μαζί σας είναι;» συνεχίζει ο Χωρικός δείχνοντας την Κασσάνδρα.
Εντάξει –θα γίνει της κόφας…
«Ναι –μαζί τους είμαι», απαντάει ξερά η Κασσάνδρα.
Παγώνω –κι ο Χωρικός το ίδιο. Τι έγινε τώρα;
Στο μεταξύ ο Κύπριος που δεν έχει καταλάβει, ορμάει φωνάζοντας «Ζήτω στην επανάστασην» αλλά φρενάρει στα δυο μέτρα γιατί όλοι τον κοιτάζουμε σαν εξωγήινο.
«Τα λέμε στην καταμέτρηση», μουγκρίζω και τους γυρίζω την πλάτη.
«Απόψε θα σας σβήσουμε», τους χώνεται ο Χωρικός και με προφταίνει.
Ο Κύπριος ξύνει το κεφάλι του μπας και κατεβάσει καμιά ιδέα, αλλά τελικά οι Κνίτες παίρνουν την Κασσάνδρα και φεύγουν καμαρωτοί.

«Τι έγινε τώρα;» αναρωτιέται ο Χωρικός.
«Μας έφαγαν την κοπέλα οι Κνίτες μαλάκα μου», διαπιστώνω.
«Όχι ρε…» διαμαρτύρεται.
Ναι ρε… Ακόμα και οι Κνίτες φαίνονται πιο σοβαροί από εμάς, ή λιγότερο επίφοβοι –πες καλύτερα: λιγότερο μαλάκες. Έτσι πάει…

Μ΄ όλα αυτά δεν έχω πάει να ψηφίσω, άσε που δεν έχω και καμιά όρεξη. Φταίει ο Μάκης, δεν μπορώ να δεχτώ ότι αυτός ο παπάρας κατεβαίνει μαζί μας. Μπαίνω στη σχολή, ο κόσμος είναι λιγότερος εκεί μέσα, πλησιάζω το Αμφιθέατρο και πέφτω πάνω στον Αντώνη.
«Δικέ μου –πού ήσουνα εσύ;» γελάει όσο μου ρίχνει ένα κεφαλοκλείδωμα.
«Σιγά ρε πούστη…» διαμαρτύρομαι, γιατί είμαι βαμβακερός αυτές τις ώρες κι αν με τραβήξεις ξεχειλώνω.
«Μεγαλεία όμως… Σε ψήφισα. Πάμε για μπύρες;» τα ρίχνει όλα μονοκοπανιά.
«Τι έκανες;»
«Σε ψήφισα, πάμε για μπύρες;»
«Πού με ψήφισες;»
«Καλά με δουλεύεις φιλαράκι; Στο ψηφοδέλτιο των Αυτόνομων. Γιατί –κατέβηκες και μ΄ άλλους;»
Τι λέει τώρα ο κρετίνος;
Το σπρώχνω πέρα, μπαίνω στο αμφιθέατρο, μου δίνουν το μάτσο με τα ψηφοδέλτια, χώνομαι στο παραβάν και με βρίσκω να φιγουράρω σε αλφαβητική σειρά –παρέα με Παπ, Μάκη, Βιβή, Πάρη και κάμποσους άλλους. Πετάω τα ψηφοδέλτια στο καλάθι, βγαίνω έξω –ο τύπος στην κάλπη μού φωνάζει, δεν τον ακούω.
«Άντε στο Βαστάζο κι έφτασα», φωνάζω στον Αντώνη καθώς τον προσπερνάω.

Αλωνίζω την αυλή, δε βρίσκω κανέναν –κατεβαίνω στο εστιατόριο αλλά είναι κλειστό. Απέναντι στου Βαστάζου είναι όλοι μαζεμένοι –μαζί τους έχει βολευτεί κι ο Αντώνης. Τρία τραπέζια κολλημένα –ξεχωρίζω τον Παπ, τον βουτάω και πάμε παραδίπλα.
«Γιατί ρε μαλάκα;»
Με κοιτάζει μπερδεμένος.
«Γιατί με έβαλες στο ψηφοδέλτιο;»
Γελάει.
«Μπήκαμε όσοι μπορούσαμε για να κάνουμε μπούγιο».
Τον αφήνω, κάνω δυο βήματα πίσω.
«Μπούγιο ε; Αυτό ήταν που θα ερχόμασταν ατομικά κι όχι μαζικά σαν πρόβατα;»
Με κοιτάζει –συννεφιάζει κάπως.
«Δεν είναι έτσι τα πράγματα…»
«Και πώς είναι δηλαδή; Βάζουμε μέσα τον κάθε Μάκη για να μη μας πουν ελιτίστες, βάζουμε κόσμο στο ψηφοδέλτιο για να δείχνουμε πολλοί –στο τέλος θα κατεβάσουμε και τα σώβρακα στους καθηγητές για να μας περνάνε τα μαθήματα σαν τους Κνίτες;»
Ο Παπ με κοιτάζει και μετά σταματάει να με κοιτάζει –γίνεται απόμακρος.
«Κάπου θα πρέπει να παίζουμε και με τους κανόνες», λέει.
«Πού το διάβασες αυτό ρε μάγκα; Γιατί εγώ νόμιζα ότι τα μέσα αγιάζουν το σκοπό –είμαι λάθος;»
Δε λέει τίποτα –τον βλέπω ότι θέλει να τελειώνει η υπόθεση, του γυρίζω την πλάτη. Πηγαίνει προς το τραπέζι με τους δικούς μας, δεν έχω καμιά όρεξη να τον ακολουθήσω αλλά είναι ο Αντώνης… Τον ακολουθώ λοιπόν, σωριάζομαι σε μια καρέκλα, ψαρεύω ένα καθαρό ποτήρι και μοιράζομαι μπύρα –το στομάχι μου εκλιπαρεί για έλεος.
Βλέπω τον Αντώνη να έχει απλωθεί κατά Μαρία μεριά και λάμπει το μούτρο του γιατί η Μαρία ανταποκρίνεται εμμέσως πλην σαφώς. Εντάξει –κάποιος κάνει κάτι, δεν είμαστε όλοι στην απόρριψη και την απογοήτευση…
«Εσύ κάτι έχεις», με κόβει η Βιβή.
«Νεύρα», λέω.
«Είναι εκείνες οι μέρες του μήνα…» φιλοσοφεί ο Πάρης.
«Είναι κάθε μέρα του κάθε μήνα», μουγκρίζω.
«Συνάδελφοι –νομίζω ότι αν είχαμε κι άλλο χρόνο θα εξασφαλίζαμε καλύτερο αποτέλεσμα, αυτό θα πρέπει να αποτελέσει τροφή για σκέψη σε σχέση με τις μελλοντικές μας δράσεις», αγορεύει ο Μάκης.
«Ποιο αποτέλεσμα;» απορώ.
«Στις εκλογές αναφέρομαι», μου εξηγεί ο Μάκης.
«Βγήκαν τα αποτελέσματα;»
«Εντάξει –μπορεί κανένας να προδικάσει αν διαβάσει σωστά τις ενδείξεις…»
«Θα πάψεις ή θα πάθω αιμόπτυση;» του χώνεται η Βιβή.
Ο Παπ κοιτάζει τα ανύπαρκτα περιστέρια που ερωτεύονται σκαρφαλωμένα στα μαύρα καλώδια της ΔΕΗ.

«Τι κάνουμε μέχρι ν΄ αρχίσει η καταμέτρηση;» ρωτάει η Μαρία.
«Πάμε για κάνα φαγητό;» προτείνει ο Αντώνης.
«Έχει κλείσει το εστιατόριο», λέει ο Πάρης.
«Άμα βάζετε τα υλικά, βάζω τα κουζινικά», ξαναπροτείνει ο Αντώνης.
Μένει δυο τετράγωνα από τη σχολή –γιατί όχι;

Μαζευόμαστε στο σπίτι του -Βιβή, Μαρία, Πάρης, Μάκης και εγώ τελευταίος. Ισόγειο με θέα τον παράδρομο, οι κουρτίνες ξεχασμένες όπως και τα παραθυρόφυλλα –όσο οι υπόλοιποι τρέχουν μεταξύ κουζίνας, μανάβικου και κρεοπωλείου εγώ βρίσκω λίγο χώρο να καταρρεύσω δίπλα στο ημίδιπλο κρεβάτι του, πάνω σε μια φλοκάτη, και να ξεραθώ ακαριαία. Κατάσταση λιποθυμίας, χωρίς όνειρα –κάποιος με σκουντάει, κάποιος κοροϊδεύει, στ΄ αρχίδια μου, θέλω να μείνω στο βυθό της λίμνης παρέα με τα σαπρόφυτα.
«Ξύπνα μανάρι μου, το φαγητό είναι έτοιμο», ακούγεται από τα μεγάφωνα και είναι η Βιβή που με κλωτσάει με το μποτάκι της.
Ξυπνάω –μπορώ να κάνω διαφορετικά;

Στο διπλανό δωμάτιο ο κόσμος τρώει καθισμένος ανακούρκουδα σε στυλ γιόγκι –πάω μέχρι την κουζίνα, σερβίρομαι ένα πιάτο πατάτες με κρέας, κάθομαι, τρώω, δεν δίνω σημασία…
«Ωραίο το έχεις κάνει», λέει η Μαρία στον Αντώνη και μάλλον εννοεί το δωμάτιο.
Κοιτάζω τριγύρω κι αυτό που βλέπω με πείθει ότι η κοπέλα έχει πάθει τύφλωση λόγω καψούρας.
«Έχεις τα χάλια σου», μου λέει ο Πάρης.
Πες κάτι που δεν ξέραμε…

Ο Μάκης την πέφτει ασύστολα στη Βιβή η οποία είναι έτοιμη να τραβήξει στιλέτο –τους χαζεύω και θα γέλαγα αν μπορούσα να ορίσω το στόμα μου.
«Ένα κορίτσι σαν εσένα πώς και δεν έχει σχέση;» λέει ο Μάκης.
«Έχω σχέση…» απαντάει εκείνη.
«Τι σχέση;»
«Τη χειρότερη. Με τους πάντες και τα πάντα», τον γειώνει η Βιβή.
Ο Πάρης από την πλευρά του κάνει ότι δε βλέπει το ενδιαφέρον της Μαρίας για τον Αντώνη και προωθείται.
«Έχω ένα πιάσιμο στην πλάτη, μπορείς με τρίψεις λίγο;» την κοιτάζει λιγωμένα.
«Δεν ξέρω να τρίβω», λέει η Μαρία.
«Να σε τρίψω εγώ;» χώνεται ο Αντώνης.
«Άσε –να μου λείπει…» τρομάζει ο Πάρης.
«Θα πάμε στην καταμέτρηση;» χώνομαι γιατί η κατάσταση δε μου αρέσει καθόλου.

Φτάνουμε από τους τελευταίους –στη μεγάλη αίθουσα του καινούργιου κτιρίου όλες οι θέσεις είναι πιασμένες, βολευόμαστε στη γαλαρία, δίπλα στους δικούς μας. Ένα ξέφτιλο προεδρείο ανοίγει τις κάλπες κι αρχίζει να απαγγέλλει. Βγαίνουν οι πρώτες ψήφοι, ΠΣΚ, ΠΣΚ, ΠΑΣΠ, ΠΣΚ, Αγώνας, ΠΣΚ…
Όταν αναγγέλλεται η πρώτη ψήφος στους Αυτόνομους γιουχάρουμε όλοι μαζί –έτσι είναι το έθιμο. Εγώ πάντως γιουχάρω με όλη μου την ψυχή.
Στο καπάκι γινόμαστε γήπεδο –αρχίζουν τα συνθήματα και το κοροϊδιλίκι. Οι Πασόκοι με τους Κνίτες είναι έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια –κουμπώνω, ετοιμάζομαι, αλλά τίποτα δε γίνεται.
Έχω σκεβρώσει εκεί μέσα, η κάπνα και η βαβούρα μου διαλύουν το κεφάλι –σηκώνομαι, σπρώχνω, η Βιβή με αγριοκοιτάζει, ο Αντώνης τραβάει τη Μαρία προς το μέρος του για να μου κάνουν χώρο –βγαίνω έξω στον τεράστιο προθάλαμο. Θέλω να καπνίσω αλλά ο λαιμός μου έχει διαφορετική άποψη, πάω και σωριάζομαι κάτω από ένα ταμπλό με μισοσκισμένες αφίσες, πρέπει να φύγω από εδώ πέρα, δεν ξέρω τι θέλω να κάνω και δεν θέλω να κάνω τίποτα… Κάπου έχω ένα σπίτι και κάτι γέρους που θα με περιμένουν, να με ξυπνήσουν νωρίς το πρωί, γιατί οι καλοί άνθρωποι ξυπνάνε νωρίς και να μου φτιάξουν έναν καφέ νερόπλυμα που θα μου τον βγάλουν από τη μύτη με τη μουρμούρα τους –αλλά εκεί θέλω να πάω.  Να μην είμαι πια στο δρόμο, να μη με περνάνε για μαλάκα οι ιδεολόγοι, να βρω ίσως και μια γκόμενα που θα τη γουστάρω και θα με γουστάρει και θα είμαστε συνέχεια μαζί –δηλαδή τόσο δύσκολο είναι;

Η Βιβή σωριάζεται δίπλα μου σαν άδειο σακί –με σκουντάει κιόλας για να επανέλθω.
«Τι τρέχει με σένα ρε μαλακισμένο;» ρωτάει γεμάτη ανθρώπινο ενδιαφέρον.
«Δε γουστάρω –αυτό τρέχει…» μουρμουρίζω.
«Τι δε γουστάρεις;»
«Ξέρω ‘γω; Τι έχεις πρόχειρο;» το παίζω Τζώνυ ο Άγριος.
«Καλά –ξεκαβάλα, ηλίθιε…» γελάει.
«Ρε Βιβή –τι πάει στραβά, μου λες; Γιατί μας έχουν βάλει στο μάτι οι καργιόληδες και μας φορτώνονται; Γιατί μας χαλάνε τις φάσεις; Τι θέλουν από μας τέλος πάντων;»
Ξεκαρδίζεται στα γέλια.
«Γκομενική η φάση –έτσι;»
Το παραδέχομαι –ποιος μπορεί να κρυφτεί από τη Βιβή;
«Έφαγες φτύσιμο;»
«Περισσότερο κι από γραμματόσημο…»
«Για ποια μιλάμε;»
«Για ποιες –πες καλύτερα…»
«Εντάξει, το είπες μόνος σου. Τι παραπονιέσαι λοιπόν;»
Την κοιτάζω –και βέβαια έχει δίκιο.
«Όμως… Εγώ πήγα για να μείνω…»
«Ναι μωρέ μαλάκα μου –πήγες για να μείνεις άμα σου κάτσει, αν δεν κάτσει δεν τρέχει τίποτα, πάμε παρακάτω. Τι τις περνάς τις κοπέλες –για ηλίθιες; Νομίζεις ότι δεν το βλέπουν οτι πας να παίξεις στα σίγουρα;»
«Και τι προτείνεις δηλαδή;»
«Εγώ δεν προτείνω τίποτα –τι είμαι για να προτείνω; Εσύ όμως τι γουστάρεις; Μια κοπέλα ειδικά ή κάποια κοπέλα γενικά κι ότι κάτσει;»
Το σκέφτομαι και σκέφτομαι ότι αυτό που θέλω είναι η Κασσάνδρα αλλά δεν έχω τ΄ αρχίδια να τη διεκδικήσω. Γιατί αν με φτύσει, θα πνιγώ…
Κοιτάζω λοιπόν τη Βιβή και η Βιβή με κοιτάζει και τίποτα δε γίνεται, αλλά τότε ανοίγουν οι εξώπορτες με θόρυβο και μπουκάρουν τα ΚΝΑΤ.
Η Βιβή σφίγγεται ενστικτωδώς πάνω μου, τρομάζω λίγο -τα γομάρια ούτε να μας φτύσουν –μπαίνουν στην αίθουσα που γίνεται η καταμέτρηση συντεταγμένα σαν στρατιωτάκια.
«Πάμε μέσα», λέω.
«Είσαι σίγουρος;» με ρωτάει.
«Όχι», απαντάω.
«Ε, τότε να πάμε…» χαμογελάει η Βιβή.
Φτάνουμε στην πόρτα, ανοίγουμε και πέφτουμε πάνω στη ζωοπανήγυρη –τα ΚΝΑΤ σπρώχνουν για να φτάσουν στο προεδρείο, ο κόσμος τους σπρώχνει για να τους βγάλει έξω, η ΠΣΚ σπρώχνεται για να ενωθεί με τα ΚΝΑΤ. Αρχίζουμε να μοιράζουμε σφαλιάρες τριγύρω –τις περισσότερες τις τρώνε άνθρωποι που θέλουν το ίδιο με μας, να διώξουν τα ΚΝΑΤ δηλαδή. Αυτό θα πει οργάνωση…
Δυο γομάρια έχουν αρπάξει τη Βιβή κι εκείνη τους βρίζει –πέφτω πάνω στον έναν, έρχεται κάπως στα ίσα της η κατάσταση, η Βιβή ξεφεύγει. Και τότε βλέπω ότι οι δικοί μου έχουν κάνει κοινό μέτωπο με τους Αγωνίτες, ανοίγουν διάδρομο, φτάνουν στο προεδρείο και κάνουν τείχος κανονικό –εκεί θέλω να πάω, το προσπαθώ αλλά είναι αδύνατο.
Βλέπω τον Μπήκωφ με την ομάδα του να σπρώχνεται με τους Πασπίτες –εντάξει, αυτοί κόλλησαν στο βάλτο… Τα ΚΝΑΤ έχουν μείνει χωρίς καθοδήγηση, δεν ξεχωρίζουν τους δικούς τους από τους άλλους, βαράνε στο σωρό και οπισθοχωρούν για να παραμείνουν μασίφ. Σε μια γωνιά, κάποιοι ξέμπαρκοι βαράνε τους Δαπίτες –έτσι για προπόνηση…
Ένας χοντρός με προχωρημένη φαλάκρα σηκώνεται από το προεδρείο, κρατάει ένα χαρτί, ανακοινώνει ότι η καταμέτρηση έληξε –θα εκφωνήσει τα τελικά αποτελέσματα.
Τότε γίνεται και η τελική επίθεση, κόσμος πολύς ορμάει προς το προεδρείο αλλά το ανθρώπινο τείχος κρατάει μέχρι να τελειώσει την απαγγελία ο χοντρός κι έτσι μαθαίνω ότι οι Αυτόνομοι είναι η τρίτη δύναμη στη σχολή, μετά την ΠΣΚ και την ΠΑΣΠ. Τι λες ρε παιδί μου…

Βγαίνω έξω όσο πιο αθόρυβα γίνεται, εγκαταλείπω το κτίριο –ο κρύος αέρας της νύχτας με τρυπάει, συνέρχομαι. Τελικά όλα πάνε χειρότερα κι όταν καλυτερεύουν τόσο το χειρότερο για μας… Είμαστε πιασμένοι στο δόκανο, αν θέλουμε να γλιτώσουμε πρέπει να κόψουμε το πόδι μας. Το χέρι μας ή την καρδιά μας. Και μετά τι αξία θα έχει να συνεχίσουμε, αφού δεν θα είμαστε πια οι ίδιοι;


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους The Cure.

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

8. «Ένα άλλο κορίτσι, ένας άλλος πλανήτης»



Στο κέντρο της πλατείας έχουν ανάψει μια βρωμερή φωτιά, στάχτες προσγειώνονται στις καρέκλες του ΤΣΑΦ και της Μαρωνίτας, κάτι φρικαρισμένοι φρίκουλες χοροπηδάνε γύρω της σαν ινδιάνοι που ξέμειναν από νερό της φωτιάς. Από τον πεζόδρομο εμφανίζεται ο Άσιμος με την πέντε-έξι αρκουδιάρηδες που τον ακολουθούν εκστασιασμένοι κοπανώντας τουμπερλέκια –με πιάνει μια ξεγυρισμένη αναγούλα. Δεν έχω γόνατα να πάω ούτε μέχρι τα φλιπέρια, ακουμπάω σ΄ένα τοίχο και περιμένω το μοιραίο που ποτέ δεν έρχεται στην ώρα του. Ο Καβάτζας μαζί με τον άλλο το Βαγγέλη πλησιάζουν όλο βιασύνη, πέφτουν πάνω μου, παρά λίγο να σωριαστούμε.
«Ίσωμα στραβάδια», ξεφυσάω.
«Θάνατος στους φοιτητές, τους αυριανούς διευθυντές», γελάει ο Καβάτζας.
Ο Βαγγέλης χεσμένος από τα σιρόπια κοιτάζει τριγύρω.
«Πρέπει να μαζέψουμε ξύλα», μουρμουρίζει.
«Γιατί; Έρχεται βαρύς χειμώνας;» απορώ.
Ο Βαγγέλης εξαφανίζεται τρέχοντας –ούτε που με άκουσε.
«Τι παίζει;» ρωτάω τον Καβάτζα.
«Λίγα πράγματα…» μουρμουρίζει ενώ μου τρακάρει τσιγάρο.
«Τόσο καλά...» καταλήγω.

Πάω μέχρι το περίπτερο του Μαοϊκού, εξοπλίζομαι με δυο Καμήλες φιλοπερίεργες –ψάχνω για κάποια καλή διάθεση…
«Ανάψαμε», κάνω νόημα στο Μαοϊκό δείχνοντας τη φωτιά.
«Μπα –ακόμα σβηστοί είμαστε», σχολιάζει μέσα από τα δόντια του.
Έχει τα δίκια του. Καμιά φωτιά δεν είναι ικανή να μας ζεστάνει, πάει καιρός τώρα…
Στο μεταξύ, ένας μαλάκας με πατέντα έχει βρει κάποιον πυροσβεστήρα και τρέχει να τον πετάξει στη φωτιά, στη μέση της πλατείας –άλλοι τρέχουν πίσω του να τον προλάβουν, τους ξεφεύγει, ο κόσμος το βάζει στα πόδια πανικόβλητος, ο μαλάκας εκτοξεύει τον πυροσβεστήρα όταν φτάνει στα 3 μέτρα από τη φωτιά και αστοχεί. Η πλατεία γίνεται ένα τεράστιο χάχανο.
Νυστάζω και πονάνε τα γόνατά μου –ήρθα κατευθείαν από τη γαμωσυνέλευση και βγαίνει η κούραση από τους πόρους του δέρματός μου, σταχτί ιδρώτας. Πάω μέχρι τη μηχανή, βγάζω το πέταλο, κόβω κίνηση –πουθενά να τρέξεις, πουθενά να κρυφτείς…
Είναι η μέρα, δηλαδή η νύχτα, που θα δω τι είναι αυτός ο ΠΗΓΑΣΟΣ για τον οποίο πολλοί μιλάνε πολύ. Τηλεμάχου –δυο στενά πάνω από την πλατεία, πας και με τα πόδια, αλλά πώς ξαναγυρνάς… Στην τρίτη μανιβελιά η μηχανή αρχίζει να δουλεύει, φεύγω πιο αποκαμωμένος από πορεία Ειρήνης στο Καλλιμάρμαρο.
Έξω από το κωλάδικο είναι παρκαρισμένα μπόλικα παπιά και κάτι εντούρια χάρβαλα –το σκέφτομαι σοβαρά να παρκάρω εκεί και το δικό μου, ίσως παρακαλέσω το φρουρό να ρίχνει κάνα μάτι μη μου το γδύσουν τίποτα ηλεκτρολόγοι, αλλά δεν έχω διάθεση ούτε να φτύσω…
Περνάω από την είσοδο του μαγαζιού, χαζεύω αφίσες συγκροτημάτων που ξέρω, άλλων που δεν ξέρω και πολλών που θα ήθελα να μάθω –με μια κουβέντα, βίδωσέ με εκεί μέσα κι άσε με, αφεντικό –θέλω να τους δω όλους.
Μέσα είναι κάμποσοι μαζεμένοι, υπάρχει μια μικρή σκηνή που δεν την παίρνεις χαμπάρι με την πρώτη –πηγαίνω προς το μπαρ, βλέπω ένα εύκαιρο σκαμπό, σκαρφαλώνω και προσπαθώ να ανασυνταχτώ. Κοιτάζω τον κόσμο τριγύρω –ωραίοι, δικοί μου, νιώθω άνετα. Από τα ηχεία παίζει Cramps, ο κόσμος κουνιέται ελαφρά, κατεβάζοντας μπουκάλια μπύρας, έχει κι ένα δωμάτιο παραδίπλα με τραπεζάκια γεμάτα κόσμο που κάνει φασαρία.
Ο μπάρμαν είναι ωραίος τύπος –κάνει χαβαλέ με τον ντιτζέι, κάπου τον ξέρω το ντιτζέι αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ.
«Μαλάκα Ντάνυ –αν δε φέρεις κάτι να πιω ΤΩΡΑ, δεν έχει ούτε μουσική ούτε λάιβ», γελάει ο ντιτζέι στο μπάρμαν.
«Εγώ πάντως θα την έπινα μια Στολίσναγια με τόνικ», χώνομαι ανάμεσά τους.
«Εσύ κι ο Σιντ Βίσιους», μουρμουρίζει ο μπάρμαν Ντάνυ.
Δέσαμε…

Καπνίζω και κατεβάζω τη βότκα αργά γιατί δεν είμαι για σπατάλες –δυο κορίτσια έρχονται κι ακουμπάνε στη μπάρα δίπλα μου, τζιν μπουφάν με κονκάρδες, κολλητά παντελόνια και ψηλές μπότες, τις κόβω με την άκρη του ματιού μου, δε θέλω να πιστέψω ότι άνοιξε η τύχη μου αλλά τα δεδομένα έχουν μια τάση να με διαψεύσουν. Η πιο κοντινή μου έχει ξανθό μαλλί εντελώς Cure και η διπλανή της κόκκινο τύπου Ziggy. Όμορφες και οι δύο ή έτσι μου φαίνεται.
«Ποιοι θα παίξουν;» ρωτάω στο αδιάφορο.
Η ξανθιά με κοιτάζει –ξεκινάει να με κόβει με μισό μάτι αλλά στην πορεία μαλακώνει κάπως. Μάλλον είδε τα χάλια μου και με λυπήθηκε.
«Οι Νέφος –δεν είδες την αφίσα;» απορεί.
Τους ξέρω τους Cpt Neφος, έχω και το σινγκλάκι τους από το Χάπενινγκ –υπέροχα…
«Δεν προσέχω τις αφίσες γιατί έχω πρόβλημα με τις μέρες», παραδέχομαι.
«Τι πρόβλημα;» απορεί η ξανθιά.
«Χάνω μέρες, είμαι χασομέρης…» απαντάω.
Με κοιτάζει λες και της πάσαρα κακάδι από τη μύτη μου.
«Εσύ;» συνεχίζω απτόητος.
«Αν έχω πρόβλημα με τις μέρες;» ρωτάει.
«Γενικά ρε παιδί μου…» λέω για να πω κάτι.
«Νατάσα», μου απαντάει στο ξεκάρφωτο.
Λέω το όνομά μου και τη βλέπω να γυρίζει προς τη φίλη της για να το μεταφέρει. Η κοκκινομάλλα γέρνει προς το μέρος μου.
«Λία», μου λέει.
«Ενδιαφέρον», παρατηρώ.
«Τι πράγμα;» ρωτάει.
Το αφήνω να περάσει γιατί αν τους κάνω κι άλλο αστειάκι θα φωνάξουν τους μπάτσους από δίπλα να με δέσουν.
«Σε ποια σχολή;» με ρωτάει η Νατάσα.
Τι διάολο –βρωμάω φοιτητίλα;
«Πάντειο –εσείς;»
«Αγγλική φιλολογία», απαντάνε με ένα στόμα.
Ε, και λοιπόν;
Τότε πετάγεται ο ντιτζέι από τη θέση του και ανεβαίνει στη σκηνή -από τα τραπέζια του άλλου δωματίου εμφανίζονται κάμποσοι ακόμα –εμφανώς οι Cpt Neφος. Τους έχω ξαναδεί στου Γκύζη, αλλά στο σινγκλάκι δεν ήταν τόσο πανκ –έχουν και σαξόφωνο πλέον. Η μουσική έχει σταματήσει και το συγκρότημα χαιρετάει βιαστικά –ξεκινάνε, κάμποσοι βγαίνουν μπροστά για να χορέψουν, να φωνάξουν -χαμογελάω. Δεν είμαι πια κουρασμένος.
«Ωραίοι», λέω στη Νατάσα δίπλα μου.
Χαμογελάει, με κοιτάζει κάπως περίεργα και τη βλέπω ότι γυρίζει στη φίλη της.
«Θα μας προσέχεις λίγο τα πράγματα να πάμε μια τουαλέτα», μου λέει.
«Ευχαρίστως», χαμογελάω τυπικά.
Γι΄αυτό λοιπόν με θέλανε οι γκόμενες. Για να τους φυλάω τις τσάντες όσο πουδράρουν τις μύτες τους… Δε γαμιέται –τουλάχιστον υπάρχει το συγκρότημα…
Το οποίο κόβει κώλους πάνω στην ανύπαρκτη σκηνή. Θα σηκωνόμουν να πέσω πάνω στους άγριους που κοπανιούνται στην πρώτη σειρά αλλά φοβάμαι ότι στα δυο βήματα θα καταρρεύσω σαν κέντα που σκάει δίπλα σε φλος ρουαγιάλ.
«Πιάσε μια μπύρα Ντάνυ, απόψε θα διψάσουμε», φωνάζει κάποιος δίπλα στ΄ αυτί μου.
Γυρίζω ξαφνιασμένος και πέφτω πάνω στον Άλκη.
«Τι θες εσύ εδώ ρε;» μάλλον το λέμε ταυτόχρονα.
Τον Άλκη τον ξέρω από τη συνοικία –είναι ένα χρόνο μικρότερός μου, συχνάζουμε στα ίδια στέκια.
«Προετοιμάζομαι για πανελλήνιες», ξεκαρδίζεται ο Άλκης.
Το συγκρότημα παίζει την κλασική του διασκευή στο Guns of Brixton.
«Αυτό είναι SOS», του λέω.
«Έπεσε πέρσι, κάθε χρόνο το ίδιο θα πέφτει;» αναρωτιέται.
Πού είναι οι κοπέλες; Τώρα που είμαστε δύο ίσως να μπορούσαμε να προωθηθούμε πιο εύκολα…

Το συγκρότημα τελειώνει –ο χώρος γεμάτος ιδρώτα και οι κοπέλες είναι πάλι δίπλα μου. Πότε ήρθαν, δεν το κατάλαβα. Σπινταρισμένες, γελάνε πολύ, κοιτάζουν ακόμα περισσότερο –τι σκατά να κάνω μόνος μου;
«Πού θα πάτε μετά;» ρωτάω αποφασισμένος να μην πέσω χωρίς να προσπαθήσω.
«Δεν ξέρω», λέει η Νατάσα. «Πού θα πάμε;» ρωτάει τη Λία.
«Θα πάμε κάπου;» απορεί η Λία.
Το ξέρω αυτό το κόλπο –καταλήγει στο «έχουμε δουλειά αύριο, θα πρέπει να γυρίσουμε σπίτια μας» για να ξεφορτωθούν τον ενοχλητικό.
«Εσύ πού προτείνεις;» με ρωτάει η Νατάσα.
Αυτό δεν το περίμενα…
 «Εγώ είμαι από χωριό –δεν τα ξέρω τα κατατόπια… Παίζει κάνα μπαράκι στα πέριξ;» ψελλίζω.
«Από χωριό ε»; με κοιτάζει περίεργα η Λία. «Από πού;»
Της λέω το προάστιο που μένω.
«Καλέ αυτό είναι εδώ παραέξω…» γελάει η Νατάσα.
«Ναι –αλλά χωριό…» επισημαίνω.
«Ε, αφού είσαι άβγαλτος, να σε ξεναγήσουμε στη μεγάλη πόλη», γελάει η Λία.
«Πού θα τον πάμε;» ρωτάει η Νατάσα.
«Πού αλλού; Βιτόφσκι…» αποφαίνεται η κοσμογυρισμένη Λία.
Γίναμε…

Φεύγουμε μπροστά στο μπάτσο τρικάβαλο –κωλώνω λιγάκι μη μας την πέσουν τίποτα περιπολικά αλλά ο μπάτσος δε δίνει δεκάρα, έχει βάλει κάποιο κρύο και η Λία που είναι στο ενδιάμεσο, κολλάει πάνω μου κι εγώ ξεχνάω τα πάντα γιατί τελικά η ζωή μπορεί και να είναι υπέροχη.
Μέχρι να φτάσουμε στο Βιτόφσκι τουλάχιστον…

Γιατί εκεί μέσα τις χάνω –πέφτουν στις αγκαλιές γνωστών και φίλων, βρίσκομαι μόνος και κλασσικός μαλάκας που χρησιμεύει ως ταρίφας. Ψάχνομαι για λεφτά, στύβω τις τσέπες για να πιω μια μπύρα, ακουμπάω σ΄έναν τοίχο, σκέφτομαι ότι θα μείνω εδώ μέχρι να με βαρεθεί ο τοίχος –όλα τα καλά παιδιά πετάγονται στη μέση του μαγαζιού με τη σειρά τους, ανάλογα με το σήμα που παίρνουν από τα ηχεία. Οι σαϊκομπιλάδες πανηγυρίζουν για κάποιο Έγκλημα στο νεκροταφείο, οι κιουράδες κόβουν νευριασμένοι βόλτες γιατί πήρε φωτιά στο Κάιρο, οι πάνκηδες σκάνε επί δικαίων και αδίκων για να αποδείξουν ότι η Σούπα είναι καλό φαγητό –κάπου εκεί αρχίζω να καταλαβαίνω πιο άνετα τους στίχους των τραγουδιών γιατί έχουν μπει τα Κειμήλια των Metro Decay, ο κόσμος φρενάρει –το κομμάτι γαμάει αλλά είναι δικό μας το συγκρότημα, σιγά μη χορέψουμε μ΄ αυτούς…
«Τι κάνεις εδώ μόνος σου;» με βουτάει από το μπράτσο η Νατάσα. Έχει κολλήσει το στόμα της στο αυτί μου και μυρίζω το άρωμά της ανακατεμένο με ιδρώτα –φτιάχνομαι.
«Την είδα απόμαχος κι έτσι…» χαμογελάω.
«Άσε βρε τις σαχλαμάρες… Η δικιά μου σε γουστάρει, το κατάλαβες, έτσι;»
Χάνω επαφή με τις πατούσες μου –το πρόβλημα εντοπίζεται μάλλον στα γόνατα που έχουν λυθεί και πάνε μόνα τους. Στηρίζομαι στον τοίχο, πίνω μια γερή γουλιά μπύρα, πνίγομαι.
«Έτσι ε;» λέω σαν κλασσικός ηλίθιος.
«Άντε να της πεις καμιά κουβέντα –τι περιμένεις;» μου σφυρίζει η Νατάσα και χάνεται σε μια παρέα με νιουγουεϊβάδες.
Τελειώνω τη μπύρα, καθυστερώ λίγο μπας και πουλήσω μούρη –σε ποιον όμως; Η Λία κάθεται σ΄ένα τραπέζι τίγκα στα μπουκάλια και στα ξεχειλισμένα τασάκια, την πλησιάζω –τραβάω μια καρέκλα δίπλα της.
«Πώς πάει; Διασκεδάζουμε;» τη ρωτάω.
«Μπα –ψιλοβαριέμαι…» παραδέχεται.
«Κι εγώ το ίδιο ήμουν πριν λίγο», λέω.
«Μπα; Και τώρα τι άλλαξε;» με κοιτάζει απορημένη.
«Τώρα… μιλάω μαζί σου», λέω με υφάκι μεγάλου εραστή.
Χαμογελάει.
«Και θα με κάνεις κι εμένα να μη βαριέμαι;» με κοιτάζει με βλέμμα απ΄αυτά που κάνουν τα παγωτά να τρώγονται με κουταλάκι.
Τραβάω πιο κοντά την καρέκλα –το σωστό είναι να της την πέσω στα ίσα αλλά ακόμα κωλώνω.
«Μπορώ να σε κάνω να μη βαριέσαι γενικώς, αλλά να βαριέσαι εμένα ειδικώς», χαμογελάω και κάπου στο σύμπαν ένας πλανήτης πεθαίνει παγωμένος από το κρύο αστείο.
«Ε, τότε…» λέει εκείνη.
Και γέρνει προς το μέρος μου –εντάξει, τόσο μαλάκας δεν είμαι –την τραβάω κι άλλο κοντά μου και τη φιλάω, κανονικά, με απ΄ όλα…
Ξεκολλάμε για λίγο αλλά ξανακολλάμε επιτόπου γιατί μας άρεσε αυτό που κάναμε προηγουμένως –η Λία μυρίζει τσιγάρο και βαρύ άρωμα κι έχει την τάση να κολλάει πάνω μου εντελώς εφαρμοστικά –αυτό πολύ μου αρέσει.
«Τι έγινε; Λίγο σας άφησα μόνους κι αρχίσατε τα σαλιαρίσματα;» φωνάζει η Νατάσα πάνω από το κεφάλι μας.
Ναι –κρατήσου μην πέσεις από κάνα σύννεφο…

Της χαμογελάμε αγκαλιασμένοι σε στυλ σκανδαλιάρικα παιδιά και τέτοιες γελοιότητες, η Λία ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο μου –υπέροχη κατάσταση.
«Θα πάμε από το σπίτι του Νίκου –θες να ΄ρθεις;» τη ρωτάει η Νατάσα.
Μαγκώνω κάπως –τι πουστιά είναι αυτή τώρα;
«Μπα, βαριέμαι… Λέω να γυρίσω σπίτι να την πέσω», απαντάει η Λία.
Τι εννοεί η ποιήτρια; Μου βάζει πάγο ή μου κάνει σήμα για τα περαιτέρω;

 Ξαναμένουμε οι δυο μας.
«Θέλεις να σε πάω σπίτι;» της προτείνω.
«Ας πιούμε ένα τελευταίο…» λέει. «Βασικά δε γούσταρα να πάω μαζί τους».
«Αυτό σημαίνει ότι γουστάρεις να είσαι μαζί μου;» ρωτάω ηλιθιωδώς.
«Θα δείξει…» μουρμουρίζει καθώς σηκώνεται.
«Τι να σου φέρω;»
«Είμαι ταπί», της εξηγώ.
«Τζιν πίνεις;»
«Και πίνω και φοράω».
«Θα φέρω ένα και για τους δυο μας», δηλώνει πηγαίνοντας προς το μπαρ.
Την χαζεύω να απομακρύνεται –έχει ατέλειωτα πόδια και μια κίνηση γατίσια, τι χρώμα έχουν τα μάτια της; Από βυζιά πώς πάει; Να θυμηθώ να τα ψάξω όλα αυτά…

Και τότε ανοίγει η πόρτα του μαγαζιού κι εμφανίζονται 5 κουρεμένοι –περπατάνε σε παράταξη μέχρι το κέντρο του μαγαζιού -πέφτει παγωμάρα. Οι παρέες μαζεύονται σε επιφυλακή. Εγώ κάθομαι σαν τον καλό μαλάκα στο τραπεζάκι μου αφού δεν έχω πού να πάω. Ψάχνω για τους νιουγουεϊβάδες της Νατάσας αλλά μάταια. Η Λία περιμένει στο μπαρ αμέριμνη.
Οι κουρεμένοι κοπανάνε τις βρωμοαρβύλες τους στο πάτωμα και κάτι φωνάζουν, στήνω αυτί. Κάποιον ψάχνουν. Και τελικά βρίσκω την παρέα της Νατάσας, γιατί οι σκινάδες έχουν βουτήξει έναν από τους δικούς της και τον κοπανάνε. Αρχίζω να ιδρώνω –εδώ μέσα θα πεθάνουμε. Σηκώνομαι, περιμένω να δω ανταπόκριση από το μαγαζί, οι πάνκηδες είναι στην τσίτα, εύχομαι να μην πάω άκλαυτος.
«Αφήστε τον ρε γαμημένοι», γκαρίζω.
Κοντοστέκομαι για να μετρήσω πόσες θα μαζέψω –αλλά εκείνη τη στιγμή σκάνε πάνω τους οι πάνκηδες συντονισμένοι, παίρνει γραμμή και το υπόλοιπο μαγαζί, βάζουν στη μέση τους κουρεμένους και βαράνε κατά βούληση. Ησυχάζω –φτηνά τη γλιτώσαμε…
Τρέχω κατά το μπαρ, βρίσκω τη Λία, την τραβάω κοντά μου γιατί έχει σπάσει ο κύκλος και τα σκίνια κάνουν πίσω προς το μέρος μας. Ένας απ΄ αυτούς στρίβει, τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα, ρίχνει μια κλωτσιά στον αέρα επειδή νομίζει ότι πάμε να του κόψουμε το δρόμο –μπαίνω μπροστά της, μαζεύω την κλωτσιά στην αριστερή γάμπα, σφίγγω τα δόντια. Ο κουρεμένος παίρνει θάρρος, μας πλησιάζει κι άλλο –είναι όμως ηλίθιος γιατί έχει γυρίσει την πλάτη στους υπόλοιπους –κάποιος κιουράς του σκάει ένα μπουκάλι μπύρας στην κεφάλα, ο σκιν γονατίζει μέσα στα αίματα. Η Λία ουρλιάζει, την τραβάω προς την έξοδο.

Πεταγόμαστε έξω, μας χτυπάει κρύος αέρας αλλά δεν ξέρω αν είναι απ΄ αυτό που τρέμει η Λία. Από το μαγαζί ακούγονται φωνές και σπασίματα.
«Πάμε να φύγουμε», λέει κλαίγοντας.
«Ναι», μουρμουρίζω αλλά δεν κουνάω από τη θέση μου.
Θέλω να δω που θα καταλήξει όλο αυτό.
«Πάμε», μου φωνάζει.
Διακρίνω μια υστερία που όλο πλησιάζει. Την τραβάω λοιπόν προς τη μηχανή και την κρατάω αγκαλιά με την πλάτη γυρισμένη προς την πόρτα. Το σκέφτομαι. Δεν βλέπω άλλους κουρεμένους στα πέριξ –μάλλον ο κόσμος στο μπαρ θα τους τσακίσει και θα τους πετάξει στα σκουπίδια. Τη σπρώχνω απαλά πίσω, ανεβαίνω στη μηχανή, τη νιώθω να ανεβαίνει πίσω μου.
«Πού πάμε;» ρωτάω πριν ξεκινήσουμε.
Μου γυρίσει το κεφάλι προς τα πίσω, κοντεύει να μου στραμπουλίξει το σβέρκο αλλά μου σκάει ένα ξεγυρισμένο φιλί και το ξεχνάω.
«Σπίτι μου να πηδηχτούμε», βογκάει.
Δε μου φαίνεται άσχημο σαν ιδέα… Ξεκινάω καρφωμένος χωρίς καν να τη ρωτήσω που μένει. Δεν έχει σημασία…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους The Only Ones

Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2016

7. «Το μόνο που θέλαμε ήταν τα πάντα»


«Ακούστε –δηλώνω ένοχος μισανθρωπίας/ Κρεμάστε με, θα το εκτιμήσω ιδιαιτέρως…» Ο δίσκος γυρίζει στο πικάπ, ο Νίκολας Έντουαρντ Κέιβ (Νικ για εχθρούς και φίλους) ασχολείται με Μύγες Χωρίς Φτερά κι εγώ έχω ανοίξει το παράθυρο για να μη ντουμανιάσουμε. Όλα είναι καλά όταν έχεις καλή παρέα –χτες βράδυ είδα το Out of the blue στην ΕΛΛΗ και βγήκα από το σινεμά άρρωστος με τη Λίντα Μανζ, μετά κατέβηκα Πλάκα για να τσεκάρω τα κλειστά κλαμπ (κάποιο πογκρόμ εκεί πέρα, τίποτα δεν αφήσανε πέρα από τα τηγανητά κολοκύθια με τζατζίκι) και σε λίγο πρέπει να γυρίσω το δίσκο στη δεύτερη πλευρά, να κλείσω και το παράθυρο –κάνει κρύο εκεί έξω.  Έχω ακούσει για ένα μαγαζί κοντά στην πλατεία, Πήγασος το όνομα, δίπλα στο κωλάδικο της περιοχής –τα σπάνε κάθε βράδυ, λέει -ποιος καργιόλης το λέει; Δεν έχει σημασία –θα περάσω να κόψω κίνηση…
Στο απέναντι σπίτι, στον πρώτο όροφο, μια πιτσιρίκα απλώνει κιλότες και σουτιέν –ωραία πράγματα, την έχω πάρει γραμμή την πιτσιρίκα –μετακόμισε πρόσφατα με τους γονείς της, καλή είναι, ξανθό μαλλί, κολλητά μπλουζάκια, αλλά βούρλο. Με ρώταγε τις προάλλες αν ξέρω ποιο λεωφορείο πάει στην παραλία γιατί είχε ραντεβού για μπόουλινγκ, άκου μπόουλινγκ… Να φορέσουμε και τίποτα πατίνια, να γυρνάει και η ντισκόμπαλα, να γίνουμε Μπαρμπαρέλα –άσε μας ρε νιάνιαρο. Όχι ότι είχε ασχοληθεί μαζί μου η κοπέλα δηλαδή κι όχι ότι αν ασχολιόταν θα με χάλαγε –γενικά μιλάμε… Για μοναξιά λόγω παραίτησης –κατάλαβες; Δε θέλω κανέναν, δε με θέλει κανένας και γι΄αυτό δεν κάνω τίποτα. Μόνο γυρνάω τους δίσκους τούμπα σαν ψήστης σε σουβλατζίδικο και ψάχνω να βρω πώς θα ξεχωρίσω το αύριο από το σήμερα, όταν τίποτα δεν αλλάζει και τίποτα δε γίνεται…

Έχει συννεφιά στο δρόμο για τη σχολή, το πάει για ψιλόβροχο. Οδηγώ τη μηχανή σα να πηγαίνω στον οδοντίατρο, δε θέλω να πάω, πώς το λένε, «όχι, δε με συγκινεί/ ακόμα κι αν την έχω δει την ταινία/ δεν θέλω να πιάσω το σφυγμό σου/ δεν θέλω να πάω στο Τσέλσι», ο Έλβις είναι Βασιλιάς ρε καργιόληδες! Ο καινούργιος Έλβις…
Το γεγονός είναι ότι δεν θέλω να τη δω, δε θέλω να πέσω πάνω της, αλλά είναι η μέρα της γενικής συνέλευσης, δε χάνονται αυτά.

 Το καφενείο του Βαστάζου είναι γεμάτο Κνίτες, στο καφενείο του Πανάγου έχουν αράξει οι Πασπίτες –όποιος έρχεται νωρίς βρίσκει θέση κι έτσι εμείς με τους Αγωνίτες ξεμένουμε στο γρασίδι, δίπλα στο άγαλμα, με κίνδυνο να πάθουμε κόψιμο αφού το χορτάρι είναι μουσκίδι.
Πλεύρισα τους δικούς μου -ο Παπ, η Μαρία, η Αλέκα, η Βιβή και κάμποσοι ακόμα –ο Πάρης που με χαιρέτησε λες και ήμασταν κολλητοί από το νηπιαγωγείο κι ο μαλάκας ο Μάκης πρώτη μούρη στο Καβούρι. Τράβηξα τον Παπ παράμερα.
«Τι θέλει αυτός ο μαλάκας εδώ;»
Χαμογέλασε.
«Στηρίζει…» ψιθύρισε κοπανώντας ένα τσιγάρο στο νύχι του.
«Αυτός είναι κομματόσκυλο ρε…»
«Ναι, αλλά χωρίς αφεντικό».
«Και τι ρόλο βαράμε εμείς; Μπόγιας ή Φιλοζωική Αμαρουσίου;»
Με χτύπησε στην πλάτη.
«Τι προτείνεις δηλαδή; Να του πούμε ότι επειδή ήταν σε κόμμα και μιλάει σα ντουντούκα δε χωράει ανάμεσά μας;»
Το σκέφτηκα –είχε δίκιο. Αλλά και πάλι…
«Εξακολουθεί να μη μου κολλάει», διαπίστωσα.
«Άμα δεν κολλάει θα πέσει από μόνος του», με καθησύχασε ο Παπ και την έκανε.
Έξυσα το κεφάλι μου σκεπτικός και κάπως έτσι με πέτυχε ο Χωρικός.
«Τι έγινε ρε κωλοπαίδι; Γαμήσαμε;» ρώτησε.
«Γαμηθήκαμε», τον γείωσα και σκοτείνιασα.
Ο Πάρης μίλαγε με τη Βιβή και μου έκαναν νόημα –πήγα κοντά τους γιατί δεν είχα όρεξη να συνεχίσω αυτή την κουβέντα.
«Για έλα κι από μας αγόρι μου –στήνουμε μια φράξια και θέλουμε τη βοήθειά σου», γέλασε ο Πάρης.
«Μαλάκες Κνίτες…» μούγκρισε η Βιβή δείχνοντάς τον. «Θέλει να σου πει ότι λέμε να χτυπήσουμε καμιά μπύρα αν είσαι μέσα».
«Μέσα», συμφώνησα.
«Ωραία…» χάρηκε η Βιβή. «Θα πας να φέρεις από το περίπτερο;»
«Γιατί εγώ;»
«Επειδή είσαι ο μικρότερος –έλα τελείωνε…» διέταξε η Βιβή.
Βλαστήμησα, συμφώνησα κι έφυγα. Στο δρόμο ψάχτηκα για λεφτά –είχα.

Ο περιπτεράς μού έβαλε τα κουτάκια σε μια πλαστική σακούλα και πήρα το δρόμο της επιστροφής –στην καγκελόπορτα τράκαρα με τη Μαργαρίτα.
«Επ, τι κάνεις;» με πλεύρισε.
«Περιμένω να χωρίσεις για να σε παντρευτώ», είπα μουτρωμένα άνευ λόγου.
Γέλασε.
«Ελπίζω να μη σου δημιουργήσαμε πρόβλημα με τους φίλους μου τα ζώα, τις προάλλες», συνέχισα.
«Όχι καλέ… Μια χαρά παιδιά ήταν».
«Ναι, αλλά ήταν και δυο τρομάρες μαζί…»
Γέλασε πάλι. Μα τι αστείος που είμαι ο πούστης
«Θα πας συνέλευση;» με ρώτησε.
«Ναι –εσύ;»
«Δεν ξέρω ακόμα…»
«Δεν έρχεσαι μαζί μας; Έχουμε και μπύρες», πρότεινα σηκώνοντας τη σακούλα.
«Ξέρω ‘γω;» σήκωσε τους ώμους.
«Έλα μωρέ –τι το σκέφτεσαι;» είπα και ξεκίνησα χωρίς να την περιμένω.
Με ακολούθησε –βρήκαμε τους υπόλοιπους να λιάζονται.
«Για μπύρες σε στείλαμε με γυναίκα γύρισες…» παρατήρησε η Βιβή.
«Σκέτος καρδιοκατακτητής αυτό το παιδί», κορόιδεψε ο Πάρης.
«Το γελάς;» έκανε η Μαργαρίτα και με έπιασε αγκαζέ συνεχίζοντας την πλάκα.
Κούμπωσα –δε με παρατάτε ήσυχο όλοι σας;
Και η κατάσταση χειροτέρεψε γιατί είδα από απέναντι την Άσπα να καταφθάνει παρέα με το Βασιλιά –πήγαν κι έκατσαν σε ένα παγκάκι μακριά μας, ο Βασιλιάς με χαιρέτησε, η Άσπα ούτε που με κοίταξε.
Μοίρασα τις μπύρες –η Μαργαρίτα φυσικά δεν πήρε –και αράξαμε σε κύκλο που όλο μεγάλωνε, γινόταν μια φασαρία ατελείωτη γιατί ο Πάρης έλεγε κάτι ιστορίες από την ΚΝΕ, έκανε πονηρά υπονοούμενα στη Μαρία και έβαζε πάγο στην Αλέκα που τον καλόβλεπε απροκάλυπτα. Κάπου εκεί είδαμε τα πλήθη να εισβάλλουν στο εσωτερικό της σχολής και καταλάβαμε ότι άρχιζε η συνέλευση οπότε στείλαμε την Αλέκα να φέρει καινούργιες μπύρες.

«Ωραία είσαστε εδώ», μου ψιθύρισε κάποια στιγμή η Μαργαρίτα.
«Τι θα πει είσαστε;» απόρησα. «Είμαστε –κι εσύ εδώ είσαι».
Με κοίταξε κάπως σκεφτική ή θλιμμένη –δεν τα καλοξεχωρίζω αυτά.
«Πρέπει να φύγω σε λίγο», είπε.
«Κάτσε μέχρι να φύγεις», πρότεινα.
«Ποιον κοροϊδεύω;» αναρωτήθηκε.
«Ελπίζω όχι τον εαυτό σου», της ξέκοψα.
«Τώρα –εσύ μπορεί να θέλεις να με βοηθήσεις σε κάτι…» έκανε σκεπτικά.
«Ή μπορεί και να θέλω να στην πέσω», πρόσθεσα κακόκεφα.
«Αλήθεια;» με κοίταξε πολύ σοβαρά.
«Αν αυτό τονώσει την αυτοπεποίθησή σου, γιατί όχι;» ξέφυγα πούστικα.
«Είσαι λίγο κακός», είπε.
«Μαλάκας είμαι –μη φοβάσαι τις λέξεις…» της ξεκαθάρισα και της γύρισα την πλάτη.

Τότε ακούσαμε μια φασαρία ακατάστατη σα να κύλαγε βράχος σε κλιμακοστάσιο πολυκατοικίας, σταματήσαμε ότι κάναμε (όχι οτι κάναμε και τίποτα δηλαδή) κι αρχίσαμε να ψαχνόμαστε. Από την πλαϊνή πύλη έμπαιναν κάμποσοι αγριεμένοι –τσακώνονταν με όποιον έπεφτε πάνω τους, σπρώχνανε κάτι τραπεζάκια κομματικών οργανώσεων, δυο-τρεις μάλιστα είχανε μπει σ΄ένα παρτέρι (μάλλον κατά λάθος) και ποδοπατούσαν κάτι ζουμπούλια (μάλλον από πρόθεση).
«Τι σκατά είναι αυτοί οι βρωμιάρηδες;» κούμπωσε η Βιβή.
«Ήρθαν τα ΚΝΑΤ», είπε ένας τυπάκος με ψυχεδελικό μπλουζάκι από πίσω μας.
Σφίχτηκα κάπως γιατί τώρα που πλησίαζαν τους έβλεπα καλύτερα και ήταν όλοι τους τριαντάρηδες και βάλε –λαχαναγορίτες, οικοδόμοι, κάτι τέτοιο. Όση σχέση είχα εγώ με την κηπουρική άλλη τόση είχαν κι αυτοί με πανεπιστήμιο.

Όλο το γρασίδι σηκώθηκε αυτόματα –γίναμε μια ομάδα με τους Αγωνίτες και περιμέναμε.
«Μην κάνετε τίποτα, μη δίνετε αφορμή», φώναξε ένας χοντρούλης με μπλουζάκι πόλο, προφανώς ο Αρχιαγωνίτης. Τα ΚΝΑΤ μπήκαν στη σχολή από την κύρια είσοδο και εξαφανίστηκαν.
«Πάμε μέσα», είπα.
«Όχι ακόμα», με κράτησε ο Παπ.
Η Μαργαρίτα δίπλα μου καθόταν στα καρφιά (πράγμα περίεργο αφού είχε εδώ και ώρα σηκωθεί όρθια), της έπιασα το μπράτσο και ήρθε λίγο πιο κοντά για να πάρει κουράγιο. Μάλλον.
«Καλύτερα να φύγεις», της είπα.
«Καλύτερα να μείνω», μου απάντησε.
Κι έτσι αμίλητοι όλοι μας περιμέναμε την ώρα να περάσει και η ώρα πέρασε –από την πίσω πλευρά της σχολής εμφανίστηκε η παρέα του Μαρκήσιου εμφανώς αργοπορημένη αλλά και μεγαλοπρεπώς αδιάφορη, τους έβλεπες και νόμιζες ότι φεύγουν κι ας ήξερες ότι μόλις ήρθαν.

Μπήκαμε στο μεγάλο αμφιθέατρο κουμπωμένοι σα σκαντζόχοιροι και πέσαμε σε μια χάβρα ανυπόφορη. Ένα κάποιο προεδρείο στην έδρα τσακωνόταν με τους εκπροσώπους των παρατάξεων, ένας άμοιρος ομιλητής κράταγε το μικρόφωνο γεμάτος απορία αφού δεν ακουγόταν, τα έδρανα ήταν συννεφιασμένα με ηλιοφάνεια κατά τόπους -δεν υπήρχε περίπτωση να καθίσουμε όλοι μαζί.
Ο Παπ βολεύτηκε στα μπροστινά, η παρέα του Μαρκήσιου έπιασε τα ορεινά κι εγώ με τη Μαργαρίτα, τη Βιβή και τον Πάρη χωθήκαμε στο ενδιάμεσο. Ο ομιλητής άφησε το μικρόφωνο και αποχώρησε βρίζοντας –αποχώρησε κανονικά δηλαδή, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Κάποιος αντιτουριστικός γυαλάκιας από το προεδρείο μάς σημάδεψε με μια ντουντούκα.
«Συνάδελφοι, κάντε ησυχία», σφύριξε η ντουντούκα.
Ένας ξανθός αλογοουράς δίπλα μου σήκωσε το κεφάλι του από το έδρανο.
«Κάντε ησυχία γιατί θα ξαμολήσουν τα ΚΝΑΤ», μούγκρισε κοιτάζοντας στα πλαϊνά της αίθουσας όπου είχαν παραταχθεί οι Κνίτες όρθιοι σε στάση ‘α σε πλακώσω. Μετά ξανάπεσε για ύπνο.
Τα 10 λεπτά ησυχίας που εξασφάλισε η ντουντούκα τα εκμεταλλεύτηκε ένας Πανσπουδαστικάριος με αραιά φαλάκρα –άρπαξε το μικρόφωνο και μας ανέλυσε την ταξική πάλη, τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, τους αγώνες κατά του νόμου για την τριτοβάθμια κι άλλα πολύ ενδιαφέροντα που δεν τα καταλαβαίναμε, για να καταλήξει ότι την προηγούμενη χρονιά η σχολή είχε συμμετάσχει σε 20 πορείες διαμαρτυρίας και ο σκοπός ήταν φέτος να τα πάμε καλύτερα –κουράστηκα να τον ακούω, κουράστηκα να φαντάζομαι τις πορείες, κουράστηκα πολύ.
Ο Πανσπουδαστικάριος επιτέλους τελείωσε και έδωσε τη θέση του σε έναν Πασπίτη –με το που πήρε εκείνος το μικρόφωνο, ζωντάνεψε η αίθουσα.
«ΠΑΣΟΚ σημαίνει, πουτάνα γαμημένη», ξεκίνησαν οι πιο ποδοσφαιρικοί.
«ΕΟΚ και CIA, ευτυχία», συνέχισαν οι πιο πνευματώδεις.
«Λάκη, πού στηρίζεσαι;» ρωτούσαν οι πιο ανθρωπιστές.
«Λάκη τον λένε;» με ρώτησε η Μαργαρίτα.
«Πούστη τον λένε», γέλασα.
Ωραία περνάμε…

 Η συνέλευση συνεχίστηκε εξίσου ομαλά –όταν ανέβηκε να μιλήσει ο Αγωνίτης άρχισαν τις διακοπές τα ΚΝΑΤ, στο τέλος το παιδί τούς έβρισε κι αφορμή ήθελαν αυτοί για να το κάνουν ροντέο, πέσανε να τον κατεβάσουν, πετάχτηκαν οι δικοί του να κάνουν ασπίδα να τον σώσουν, σφύριξε διάλειμμα το προεδρείο και διαλυθήκαμε ησύχως –δηλαδή βγήκαμε όλοι μαζί από την αίθουσα, στριμωχτήκαμε στο διάδρομο, τα ΚΝΑΤ έφαγαν κάτι ψιλές από όλους τους υπόλοιπους, εγώ έχασα τους δικούς μου και κατευθυνθήκαμε προς το εστιατόριο για να λύσουμε τις διαφορές μας μεταξύ γκοτζίλα και κανταϊφιού.
Έμεινα πιο πίσω γιατί δεν άντεχα την πολυκοσμία –βρήκα τον Κύπριο σ΄ένα παγκάκι να καπνίζει, κάθισα μαζί του.
«Της πουτάνας έγινεν», μου είπε.
«Προσεχώς χειρότερα», παρατήρησα. «Θα ξαναπάς;»
«Γιατί –επήγα τώρα για να ξαναπάω;» απόρησε.
Υποκλίθηκα.

Ο κόσμος είχε αδειάσει από τον κήπο της σχολής και είχε γεμίσει το εστιατόριο –ένιωθα το στομάχι μου μασίφ σαν τσιμεντοκολώνα, τα πόδια βαριά, τη διάθεση άδεια. Τι σκατά κάνω εδώ πέρα; Συνελεύσεις χωρίς λόγο ύπαρξης, γκομενοδουλειές που δεν περιλαμβάνουν ούτε γκόμενες ούτε δουλειές, φίλοι για να μην πιάνω μόνος μου τραπέζι τεσσάρων θέσεων –τι θέλω εγώ εδώ;

Σηκώθηκα και βολτάρισα άσκοπα –ξαναμπήκα στη σχολή, χάζεψα λίγο το έμβλημα, ακούμπησα στους μαρμαρένιους τοίχους, σουλατσάρισα στις σκάλες και στις κόκκινες ξεφτισμένες μοκέτες –τι θέλω εγώ εδώ;
Έφτασα στη Γραμματεία, κάποια κυρία χασμουριόταν μέσα από το κιγκλίδωμα (ευτυχώς χωρίς μπόμπιρα χαρτοφάγο αυτή τη φορά), η πόρτα του κεντρικού αμφιθεάτρου έχασκε –τώρα που είχε κάνει διάλειμμα η συνέλευση έμοιαζε η αίθουσα πιο άδεια κι από τη δυστυχία. Η ντουντούκα ήταν παρατημένη στην έδρα –πλησίασα, την επεξεργάστηκα λίγο, ενδιαφέρον εργαλείο, με το κουμπάκι της, τα αυτοκολλητάκια της ΚΝΕ, την εργονομική λαβή για να μην πιάνεται το χέρι του τσοπάνη –υπέροχη…
Πάτησα το κουμπί, η ντουντούκα στρίγκλισε –ανατρίχιασα. Έφερα το μικρόφωνο στο στόμα, τη δοκίμασα.
«Ένα, δυο, ένα, δυο, χι…»
Ωραία ακουγόμουν –σα μαλάκας με ντουντούκα.
«Έλα, με λαμβάνεις; Ρότζερ… Προς άπαντα τα περιπολικά… Εθεάθη επικίνδυνος κακοποιός αλλά μετά τον χάσαμε… άμα τον δείτε, χάστε τον κι εσείς γιατί δεν είμαστε για μπερδέματα… Ρότζερ. Με λαμβάνεις; Α ρε μαλάκα, Ρότζερ…»
Θα τη συνέχιζα την εκπομπή μέχρι να τη γαμήσω τη μπαταρία της παλιο-ντουντούκας αλλά με διέκοψε ένα γέλιο πιο κατσαρό από την περμανάντ του Ντέιβιντ Κοβερντέιλ. Πετάχτηκα στον αέρα. Κοίταξα.
Στην πόρτα στεκόταν ένα ζευγάρι πράσινα μάτια που θα έκαναν το χλοοτάπητα του ΟΑΚΑ να κοκκινήσει από τη ντροπή του. Τα μάτια πλαισιώνονταν από ανοιχτά καστανά μακριά μαλλιά και στο ενδιάμεσο υπήρχε ένα κατάλευκο πρόσωπο βγαλμένο από αφίσα του Ρόι Λιχτενσταϊν –είχα μια τέτοια στο δωμάτιό μου και ξέρω… Την κοίταζα (την κοπέλα στην πόρτα –όχι την αφίσα) και υπολόγιζα ότι αν με ρώταγε κανείς μετά από κάνα τέταρτο αν είχε καλό σώμα θα του έλεγα ότι δεν πρόλαβα να δω, την χάζευα σλόου μόσιον, σαν όνειρο ή εφιάλτη.
«Λοιπόν; Τι έγινε τελικά;» με ρώτησε όταν βαρέθηκε να περιμένει να μαζέψω το σαγόνι μου που κρεμόταν στο πάτωμα.
«Τι έγινε;» ψέλλισα.
«Με τον επικίνδυνο κακοποιό… Τον έχασες;»
«Τον έχασα», συμφώνησα σαν ηλίθιος.
«Με λένε Κασσάνδρα», είπε πλησιάζοντας.
«Πώς σε λένε;» απόρησα.
«Κασσάνδρα», ξανάπε σιγά.
«Κασσάνδρα βέβαια…» επανέλαβα αλλά από μένα δεν ακουγόταν τόσο όμορφο.
«Η συνέλευση τελείωσε;» με ρώτησε.
«Η συνέλευση…. όχι –έκαναν διάλειμμα…»
«Α, εντάξει… θ΄αργήσουν;»
Τι να της έλεγα τώρα; Ότι δεν υπήρχε συνέλευση και δεν υπήρχε σχολή και τίποτα γενικώς δεν υπήρχε πέρα από αυτήν;
«Μπα, δε νομίζω…» ψέλλισα.
«Καλά τότε. Πάω να καθίσω», είπε και μου γύρισε την πλάτη –κατάφερα τότε να βρω την απάντηση στην υποθετική ερώτηση περί του αν είχε καλό σώμα. Όνειρο. Ή εφιάλτης.

Είχα μείνει να την κοιτάζω, με τη ντουντούκα στο χέρι, όσο εκείνη βολευόταν σε ένα έδρανο κάπου στη μέση του αμφιθεάτρου –υπολόγισα ότι πήγε και κάθισε δυο σειρές πιο κάτω απ΄ότι καθόμουν εγώ πριν –τέτοιες μαλακίες σκεφτόμουν.
Πάτησα πάλι το κουμπί της ντουντούκας –πάλι στρίγκλισμα. Γύρισε και με κοίταξε.
«Τι συμβαίνει με σένα και τη ντουντούκα τελικά;» απόρησε.
«Τίποτα, απλά προσπαθώ να τη χαλάσω», παραδέχτηκα ντροπιασμένος.
Ξεκαρδίστηκε πάλι.
«Γιατί; Τι σου έκανε;»
«Τι να μου κάνει; Είναι ντουντούκα –δε φτάνει αυτό;» αναρωτήθηκα.
Ανασήκωσε τους ώμους, έψαξε την τσάντα της, έβγαλε ένα μακρόστενο πακέτο κι από μέσα διάλεξε ένα εξίσου μακρόστενο τσιγάρο με λευκό φίλτρο. Τσακίστηκα να της ανάψω –είδε την κίνησή μου και περίμενε.
Παπάρια –ο ζίπο είχε μουλαρώσει και δεν έπαιρνε με τίποτα.
«Δεν πειράζει», με διαβεβαίωσε ψάχνοντας στην τσάντα της για αναπτήρα.
«Πρώτη φορά μου συμβαίνει», έκανα χαζά.
Γέλασε.
«Έχεις πλάκα –το ξέρεις;» με ρώτησε.
«Ναι, είμαι κάπως πλακέ», έκανα.
Δε γέλασε και με το δίκιο της.
«Πρωτοετής;» με ρώτησε.
«Ναι. Κι εσύ;»
Ένευσε.
«Από Αθήνα;»
«Όχι –από την Κέρκυρα», είπε και κοίταξε προς το παράθυρο λες και περίμενε να δει τίποτα κανταδόρους.
Τότε άρχισε η εισβολή των βαρβάρων –ορδές φοιτητών άρχισαν να μπαίνουν στην αίθουσα κλωτσώντας και σφυρίζοντας, πριν καθίσουν στις θέσεις τους ξαναθυμήθηκαν τους καυγάδες και τους συνέχισαν από εκεί ακριβώς που τους είχαν σταματήσει –εγώ στεκόμουν μετέωρος σαν πετσέτα κρεμασμένη σε ένα μόνο μανταλάκι κι έτρωγα αγκωνιές, σπρωξιές –έπαιζα με το ζίπο ο οποίος βεβαίως άναψε 5 στις 5 φορές, ο καργιόλης…
Κάτι μαντράχαλοι χώθηκαν αριστερά της Κασσάνδρας κι όσο δίσταζα βρήκαν την ευκαιρία μερικές άθλιες με ινδικές φούστες να της χωθούν από δεξιά.
«Λοιπόν… τα λέμε…» ψέλλισα όταν βαρέθηκα να στέκομαι σα χάχας.
«Ναι», είπε εκείνη και μου χαμογέλασε –οπότε έχασα ξανά επαφή με την πραγματικότητα και ξανάγινα πετσέτα με ένα μανταλάκι, ευτυχώς πέρναγε εκείνη την ώρα η Βιβή που με άρπαξε και με έσυρε προς τις θέσεις μας.
«Παιδάκι μου, είσαι καθυστερημένος; Τι καθόσουν κι έκανες μέσα στη μέση;» με σκούντηξε.
Ο Πάρης από δίπλα της γέλασε.
«Τι έκανα; Ξέρω ΄γω τι έκανα;» μουρμούρισα.
Η Βιβή με κοίταξε μεταξύ αηδίας και συμπόνιας.
«Ρε Βιβή, είδα το ομορφότερο κορίτσι της ζωής μου», παραδέχτηκα τελικά.
«Ποια;» με ρώτησε.
Της έδειξα την Κασσάνδρα. Την είδε κι ο Πάρης.
«Αυτή εκεί πέρα;» στράβωσε το στόμα η Βιβή. «Λοιπόν, άνετα γινόμουν λεσβία για χάρη της».
«Κι εγώ το ίδιο», υπερθεμάτισε ο Πάρης.
«Τι ρόλο βαράει;» με ρώτησε η Βιβή.
«Πού να ξέρω;» συννέφιασα όσο σκεφτόμουν τη μαλακία μου να μην κάτσω μαζί της.

Έφτασε η ώρα του Παπ, ο οποίος βγήκε μπροστά στην έδρα, αρνήθηκε να πάρει μικρόφωνο -καθόταν και κοίταζε το αμφιθέατρο που βούιζε. Καθόταν εκεί και περίμενε, μέχρι που αρχίσαμε να φωνάζουμε οι δικοί του «σκάστε ρε μαλάκες, να τον ακούσουμε». Και σιγά-σιγά το αμφιθέατρο ησύχασε.
Είπε τότε ο Παπ ότι ένιωθε παράξενα επειδή βρισκόταν σε μια συνέλευση απολογιστική αλλά κανένας δεν είχε απολογηθεί μέχρι τώρα για το ότι τίποτα δε γινόταν και καμιά κίνηση των φοιτητικών παρατάξεων δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα. Αναρωτήθηκε κιόλας –πώς στο διάολο να λυθούν τα προβλήματα με 20 βόλτες μέχρι την πλατεία Συντάγματος; Τότε άρχισαν οι Κνίτες να φωνάζουν. Ο Παπ περίμενε να ησυχάσουν κι όταν έγινε πάλι ησυχία ξεκαθάρισε ότι τα προβλήματα λύνονται μόνο με επιθετικές ενέργειες κι όχι με σουλάτσα και επιθετικές ενέργειες είναι οι καταλήψεις σχολών, οι αποκλεισμοί κτιρίων, «μας πηδάνε από παντού κι εμείς τους κάνουμε επίσκεψη –μόνο πάστες δεν τους πηγαίνουμε», είπε.
Καινούργιο ντου από τους Κνίτες, πεταχτήκαμε κι εμείς από τα έδρανα, η ομάδα του Μαρκήσιου είχε ήδη πάρει θέσεις και μπλόκαρε τα ΚΝΑΤ στους διαδρόμους –έπεσε το σχετικό βρισίδι μετά σπρωξίματος και ο Παπ κατέβηκε από την έδρα, φωνάζοντας «μην τους αφήσουμε σε ησυχία, εδώ είναι πόλεμος –όχι σχολική εκδρομή».
Ήρθε η σειρά του Δαπίτη και ήμασταν όλοι κουρασμένοι –καθόμασταν σε επιφυλακή και περιμέναμε. Ανέβηκε λοιπόν αυτό το παιδί με το Λακόστ και τη φρεσκολουσμένη φράντζα, ξεκίνησε να μιλάει, κατέβηκαν δυο από την παρέα του Μαρκήσιου κι ένας πάνκης, τον πλεύρισαν δεξιά-αριστερά κι άρχισαν να κουνάνε κάτι γλάστρες σε στυλ θυμιατό. Ο Δαπίτης ατάραχος –είχε συνηθίσει. Οπότε ο πάνκης βγάζει κάτι προκηρύξεις της ΕΠΕΝ και τον λούζει, σα να έριχνε γαρδένιες στο Βοσκόπουλο. Φούντωσε ο Δαπίτης, ζήτησε την προστασία του προεδρείου, αλλά το προεδρείο είχε σοβαρές ασχολίες (κάπνιζαν) κι έτσι ο Δαπίτης την κοπάνησε γιατί φοβήθηκε μην εμφανιστούν τίποτα γιαούρτια.

Έξω έπαιρνε να νυχτώνει, το κεφάλι μου ήταν ίσα με ένα τάνκερ, θέλαμε όλοι να φύγουμε αλλά δεν είχαμε κουράγιο. Είχε σηκωθεί τώρα ένας Κνίτης και αγόρευε –ούτε να τον φτύσουμε δεν μας έβγαινε. Μίλαγε, μίλαγε ο τύπος –τελευταίος ομιλητής ήταν, η νύχτα δικιά του –κι εμείς σκεφτόμασταν πώς θα είναι η ζωή μετά θάνατον σ΄ένα τόπο που οι Κνίτες θα ανοίγουν το στόμα και θα βγάζουν γαλακτομπούρεκα αντί για λέξεις. Κάπου εκεί ο Κνίτης τελείωσε –ανακουφίστηκε η ομήγυρης που το αντέξαμε κι αυτό –αρχίσαμε να μαζεύουμε τα υπολείμματά μας για να ξεκουμπιστούμε.
Και τότε πετάχτηκε ο Μάκης. Ναι, ο Μάκης… Ένας Μάκης αστραφτερός, ατσαλάκωτος –σε χρώμα μαύρο του καυσαερίου.
«Συνάδελφε έχω να σου κάνω 26 ερωτήσεις», δήλωσε όλος χαρά.
Ο Κνίτης γέλασε. Ποιος ξέρει –μπορεί τελικά και οι Κνίτες να καταλάβαιναν από αστεία…
«Λοιπόν, αρχίζω…» είπε ο Μάκης.
«Σοβαρά τώρα;» κιτρίνισε ο Κνίτης.
Η αίθουσα κιτρίνισε κι αυτή.
«Εκ μέρους των Αυτόνομων, θέλω να σε ρωτήσω…» πήρε φόρα ο Μάκης.
Κάπου εκεί έκλεισα. Ήταν ή αυτό ή θα κατέβαινα να τον ξεσκίσω τον καργιόλη –έκλεισα λοιπόν, σταμάτησα ν΄ακούω, σταμάτησα να βλέπω, σηκώθηκα –κλώτσησα το έδρανο κι έφυγα από εκεί μέσα χωρίς να χαιρετήσω κανέναν. 
Πέρασα τη μεγάλη πόρτα, βγήκα στο διάδρομο, κούνησα το κεφάλι μου να ξεθολώσω και τότε με βούτηξε από το μανίκι η Άσπα.
Σταμάτησα σαστισμένος. Την κοίταξα. Τα μάτια της έσταζαν κακία.
«Είσαι πολύ μεγάλο αρχίδι», μου είπε.
«Εντάξει», συμφώνησα. Τι άλλο να έκανα;
Τράβηξα το χέρι μου και πήγα να συνεχίσω το δρόμο μου αλλά βγήκε μπροστά και μ΄έκοψε.
«Θέλεις κάτι;» απόρησα.
«Γιατί είπες στο Γιώργο ότι πηδηχτήκαμε;» ζήτησε να μάθει.
«Εγώ;»
«Ναι»
«Σε ποιο Γιώργο;»
«Το Χωρικό».
«Είπα τέτοιο πράγμα;»
«Το είπες…»
«Άσε μας ρε Άσπα βραδιάτικα», κούμπωσα –την έκανα στην άκρη και ξεκίνησα πάλι να φεύγω.
Με ξαναπρόλαβε.
«Αν το μάθει ο δικός μου…»
Εκεί κάπου θόλωσα.
«Τι να μάθει ρε κοπέλα μου; Αφού δεν κάναμε τίποτα. Και ούτε είπα κάτι…»
«Του είπες…»
Κοντοστάθηκα. Κάτι έτρεχε εδώ. Ή η Άσπα ήταν τρελή ή ο Χωρικός με έπαιζε… Σκέφτηκα.
«Τι έγινε ρε κωλοπαίδι; Γαμήσαμε;» με είχε ρώτησε.
«Γαμηθήκαμε», είχα απαντήσει.
Κατάλαβα…
Μου ήρθε ένα γέλιο απότομο σαν εμετός μετά από ούζα, διπλώθηκα στα δύο και κοπανιόμουν στο πάτωμα. Η Άσπα είχε μείνει και με κοίταζε.
«Συγνώμη ρε Άσπα…» είπα χωρίς να μπορώ να σταματήσω. «Συγνώμη».
Κι έφυγα. Στην αρχή περπατώντας, μετά τρέχοντας.

Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου, αυτό σκεφτόμουν. Και μετά θυμήθηκα την Κασσάνδρα. Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου –στα σίγουρα.


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Bauhaus

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι